Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Παγκόσμιο Kύπελλο Ποδοσφαίρου - για ποιον; (άρθρο του Ιβάν Πινέιρο, Γραμματέα του PCB)

Άρθρο του Ιβάν Πινέιρο, Γραμματέα του Βραζιλιάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος, για τον «Ριζοσπάστη»
 
 
Αμέσως μετά την επανεκλογή του Λούλα το 2006, και με την αναγνώρισή του από το ιμπεριαλιστικό σύστημα, για πρώτη φορά στην ιστορία της η Βραζιλία κέρδισε το δικαίωμα να φιλοξενήσει μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα τα δύο μεγαλύτερα αθλητικά γεγονότα στον κόσμο: Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2014 και την Ολυμπιάδα του 2016.
Αυτό σε ένα πλαίσιο όπου η βραζιλιάνικη οικονομία πραγματοποιούσε μια ανοδική στροφή οικονομικής ανάπτυξης και - χάρη στις επιδοματικές πολιτικές και την ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος - πέρναγε την εντύπωση πως ήταν δυνατός ένας καπιταλισμός για όλους, δίχως ταξική πάλη, στον οποίο όλοι κερδίζανε και ήταν ευτυχισμένοι, στην κοινωνική ειρήνη και τη νηνεμία.
Από διαδηλώσεις το 2013 που απαιτούσαν να μειωθούν τα εισιτήρια στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, την ίδια ώρα που ξοδεύονταν δισεκατομμύρια για το Μουντιάλ
Ο Λούλα συνέχισε την οικονομική πολιτική του Καρντόσο
 
Ο Λούλα, συνεχίζοντας τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο και προσαρμοζόμενος στο παιχνίδι της αστικής δημοκρατίας, μετατράπηκε σε ίνδαλμα του ιμπεριαλισμού, σε αστέρι του παγκόσμιου οικονομικό φόρουμ και όλων των εκδηλώσεων των μεγάλων δυνάμεων. Ηταν το παιδί της διαφήμισης του «ανθρώπινου καπιταλισμού». Ως ιδρυτής και ηγέτης ενός κόμματος ονομαζόμενου «Κόμμα των εργαζομένων», τα διεθνή ΜΜΕ τον «πούλαγαν» ως τη σύγχρονη αριστερά.
Ο Λούλα έκανε τα πάντα ώστε να γίνει δεκτή η Βραζιλία ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις και να κατακτήσει μια μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Μεταξύ των άλλων, αποδέχθηκε η Βραζιλία να τεθεί επικεφαλής στις δυνάμεις κατοχής της Αϊτής, μετά την εκτόπιση του εκλεγμένου Προέδρου από τις στρατιωτικές διοικήσεις της Γαλλίας και των ΗΠΑ, αποστολή που του ανατέθηκε με τη σύμφωνη γνώμη και προτροπή του Προέδρου των ΗΠΑ, το 2003.
Μεταξύ 2010 - 2012 η - εκλεκτή του Λούλα - Ντίλμα Ρουσέφ ήδη ήταν Πρόεδρος, η κρίση του καπιταλισμού που επιδεινώθηκε από το 2008 ακόμα δεν άγγιζε τις λεγόμενες αναδυόμενες χώρες, που σε ένα βαθμό κερδίσανε από την κρίση στις πρώτες της στιγμές. Σε αυτή τη φάση η Βραζιλία ήδη είχε αναρριχηθεί στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα ως 6η οικονομία του κόσμου και επεκτεινόταν, πάνω από όλα στη Λατινική Αμερική.
Αλλά στις αρχές του 2013, άρχισαν να εμφανίζονται σημάδια ότι η παγκόσμια κρίση δεν θα λυπούνταν τον βραζιλιάνικο καπιταλισμό. Η κυβέρνηση της Ντίλμα Ρουσέφ προχωρά σε νέα μέτρα υπέρ του κεφαλαίου, όπως φοροαπαλλαγές και εισφοροαπαλλαγές, χαριστική παραχώρηση δημόσιου χρήματος στις επιχειρήσεις, ώθηση στην ελαστικοποίηση της εργασίας. Εφαρμόζει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που συναγωνίζεται τις πιο νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις: Λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, πετρελαιοπαραγωγικά πεδία.
Από διαδήλωση το φετινό Μάη ενάντια στο υπέρογκο κόστος του Μουντιάλ, με τους σταυρούς να συμβολίζουν τους νεκρούς εργάτες στα έργα της διοργάνωσης λόγω έλλειψης μέτρων ασφάλειας
Ανεβαίνουν τα επιτόκια γεμίζοντας τα σεντούκια των τραπεζιτών, και επιστρέφει ο πληθωρισμός που ροκανίζει τους ήδη μειωμένους μισθούς. Γίνονται επισφαλείς δημόσιες υπηρεσίες όπως η Υγεία και η Εκπαίδευση. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αστικών συγκοινωνιών, πέρα από τις ληστρικές τιμές τους, δεν καλύπτουν τις ανάγκες του πληθυσμού.
 
Καταρρέει η ρητορική της κοινωνικής ειρήνης
 
Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτουν οι μεγάλες μαζικές κινητοποιήσεις τον Ιούνη του 2013 και οι απεργίες διαφόρων επαγγελματικών κατηγοριών, που αντανακλούν τη δυσαρέσκεια σε διάφορα κοινωνικά τμήματα και αποδομούν τη - χρήσιμη για την προσέλκυση ξένων επενδυτών - επίσημη ρητορική της κοινωνικής ειρήνης.
Οι διαδηλώσεις και οι απεργίες συνεχίζονται, λαμβάνοντας διάφορες μορφές. Το στεγαστικό έλλειμμα και η απουσία αγροτικής μεταρρύθμισης ώθησαν τις καταλήψεις στις πόλεις και την ύπαιθρο. Ο βραζιλιάνικος λαός μαθαίνει να αγωνίζεται και αποτινάζει το φόβο της καταστολής. Δεν υπάρχει μέρα όπου δεν συμβαίνει ένα λαϊκό ξέσπασμα σε κάποια βραζιλιάνικη τοποθεσία, πάντα ως αντίδραση σε κάποια βιαιοπραγία ή αδικία ενάντια στο λαό.
Ετσι, το Μουντιάλ πραγματοποιείται σήμερα σε ένα πλαίσιο λαϊκής δυσαρέσκειας και επίδρασης της κρίσης του καπιταλισμού, αρκετά διαφορετικό από τη στιγμή κατά την οποία ανατέθηκαν οι μεγάλες διοργανώσεις στη Βραζιλία.
Ο Ιβάν Πινέιρο
Το Μουντιάλ αντιπροσωπεύει ένα άλμα αρνητικό για το βραζιλιάνικο λαό. Τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την πραγματοποίησή του, θα γίνει καθαρό ότι πρόκειται για ένα γεγονός για την αστική τάξη, το εθνικό και διεθνές κεφάλαιο, και για μεγάλα κέρδη για την πολυεθνική FIFA (Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαιρικών Ενώσεων) και τους χορηγούς της διοργάνωσης. Από ένα σύνολο 5 δισ. δολαρίων που θα δώσει το Μουντιάλ στη Βραζιλία, η FIFA θα πάρει το 90%.
Πριν από το Μουντιάλ, η κυβέρνηση, με τις οδηγίες της FIFA, εξέδωσε διάταγμα για τις Ενοπλες Δυνάμεις για την καταστολή των λαϊκών κινημάτων, θεωρώντας τους εχθρούς και μάλιστα τη στιγμή που συμπληρώνονταν τα 50 χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας.
Σε διάφορες πόλεις, δεκάδες χιλιάδες οικογένειες εκδιώχθηκαν αυθαίρετα άρον άρον από τα σπίτια τους για να ανοιχθεί χώρος για στάδια και ιδιωτικά αεροδρόμια.
Διανοίχτηκαν γέφυρες και αυτοκινητόδρομοι για την κινητικότητα των τουριστών, όχι για τον εργαζόμενο λαό. Οι κυβερνήσεις σε ομοσπονδιακό και κρατιδιακό επίπεδο ξόδεψαν τεράστια ποσά σε έργα και άλλες δαπάνες για το Μουντιάλ - οι ίδιες κυβερνήσεις που δεν δίνουν κονδύλια για την Εκπαίδευση και την Υγεία. Οι συνεχείς ανατιμολογήσεις προς τα πάνω των έργων σημαίνουν κατασπατάληση δημόσιου χρήματος, σηματοδοτούν διαφθορά.

Aπλησίαστο το Μουντιάλ για το λαϊκό κόσμο
 
Μεγάλο μέρος του βραζιλιάνικου πληθυσμού αντιτίθεται στο Μουντιάλ. Παρά τα πατριωτικά καλέσματα από την τηλεόραση, δεν υπάρχει κλίμα ευφορίας, όπως σε άλλα Μουντιάλ, ακόμα και όταν πραγματοποιούνταν στο εξωτερικό και οι κάτοικοι βάφανε τις γειτονιές τους στα εθνικά χρώματα.
Στο Μουντιάλ ο λαός που σύχναζε στα στάδια δεν μπορεί να περάσει ούτε δίπλα τους. Μια περίμετρος 2 χιλιομέτρων γύρω από τα στάδια θεωρείται «επίσημος τόπος της διοργάνωσης», όπου μόνο οι χορηγοί μπορούν να πωλούν τα προϊόντα τους. Στη χώρα του ποδοσφαίρου το Μουντιάλ αφαίρεσε από το λαό τη χαρά να πηγαίνει στο γήπεδο καθώς οι τιμές είναι απαγορευτικές. Αυτό το γεγονός για τις μάζες σημειώνει με πολλή σαφήνεια τι είναι ο καπιταλισμός: Ολα για λίγους, τίποτα για τους πολλούς.
Ο κατασταλτικός μηχανισμός που συγκροτείται δεν είναι μόνο για το Μουντιάλ, αλλά και για μετά από αυτό. Σχετίζεται με την κρίση του καπιταλισμού που φτάνει στη Βραζιλία αφαιρώντας κάθε φορά και περισσότερα δικαιώματα από τους εργαζόμενους.
Αυτό το Μουντιάλ αποκαλύπτει με απόλυτη καθαρότητα τις αβυσσαλέες, ασυμφιλίωτες διαφορές μεταξύ δύο κομμάτων που παρουσιάζονται ως κομμουνιστικά. Τη στιγμή που το ΚΚ της Βραζιλίας έχει το υπουργείο Αθλητισμού, που είναι υπεύθυνο γι' αυτές τις διοργανώσεις, και καλεί τους εργαζόμενους να εγκαταλείψουν τις απεργίες και κάνει πως δε βλέπει την καταστολή, το Βραζιλιάνικο ΚΚ είναι ένα από τα πιο δραστήρια κόμματα στις λαϊκές κινητοποιήσεις και αυτό που περισσότερο καταγγέλλει την υποταγή στα συμφέροντα του κεφαλαίου μιας κυβέρνησης που εμφανίζεται ως προοδευτική.

Μια πληρωμένη απάντηση στους ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΥΣ του ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ...

Κοινωνία της πληροφορίας ή κοινωνία της… ανθρωποφαγίας; 
(Της Ευγενίας Κώτη)

«Και οι κρίνοντες κρίνονται». Αυτή είναι μια βασική αρχή που αποδέχεσαι, σέβεσαι και υπηρετείς όταν επί 21 συναπτά έτη ασκείς το λειτούργημα της δημοσιογραφίας είτε κάνοντας τηλεοπτικό ρεπορτάζ ή συνεντεύξεις, είτε αρθρογραφώντας επωνύμως, σχεδόν καθημερινά όχι απλά παραθέτοντας τα γεγονότα, αλλά παίρνοντας θέση επ’ αυτών. Σε αυτά τα χρόνια ένας δημοσιογράφος –και φυσικά η γράφουσα- έχει δώσει αρκετά δείγματα γραφής για τα κίνητρά του, το χαρακτήρα, την ηθική του, αν σέβεται τη δεοντολογία, αν είναι ανοικτός στην καλοπροαίρετη κριτική, ποιων τα συμφέροντα υπηρετεί, αν πληρώνεται για να γράψει ή αντίθετα για να αποσιωπήσει ένα θέμα, μια καταγγελία.

Ας μου συγχωρεθεί η αναφορά σε προσωπικά γεγονότα, ωστόσο όπως θα αποδείξω στην πορεία το θέμα αφορά κάθε έναν που καταθέτει τις απόψεις του διαδικτυακά επωνύμως σε ιστοσελίδα εφημερίδας και δέχεται προσωπική επίθεση  με υβριστικό περιεχόμενο από ανώνυμους σχολιαστές…

Είναι αλήθεια ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισα, μετά την απόλυσή μου πριν από ενάμιση χρόνο, δεν  μου επέτρεπαν να παρακολουθώ τα τοπικά τεκταινόμενα και ειδικότερα της καταγραφή τους μέσω του διαδικτύου σε τακτική βάση.  Η σταδιακή επάνοδός μου στο δημοσιογραφικό στίβο μετά την περιπέτεια της υγείας μου συνέπεσε με την δημοσίευση ενός ενυπόγραφου άρθρου που έστειλα πριν λίγες μέρες σε τοπικά ΜΜΕ (ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΗ, CHIOSNEWS) με αφορμή τον  πρόσφατο ξυλοδαρμό των απολυμένων καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών από τα ΜΑΤ.

Όπως έχω διαπιστώσει μέχρι σήμερα με κείμενα που άρχισα να στέλνω από το Μάρτιο, ΑΛΗΘΕΙΑ και  CHIOSNEWS  αρκούνται στη δημοσίευση ή ανάρτηση του ενυπόγραφου άρθρου στην ομώνυμη ιστοσελίδα, χωρίς σχολιασμό από ανώνυμους.

Αντίθετα  στην ιστοσελίδα της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ μετά  το- ενυπόγραφο άρθρο μου- ακολούθησε ένας «οχετός» υβριστικών σχολίων σε προσωπικό επίπεδο και αντικομουνιστικών σε πολιτικό, από ανώνυμους σχολιαστές. 
   
Πράγματι, αυτό είναι ένα γενικότερο πρόβλημα για το οποίο  έχει χυθεί πολύ μελάνι. Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις για την αναγκαιότητα και την νομιμότητα της ανωνυμίας στο διαδίκτυο, το ότι βοηθάει στην ελευθερία έκφρασης, τη διάδοση των ιδεών, τον πλουραλισμό. Στον αντίποδα αυτών υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις για τους «κουκουλοφόρους» του διαδικτύου, οι οποίοι καλυπτόμενοι πίσω από την ανωνυμία τους συκοφαντούν, εκθέτουν,  προσβάλλουν πρόσωπα,  σύμβολα, εξυβρίζουν, προχωρούν ακόμη και σε αξιόποινες πράξεις.

Το θέμα είναι αχανές, ανεξάντλητο με αρκετές «γκρίζες ζώνες»  πρακτικά, ηθικά και νομικά.

Εγώ πολύ απλά θα ήθελα να ρωτήσω και να θέσω προς προβληματισμό  το ερώτημα πως προάγεται ο δημόσιο διάλογος  με εκφράσεις που οι ΑΝΩΝΥΜΟΙ σχολιαστές χρησιμοποίησαν μετά το ΕΠΩΝΥΜΟ άρθρο μου στην ιστοσελίδα της εφημερίδας, όπως «κομμουνιστικές παπαρολογίες», ή «Ο εκ γενετής άεργος σύντροφος και Αρχηγός Κουτσούμπας το διάβασε, μπορείτε τώρα κυρία να περάσετε από τα κεντρικά για το χαρτζιλικάκι, κάνατε το καθήκον ως κομμουνίστρια και δημοκράτισσα (πάμε για άλλες παπαρολογίες από αύριο). Τώρα προτείνω να αποσύρετε το άρθρο αρκετά ξεφτιλιστήκατε. Από ό,τι βλέπω δεν ντρέπεστε, ούτε έχετε το γνώθι εαυτόν για αυτά που λέτε και πιστεύετε.»

Για να συμπληρώσουν αργότερα και πάλι ανώνυμοι σχολιαστές  «…έχεις τα μούτρα και μιλάς για καθαρίστριες και ηθικά διδάγματα, εσύ????»  Το υβρεολόγιο συμπληρώθηκε με την φράση «δημοκράτες (της κλανιάς), και σε μια άλλη αποστροφή : «κάποιοι πρέπει να δουλεύουν για να πληρώνονται κομμουνιστές ρεμπεσκέδες».

Όλο αυτό το απάνθισμα των εξυβριστικών και μειωτικών για την προσωπικότητά μου σχολίων αναρτήθηκε στην ίδια ιστοσελίδα όπου η  εφημερίδα  βάζει το πλαίσιο του διαλόγου ως εξής: «Το politischios.gr επιθυμεί την ανάπτυξη διαλόγου με το αναγνωστικό κοινό μέσα από την ιστοσελίδα του. Επιθυμώντας ωστόσο να αποτρέψει τους υβριστικούς σχολιασμούς οι οποίοι καλύπτονται από τη δύναμη της ανωνυμίας, διευκρινίζει ότι θα αφαιρεί κάθε σχόλιο που κρίνει ότι υπερβαίνει τα όρια της δεοντολογίας στο δημόσιο διάλογο και τραυματίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ευχαριστούμε  για την αποδοχή των όρων εκ μέρους σας και ελπίζουμε στη συμμετοχή σας».

Εδώ υπάρχει μια πλήρης αντίφαση ανάμεσα στα αναγραφόμενα από τους έχοντες την ευθύνη για τη διαχείριση της ιστοσελίδας και στην πρακτική τους. Αν αυτοί οι χαρακτηρισμοί  δεν είναι υβριστικοί για την επαγγελματική τιμή, την ηθική ενός ατόμου, δεν υπερβαίνουν τα όρια της δεοντολογίας στο δημόσιο διάλογο τραυματίζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τότε ποιοι το κάνουν;

Αφού οι έχοντες την ευθύνη για τη διαχείρισή της δεσμεύονται ότι θα αφαιρούν κάθε σχόλιο με αυτά τα χαρακτηριστικά, τότε γιατί δεν το έπραξαν;

Το πρόβλημα δεν είναι νομικίστικο, αλλά ανθρώπινο και βαθιά πολιτικό. 21 χρόνια ως δημοσιογράφος της ΑΛΗΘΕΙΑΣ ποτέ δεν κρύφτηκα πίσω από την «κουκούλα» της ανωνυμίας για να καταθέσω τις απόψεις μου, για να ασκήσω κριτική, για να καταγγείλω ακόμη και όταν υπήρχε κίνδυνος αυτές μου οι πράξεις να προκαλέσουν ποικίλες αντιδράσεις, ακόμη κι όταν ο κίνδυνος της μήνυσης ή της αγωγής ήταν ορατός.

Κυρίως όμως, σε αντίθεση με άλλους «ανεξάρτητους» δημοσιογράφους, δέσμιους και υπηρέτες μεγάλων συμφερόντων, ποτέ δεν έκρυψα την ιδεολογία και τα πιστεύω μου για τα οποία είμαι υπερήφανη. Ποτέ δεν κρύφτηκα πίσω από το δάκτυλό μου. Όσοι μου έδιναν συνέντευξη, ή μου εμπιστεύονταν το πρόβλημά τους για ρεπορτάζ ήξεραν ότι το ΚΚΕ με είχε τιμήσει 2 φορές ανακηρύσσοντάς με υποψήφια βουλευτή  στο νομό, και αρκετές φορές υποψήφια δημοτική ή νομαρχιακή σύμβουλο όταν ακόμη υπήρχε η Νομαρχία, σε συνδυασμούς υποστηριζόμενους από το ΚΚΕ. Τελευταία φορά ήμουν υποψήφια περιφερειακή σύμβουλος το Μάιο με τη «Λαϊκή Συσπείρωση» ενώ νοσηλευόμουν στο νοσοκομείο.  Επίσης, εδώ και χρόνια είμαι μέλος της Γραμματείας του ΠΑΜΕ με θητεία στη Διοίκηση του Εργατικού Κέντρου και το Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων  Χίου.

Αναρωτιέμαι μετά από αυτές τις ιδιότητες που ποτέ δεν έκρυψα, μήπως πρέπει να υπογράψω «δήλωση μετανοίας» για να γίνω αρεστή και να μην δέχομαι τέτοια επίθεση κάθε φορά που θα καταθέτω δημόσια την άποψή μου για διάφορα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα; Μήπως ενοχλεί η φωνή μου, η φωνή μας; Θεωρώ άκρως προσβλητικό και υποτιμητικό για την επαγγελματική μου πορεία το υπονοούμενο που άφησε ανώνυμος σχολιαστής ότι για το άρθρο που έγραψα για τις καθαρίστριες και κατ’ επέκταση όλα τα ρεπορτάζ που έκανα, οι συνεντεύξεις, η αρθρογραφία μου πάνω από είκοσι χρόνια, είχαν σαν σκοπό…να πάρω «χαρτζιλικάκι» από το ΚΚΕ.

Βέβαια,  στο γραφείο μου, δίπλα στον υπολογιστή μου, είχα…  κόκκινο τηλέφωνο και  ανοικτή γραμμή με τον Περισσό. Πριν κάνω τη συνέντευξη, το ρεπορτάζ ή πριν αρθρογραφήσω έπαιρνα απευθείας στο τηλέφωνο την τότε Γ.Γ. του κόμματος, Αλέκα Παπαρήγα, ή τώρα που ξανάρχισα να γράφω, το Δημήτρη Κουτσούμπα για να πάρω αρχικά έγκριση και στη συνέχεια ένα «χαρτζιλικάκι». Δεν μπορώ να το κρύψω, με αυτό το «χαρτζιλικάκι» μεγάλωσα τα παιδιά μου…

Όποιος το έγραψε ή το πιστεύει αυτό «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια». Στο  ΚΚΕ σε αντίθεση με κάποια άλλα κόμματα δεν μπαίνει κανείς για να πάρει αλλά για να δώσει! Στο ΚΚΕ δίνεις  συνειδητά ένα κομμάτι από το χρόνο σου, τη σκέψη σου, τον εαυτό σου, τη δύναμή σου, την υγεία σου, τη ψυχή σου.  Άλλες γενιές πριν από μας  έδωσαν για αυτό το κόμμα, την ελευθερία τους και τη ζωή τους. Το ΚΚΕ το κουβαλάς μέσα σου, δεν είναι μόνο μια ιδεολογία, ένα διαφορετικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα αλλά κυρίως μια ηθική, μια στάση ζωής που καθορίζει τις μικρές και μεγάλες αποφάσεις σου, σε συνοδεύει στις μικρές και μεγάλες μάχες της ζωής σου.

Αν λοιπόν είμαι «αγωνίστρια ή δημοκράτισσα» όπως ειρωνικά αναφέρεται από τους ανώνυμους σχολιαστές, αυτό το έκριναν, το κρίνουν και θα το κρίνουν καθημερινά η κοινωνία της Χίου, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι γυναίκες, όλοι όσοι δίνουμε μαζί τους τον αγώνα επιβίωσης και αξιοπρέπειας. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Χίος είναι πολλή μικρή για να παρουσιαζόμαστε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε είτε ατομικά είτε συνδικαλιστικά, είτε πολιτικά. Νομοτελειακά, κάποια στιγμή οι μάσκες, τα προσωπεία πέφτουν. Κι εμείς είμαστε πολλά χρόνια στους δρόμους, στους συνδικαλιστικούς και κοινωνικούς αγώνες, για να μπορούμε να κρυβόμαστε πίσω από μάσκες…   

Γιατί αλήθεια, εγώ δεν μπορώ να μιλήσω για «ηθικά διδάγματα;» όπως υποστηρίζει ο ανώνυμος σχολιαστής του οποίου το σχόλιο έχει αναρτηθεί στη ιστοσελίδα της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ;… Θεωρώ ότι  αυτό το σχόλιο-μαζί με τα προαναφερθέντα- πλήττουν βάναυσα την τιμή, την ηθική και την αξιοπρέπεια μου,  την αποκατάσταση των οποίων  ζητώ από τους κατά νόμο υπευθύνους της ιστοσελίδας με την αφαίρεση κάτω από το άρθρο μου όλων των εξυβριστικών και συκοφαντικών σχολίων.

Καθημερινά, με τη δουλειά μου αλλά και με τη συμμετοχή μου στους μαζικούς, κοινωνικούς αγώνες του τόπου μας- πάντοτε με αφετηρία την ιδεολογία και τα πιστεύω μου- εκτέθηκα στην επώνυμη κριτική που μπορούσε να μου κάνει οποιοσδήποτε για την επαγγελματική μου διαδρομή, για τη συνδικαλιστική και πολιτική μου δράση . Άλλο όμως αυτό και άλλο η «λάσπη» η οποία μάλιστα προέρχεται και από «κουκουλοφόρους» του διαδικτύου που κινούνται στη λογική «συκοφάντει συκοφάντει στο τέλος κάτι θα μείνει». Παλιά οι κουκουλοφόροι  έστελναν τους κομμουνιστές στις φυλακές, ή  στο εκτελεστικό απόσπασμα, τώρα επειδή δεν μπορούν να μας στείλουν στα ξερονήσια μας «χτυπούν» διαδικτυακά με την ανώνυμη εξύβριση και τη συκοφαντία με μια σύγχρονη, ηλεκτρονική «ανθρωποφαγία». Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν «κατασπαράζουν» με την ίδια ευκολία και άλλους επώνυμους αρθογράφους σε ιστοσελίδες εφημερίδων. Δεν αναφέρομαι στα blogs. Εκεί γίνεται η… ανώνυμη «σφαγή των αμνών»… Νόμιμα βέβαια, αφού προβλέπεται ο ανώνυμος σχολιασμός στα blogs, αλλά όπως έχει αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν η απόσταση ανάμεσα στο «νόμιμο» και το «ηθικό» μπορεί να είναι αβυσσαλέα.

Ας επιστέψουμε και πάλι στο άρθρο «ΤΑ ΜΑΤ, ΟΙ ΜΑΠΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΠΕΣ» που προκάλεσε 12 παρακαλώ ανώνυμα σχόλια την στιγμή που άρθρα εν ενεργεία πολιτικών έχουν ελάχιστα και όχι τόσο υβριστικά και σε προσωπικό τόνο.

Εύλογα γεννιέται το ερώτημα αν και είχα  γράψει και άλλα άρθρα στο παρελθόν γιατί τέτοια «χολή» κάτω από το συγκεκριμένο για το ξυλοδαρμό των καθαριστριών από τα ΜΑΤ; Ο λόγος είναι προφανής. Πρέπει να «χτυπηθούν» όσοι υπερασπίζονται τους εργαζόμενους, τους ανέργους, τους απλήρωτους που αγωνίζονται για να δικαιωθούν. Πρέπει να περάσει το μήνυμα που στέλνουν οι ανώνυμοι σχολιαστές ενός επώνυμου άρθρου που υπερασπίζεται το δίκιο εργαζομένων, ότι οι εξαθλιωμένοι ιδιωτικοί υπάλληλοι πρέπει να επιχαίρουν όταν τα ΜΑΤ χτυπούν  τους «καλοπληρωμένους» δημοσίους υπαλλήλους ή να σιωπούν όταν τους βάζουν σε διαθεσιμότητα και τους οδηγούν στην απόλυση. Οι ίδιοι, πάντοτε ανώνυμοι σχολιαστές, κατακεραυνώνουν όλους όσοι τολμούν να υπερασπιστούν όπως πχ. Τις απολυμένες καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών που πρωτόδικα είχαν δικαιωθεί και έπρεπε να επαναπροσληφθούν. Απροκάλυπτα τροφοδοτούν έτσι τον κοινωνικό αυτοματισμό ενάντια στην ταξική αλληλεγγύη που είναι στόχος πάλης για το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα. Εμείς αν και θεσμικά παλεύουμε για τα τσαλαπατημένα δικαιώματα και μισθούς των ιδιωτικών υπαλλήλων, ποτέ δεν τους στρέψαμε σε ένα άλλο κομμάτι της εργατικής τάξης που είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, επίσης θύματα της ίδιας πολιτικής λιτότητας.

Επιπλέον, όσο και να προσπαθούν κάποιοι δεν μπορούν να κρύψουν ότι βγάζουν φλύκταινες στο άκουσμα και μόνο απεργιών, κινητοποιήσεων και διεκδικήσεων των εργαζομένων. Τουλάχιστον ας μην το παίζουν « αγανακτισμένοι υπερασπιστές» άλλων, οι υπέρμαχοι των ισοπεδωτικών μειώσεων μισθών, του σφαγιασμού των εργατικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων,  της διάλυσης της υγείας και της παιδείας που απορρέουν από τις εδώ και χρόνια ληφθείσες αποφάσεις της Ε.Ε.

Ας σκεφτούμε εν κατακλείδι, μήπως τέτοιου είδους ανώνυμα σχόλια δεν προάγουν το διάλογο αλλά στοχεύουν στο να «φιμώσουν» τις φωνές εκείνες που ενοχλούν  και δη αυτές που έχουν συγκεκριμένη ιδεολογία, γενικά δείχνουν δρόμους αντίστασης και πάλης στην κυβέρνηση και την Ε.Ε.; Αν ένας απλός αρθρογράφος που διατυπώνει ανάλογες απόψεις δεχθεί τέτοια επίθεση θα τολμήσει μήπως να ξαναγράψει; Μήπως αυτός είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός; Η φίμωση  με το προκάλυμμα ενός ψευτοδιαλόγου που στηρίζεται αποκλειστικά στην ύβρη, τη λάσπη και το λιβελογράφημα;

Προσωπικά, θα συνεχίσω να καταθέτω ΕΠΩΝΥΜΩΣ την άποψή μου, να υποστηρίζω την ιδεολογία μου με την οποία μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει,  δεν έχει όμως το δικαίωμα να την εξυβρίζει, να την συκοφαντεί και να την ευτελίζει ΑΝΩΝΥΜΩΣ και μάλιστα στην ιστοσελίδα εφημερίδας που υπάγεται στο νομικό καθεστώς που διέπει και τα υπόλοιπα ΜΜΕ σχετικά με τα ζητήματα εξύβρισης και συκοφαντίας. Ως γνωστόν, υπάρχουν  αστικοί βέβαια νόμοι που διέπουν και οριοθετούν την ελευθερία του λόγου που εκφέρεται δια του Τύπου. Νόμοι που όσοι εργαστήκαμε ως δημοσιογράφοι υποχρεωθήκαμε να σεβαστούμε αυτολογοκρινόμενοι με την έννοια της επιλογής των επιχειρημάτων αντί της εξύβρισης, χωρίς βέβαια να παζαρεύουμε την προσήλωσή μας στις αρχές μας, στον έλεγχο της εξουσίας και την υπεράσπιση της τάξης που ανήκουμε. 

Αν και άνεργη, πλέον, δημοσιογράφος θα συνεχίσω να καταθέτω τις απόψεις μου όσο μου το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, ενστερνιζόμενη τη ρήση ότι «όποιος δεν παίρνει το μέρος των αδυνάτων, δεν κάνει δημοσιογραφία, αλλά δημόσιες σχέσεις». Ο καθένας επιλέγει ποιο δρόμο θα ακολουθήσει, με όποιο τίμημα…
                                                                                                               Ευγενία Κώτη

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

«Τα λεφτά πήγαν στα λεφτά» - Χρονιά ανάκαμψης του Τουρισμού το 2013...

Το 2013 χαρακτηρίστηκε σαν χρονιά ανάκαμψης του Τουρισμού που εμφανίζεται σαν κύριος αιμοδότης της οικονομίας. Άραγε η πραγματικότητα συμβαδίζει με τις ωραίες φράσεις;

Πέρυσι επισκέφθηκαν την Ελλάδα 17,9 εκατομμύρια τουρίστες και τα άμεσα έσοδα ήταν 11,9 δισ. ευρώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και των στοιχείων του Κέντρου Τεκμηρίωσης του Ελληνικού Τουρισμού (ΚΤΕΤ).

Ποιος καρπώθηκε τα κέρδη;

Προφανώς όχι οι εργαζόμενοι στον τουρισμό που δουλεύουν όλο και πιο φτηνά.
Ούτε φυσικά οι μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις που βάζουν λουκέτο.
«Τα λεφτά πήγαν στα λεφτά» δηλαδή στους επιχειρηματικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στο τουρισμό διότι η κρίση δεν είναι για όλους.

Άλλωστε σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων την περίοδο 2009 έως 2013 άνοιξαν 914 νέα ξενοδοχεία, το 73% των οποίων εντάσσεται στις τρεις υψηλότερες κατηγορίες, ενώ διέκοψαν τα λειτουργία τους 613 μονάδες συνολικής δυναμικότητας 34.480 κλινών, από τις οποίες μόνο το 3% προερχόταν από τις υψηλές κατηγορίες.

Κι αφού ο τουρισμός αιμοδότησε το 2013 την ελληνική οικονομία γιατί από τον Ιούλη του 2014 πρέπει να μειωθούν ξανά οι συντάξεις μεσοσταθμικά κατά 5,2%;
Επίσης τα στοιχεία λένε ακόμα πως το 2013 οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4%, οι διανυκτερεύσεις κατά 14,5% και οι εισπράξεις κατά 18,1%. Πόσοι άραγε από τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους νέους της Ελλάδας έκαναν διακοπές το 2013;

Το 40% δεν έκανε καν διακοπές κι όσοι έκαναν μέτρησαν μέχρι δεκάρας τα διόδια, τα καύσιμα, τα εισιτήρια για να τα βολέψουν 4-5 μέρες στη θάλασσα.

Ο «φάκελος τουρισμός» ανοίγει στο portal και το webradio «902.gr» με στοιχεία, με ρεπορτάζ με συνεντεύξεις, για να καταδείξει πως το δικαίωμα του λαού στην αναψυχή δεν συμβαδίζει με την ανάγκη για περισσότερο κέρδος των τουριστικών επιχειρήσεων.

Διαβάστε: 

-Στοιχεία που έδωσε σε συνέντευξη τύπου η Γραμματεία ΠΑΜΕ Ρόδου για την κατάσταση που επικρατεί στα ξενοδοχεία της περιοχής και τις άθλιες συνθήκες εργασίας για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους. 
-Για τον τουρισμό και την καμπάνια της κυβέρνησης περί αύξησης του αριθμού των τουριστών, την ώρα που ξενοδοχοϋπάλληλοι στερούνται βασικών δικαιωμάτων ενώ συνολικά για τους εργαζόμενους το δικαίωμα στις διακοπές έχει γίνει είδος πολυτέλειας.  

Ακούστε: 

-Συνέντευξη του Χρήστου Κατσώτη μέλους της ΚΕ και βουλευτή του ΚΚΕ στο Webradio του 902.gr για το παράδειγμα του Τουρισμού που αποκαλύπτει  ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν από την ανάπτυξη, που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση. 
-Συνέντευξη της Λίνας Ράλλη μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Επισιτισμού - Τουρισμού - Ξενοδοχείων και μέλος της Πανελλαδικής Γραμματείας Επισιτισμού - Τουρισμού - Ξενοδοχείων του ΠΑΜΕ, για τις συνθήκες εργασίας στον κλάδο Επισιτισμού - Τουρισμού - Ξενοδοχείων στη Ρόδο. 
- Συνέντευξη του Παντελή Καλαβρέζου, μέλους της Συντακτικής Επιτροπής του «Οδηγητή»: Απιαστο όνειρο για τη νεολαία οι διακοπές.  

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Εκδήλωση- ομιλία με θέμα: Φασισμός - Μαντρόσκυλο του Συστήματος

Η Διοίκηση του Παλλεσβιακού Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου σας καλεί στην εκδήλωση- ομιλία με θέμα: "Φασισμός - Μαντρόσκυλο του Συστήματος" την Τρίτη 24 Ιούνη και ώρα 8:30 το βράδυ στην αίθουσα του Παλιού Εργατικού Κέντρου (Κομνηνάκη 43).

Κεντρικός Ομιλητής: Αλεξίου Αθανάσιος (Πανεπιστημιακός)

Κάτω τα χέρια από το Παρκινγκ Μυτιλήνης


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Κάτω τα χέρια από το Παρκινγκ Μυτιλήνης

Κατά τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβούλου, στις 18/06/2014, συζητήθηκε και το θέμα μεταβίβασης του παρκινγκ της Μυτιλήνης (Μακρυγιαλός) στο ΤΑΪΠΕΔ  για «αξιοποίηση», δηλ. ξεπούλημά του.
Παρεμβαίνοντας ο Στρατής Κόρακας, εκ μέρους της Λαϊκής Συσπείρωσης Β. Αιγαίου τόνισε μεταξύ άλλων:
"Καλούμε το λαό της Μυτιλήνης, της Λέσβου γενικότερα να ξεσηκωθεί για να υπερασπιστεί με νύχια με δόντια το Πάρκινγκ της Μυτιλήνης (Μακρυγιαλός), που έχει «βγάλει στο σφυρί» η Κυβέρνηση, μέσω του ΤΑΪΠΕΔ, όπως εξάλλου και όλη τη δημόσια περιουσία.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δρόμο αυτό θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα δημόσια ακίνητα και στη Λέσβο. Έτσι διατάζει η ΕΕ και το ΔΝΤ και επαυξάνει η κυβέρνηση. Με πρόσχημα την αποπληρωμή του χρέους η συγκυβέρνηση (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ- ΛΑ.Ο.Σ έφθασε επιπλέον στο σημείο να παραδώσει την περιουσία του λαού μας στο αγγλικό δίκαιο, που είναι το μόνο που δίνει το δικαίωμα στους «δανειστές» να προχωρήσουν σε κατάσχεση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του ελληνικού δημοσίου.
Επιβάλλεται άμεσα να μπει  φραγμός στην απόφαση να πουληθεί το Πάρκινγκ και άλλα ακίνητα του δημοσίου  στη Λέσβο και στα άλλα νησιά της Περιφέρειας. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με γενικό ξεσηκωμό. Σ’ αυτή την κατεύθυνση πρέπει το Περιφερειακό αλλά και το Δημοτικό Συμβούλιο καθώς και οι κοινωνικοί φορείς να αναλάβουν τις ευθύνες τους.".
                                                                                                   
 Μυτιλήνη, 19 Ιουνίου 2014


Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Η πολιτική κρίση του Ιούλη 1965 - Μια διδακτική ιστορία...

Η πολιτική κρίση του Ιούλη 1965

Το βράδυ της Πέμπτης 15 του Ιούλη 1965, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου πήγε στα Ανάκτορα και υπέβαλε την παραίτησή του στον βασιλιά Κωνσταντίνο. Μετά την έξοδό του από τα ανάκτορα, αρνήθηκε να κάνει δηλώσεις στους δημοσιογράφους. Ποιο το περιεχόμενο της συνάντησης; Μια ώρα αργότερα, γύρω στις 8.15, ο Γ. Παπανδρέου κάλεσε τους δημοσιογράφους για να τους δώσει το στίγμα των όσων συζήτησε με τον βασιλιά.
«Επήλθε διαφωνία Στέμματος και κυβερνήσεως. Αύριον θα υποβάλω την παραίτησιν της κυβερνήσεως και θα προβώ εις ανακοινώσεις», τους είπε. (Σόλωνα Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974», εκδόσεις «Καπόπουλος», τόμος 4ος, σελ. 416-417).
Βεβαίως, αμέσως μετά το τέλος της επίσκεψης στα ανάκτορα του Γ. Παπανδρέου, το κατώφλι τους διέβαινε ο, έως εκείνη τη στιγμή, πρόεδρος της Βουλής Γ. Αθανασιάδης - Νόβας. Και, βεβαίως, έλαβε την εντολή για σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Ετσι, η 15η Ιούλη καταγράφηκε στην Ιστορία ως η μέρα που ξέσπασε μια βαθιά πολιτική κρίση, η οποία βεβαίως και δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Αλλά ο ελληνικός λαός πλήρωσε βαρύ τίμημα στη συνέχεια, αφού η εξέλιξή της για δυο ολόκληρα χρόνια οδήγησε στη στρατιωτικοφασιστική δικτατορία των συνταγματαρχών τον Απρίλη του 1967.
Ας δούμε, όμως, ορισμένα γεγονότα καταγραμμένα μέσα από δηλώσεις των εμφανιζόμενων ως πρωταγωνιστών της κρίσης στις 15 του Ιούλη 1965.
«Είχαμε κάνει εκκλήσεις προς τον κ. Παπανδρέου να αποτραπή η κρίσις. Απέβησαν άκαρποι. Αποβλέπων ο βασιλεύς σταθερώς να συνεργασθή με την πλειοψηφίαν της Βουλής, μου ανέθεσε να σχηματίσω κυβέρνησιν εξ αυτής. Θα είναι αύτη αμιγώς της Ενώσεως Κέντρου και θα αποτελή ιδεολογικήν και πολιτικήν συνέχειαν της προηγούμενης κυβερνήσεως», θα πει ο Νόβας («ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 16/7/1965).
Αλλά ο Γ. Παπανδρέου μίλησε για παραβίαση του πολιτεύματος και χαρακτήρισε τον Νόβα και τους συν αυτώ ως «ομάδα προδοτών» και κάλεσε τον ελληνικό λαό σε νέο ανένδοτο αγώνα υπέρ της Δημοκρατίας (Σπ. Λιναρδάτου: «Από τον Εμφύλιο στη Χούντα», εκδόσεις «Παπαζήση», τόμος ε`, σελ. 237-238).
Για τις εξελίξεις, το ΚΚΕ, με ανακοίνωση της ΚΕ του, υπογράμμισε:
«Οι σκοτεινοί κύκλοι της ανωμαλίας - το παλάτι, η χούντα και οι ξένοι - έβαλαν σε εφαρμογή το πραξικόπημα που σχεδίαζαν από καιρό και που μάταια προσπαθούν τώρα να καλύψουν κάτω από το μανδύα της νομιμότητας. Παραβιάζοντας το Σύνταγμα και καταπατώντας ωμά την εκφρασμένη λαϊκή θέληση, ανέτρεψαν τη νόμιμη κυβέρνηση και στη θέση της διόρισαν μια τριανδρία - πειθήνιο όργανό τους. Οι σκοποί τους είναι διάφανοι. Χτύπημα των δημοκρατικών καταχτήσεων. Νατοϊκή λύση στο Κυπριακό. Τράβηγμα της χώρας στο βρωμερό πόλεμο του Βιετνάμ. Ανελέητη εκμετάλλευση του λαού και της χώρας από τα ξένα και ντόπια μονοπώλια.
Η κατάσταση - σημείωνε η ΚΕ του ΚΚΕ - είναι σοβαρή. Οι συνωμότες - αδίστακτοι στις επιδιώξεις τους - σπρώχνουν τη χώρα στο δρόμο της ανωμαλίας, που οδηγεί σε εθνικές συμφορές» («ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος 8/1965, σελ. 82-83).
Γιατί, όμως, παραιτήθηκε ο Γ. Παπανδρέου; Η παραίτησή του ήταν το αποτέλεσμα της ρήξης ανάμεσα στην κυβέρνηση της «Ενωσης Κέντρου» και στο Παλάτι, εξαιτίας της άρνησης του βασιλιά να υπογράψει το Βασιλικό Διάταγμα ανάληψης του υπουργείου Εθνικής Αμυνας από τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Είχε προηγηθεί η γνωστή προβοκάτσια στον Εβρο με πρωταγωνιστή τον Γ. Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα αρχηγό της δικτατορίας. Ο Γ. Παπανδρέου δεν τιμώρησε τον Γ. Παπαδόπουλο, αν και είχε αποδειχθεί ότι ο ίδιος προκάλεσε το σαμποτάζ στα 3 στρατιωτικά αυτοκίνητα, (έριξαν ζάχαρη στα ρεζερβουάρ με αποτέλεσμα την καταστροφή των κινητήρων τους), και όχι οι στρατιώτες Π. Μπέκιος και Κ. Ματάτης, οι οποίοι είχαν «ομολογήσει», μετά από φριχτά βασανιστήρια, ότι υποκινούνταν από το ΚΚΕ! Ο Παπανδρέου έδωσε εντολή να μπει η υπόθεση στο αρχείο!..
Μετά την προβοκάτσια του Παπαδόπουλου, ο Παπανδρέου αποφάσισε να αντικαταστήσει τον υπουργό Εθνικής Αμυνας, Πέτρο Γαρουφαλιά. Ωστόσο, παρά την απόφαση του Γ. Παπανδρέου, ο Γαρουφαλιάς δεν παραιτήθηκε!
Ο Κωνσταντίνος επέμενε να παραμείνει υπουργός ο Πέτρος Γαρουφαλιάς ή να αναλάβει κάποιο άλλο στέλεχος του «Κέντρου», όχι όμως ο πρωθυπουργός.

Ο Γ. Παπανδρέου αρνήθηκε να είναι «πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν» ή «ένας εξηυτελισμένος πρωθυπουργός», όπως είπε.
Ετσι, ο λαός είδε να παραιτείται ο πρωθυπουργός - μαζί και η κυβέρνησή του - επειδή ο Κωνσταντίνος δε δεχόταν να είναι ο πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Αμυνας! Και σε συνέχεια, αφού παραιτήθηκε, κάλεσε το λαό να στηρίξει το νέο «ανένδοτο» αγώνα!..
Την ίδια ώρα, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον πρόεδρο της Βουλής και ακαδημαϊκό Γεώργιο Αθανασιάδη - Νόβα, στον οποίο έδωσε την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε το βράδυ της 16ης του Ιούλη και στις 5 του Αυγούστου καταψηφίστηκε από τη Βουλή.
Είχαν προηγηθεί μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις. Σε εκείνη της 21ης του Ιούλη δολοφονήθηκε από την Αστυνομία ο φοιτητής της ΑΣΟΕΕ Σωτήρης Πέτρουλας, ενώ υπήρχαν και πολλοί τραυματίες.
Το μεσημέρι της 18ης του Αυγούστου 1965, ο βασιλιάς ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ηλία Τσιριμώκο, επίσης στέλεχος του «Κέντρου». Δύο 24ωρα μετά, η κυβέρνηση Τσιριμώκου ορκίστηκε και στις 28 του Αυγούστου καταψηφίστηκε από τη Βουλή.
Στις 17 του Σεπτέμβρη πήρε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ο Στέφανος Στεφανόπουλος της «Ενωσης Κέντρου». Και στις 25 του μήνα υπερψηφίστηκε από τη Βουλή με ψήφους 152 υπέρ (οι 99 της ΕΡΕ, οι 8 του «Κόμματος των Προοδευτικών», ο Γαρουφαλιάς και 41 «αποστάτες»). Κατά ψήφισαν οι 126 εναπομείναντες της «Ενωσης Κέντρου» και οι 22 της ΕΔΑ.
Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου «έζησε» μέχρι τις 20 του Δεκέμβρη 1966. Την αντικατέστησε στις 22 του μήνα η κυβέρνηση Ιωάννη Παρασκευόπουλου (προέδρου της Εθνικής Τράπεζας), που ήρθε στην κυβερνητική εξουσία μετά από συμφωνία (υπογράφτηκε μνημόνιο) Γεωργίου Παπανδρέου - Παναγιώτη Κανελλόπουλου - Ανακτόρων, με την υποστήριξη και των εκδοτών Χρήστου Λαμπράκη («ΤΑ ΝΕΑ», «ΤΟ ΒΗΜΑ») και Ελένης Βλάχου («Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»).

Η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή στις 14 του Γενάρη 1967.
Στις 30 του Μάρτη, η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου ανατράπηκε από την ΕΡΕ και στις 3 του Απρίλη 1967 ο Π. Κανελλόπουλος σχημάτισε αμιγή κυβέρνηση της ΕΡΕ, που θα οδηγούσε σε κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι εκλογές προκηρύχτηκαν για τις 28 του Μάη 1967. Δεν έγιναν, γιατί στις 21 του Απρίλη πραγματοποιήθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα και εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία (1967 - 1974).
Πώς φτάσαμε σ' αυτά τα γεγονότα;
Το 1961 είχαν διαμορφωθεί νέα δεδομένα στην εσωτερική και στη διεθνή κατάσταση. Η Ελλάδα είχε συνδεθεί με την ΕΟΚ. Παράλληλα, η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας είχε σημαδευτεί απ' το νέο κύμα των χιλιάδων μεταναστών, απ' το ολοκληρωτικό μαράζωμα μεγάλων ζωνών της υπαίθρου και τη συγκέντρωση εκατομμυρίων ανθρώπων στις μεγαλουπόλεις, όπου «άνθισε» η αντιπαροχή γης και διαμορφώθηκαν οι νέες στρατιές των προλετάριων. Την ίδια περίοδο, η φτώχεια και η ανεργία «έσπαζαν κόκαλα». «Ο Σβορώνος υπολογίζει την ανεργία σε 20% και ο Φωτόπουλος αναφέρει 24% (ήτοι 864 χιλ. άτομα) του ενεργού πληθυσμού ως άνεργους για το 1961» (Δημ. Χαραλάμπη: «Στρατός και πολιτική εξουσία», σελ. 103, εκδόσεις «ΕΞΑΝΤΑΣ»).
Βασικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης, όπως ο Κ. Καραμανλής, είχαν αντιληφθεί πως όσο η πολιτική ζωή απομακρυνόταν από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, τόσο θα ξεπερνιόνταν οι πιο ωμές αντικομμουνιστικές μέθοδοι, ως μέσα καταστολής του κινήματος. Θεωρούσαν αναγκαίο να στηριχθούν κυρίως σ' ένα ισχυρό δικομματικό σύστημα και σε εκσυγχρονισμούς «χαλάρωσης» των ωμών κατασταλτικών μέτρων, δίχως να παραιτούνται από τη χρήση και αντικομμουνιστικών μεθόδων. Εξάλλου ο ωμός αντικομμουνισμός συνεχιζόταν και εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων, όπως η ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Βερολίνο, η απόβαση των Αμερικανών πεζοναυτών στην Κούβα (κόλπος των Χοίρων), καθώς και το γενικότερο κλίμα της ψυχροπολεμικής έντασης κατά των σοσιαλιστικών κρατών.
Η διαμόρφωση του άλλου δικομματικού σκέλους πρόβαλλε ως θεμελιακός όρος για την απορρόφηση της λαϊκής αγανάκτησης και τη σταθεροποίηση της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Ας μην ξεχνάμε ότι το μαζικό λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα είχαν σημειώσει σοβαρά ανοδικά βήματα, το ίδιο και το κίνημα Παιδείας, που έμεινε στην ιστορία ως κίνημα του 15%, ενώ η ΕΔΑ βρισκόταν στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πολιτικοί κρατούμενοι είχαν απελευθερωθεί και είχαν στελεχώσει την ΕΔΑ και βασικές μαζικές οργανώσεις. Από την άλλη, η ήττα στον Εμφύλιο είχε «σπρώξει» πολλές ΕΑΜικές δυνάμεις προς το «Κέντρο», όμως οι αγωνιστικές παραδόσεις ήσαν σ' αυτές ζωντανές. Αυτό το γεγονός μπορούσε προοπτικά να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία του συστήματος, κάτω από προϋποθέσεις. Επιπρόσθετα, ήταν δυνάμεις που δεν έπεφταν θύματα του αντικομμουνισμού. Μπορούμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε ότι πολλές κυρίαρχες δυνάμεις «έπεσαν πάνω» στους ηγέτες του «Κέντρου», για να ενωθούν.
Ο Καραμανλής, πριν από το 1960, ευνοούσε τη συνένωση των δυνάμεων του «Κέντρου», που αρκετοί λόγοι είχαν συμβάλει στην πολυδιάσπασή του. Κυριότερος λόγος ήταν ότι η κρίση του αστικού κράτους και του πολιτικού του συστήματος, από τα χρόνια της Κατοχής μέχρι τον Εμφύλιο, είχε εκφραστεί πολύ πιο θεαματικά στα βενιζελικής προέλευσης κόμματα, με την πολυδιάσπαση και την απομαζικοποίησή τους. Ακόμη, με τις έντονες διαφωνίες τους ως προς την τακτική καταστολής και ενσωμάτωσης του λαϊκού κινήματος. Εκείνο τον καιρό, ο Γ. Παπανδρέου παζάρευε με τον Καραμανλή την προσχώρησή του στην ΕΡΕ και πλειοδοτούσε υπέρ της καθιέρωσης του πλειοψηφικού συστήματος. Ισως επέλεξε πραγματικά αυτή την τακτική, αν και τελικά δεν την υλοποίησε. Ισως το έκανε για να εκβιάσει τους επίδοξους να ηγηθούν του «Κέντρου» και να γίνει αυτός ο ηγέτης του. Ετσι ή αλλιώς, το σίγουρο είναι ότι ήθελε «εκλογές με τον χωροφύλακα», όπως ο ίδιος έλεγε. Τελικά, η κυβέρνηση της ΕΡΕ έφερε νομοσχέδιο, με το οποίο εισηγήθηκε την ψήφιση της ενισχυμένης αναλογικής ως εκλογικού συστήματος, ενώ προέβλεπε ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν με το πλειοψηφικό. Με το νόμο της ενισχυμένης αναλογικής, η χώρα έφτασε στις εκλογές του 1961, που διεξήχθησαν την 29 Οκτώβρη, από την υπηρεσιακή κυβέρνηση του στρατηγού Κ. Δόβα. Στο μεταξύ, 40 μέρες πριν, την 19 Σεπτέμβρη, ιδρύθηκε η «Ενωση Κέντρου». Η «Ενωση Κέντρου» πρόβαλλε στο προσκήνιο ως πιο διορατικός εκφραστής των συμφερόντων της πλουτοκρατίας σε σχέση με την ΕΡΕ. Αξιοποιώντας δημαγωγικά τις καλύτερες στιγμές του αστικού φιλελευθερισμού, αλλά μη θέτοντας σε αμφισβήτηση το συνταγματικό ρόλο του Στέμματος. Υποσχόμενη στο λαό ελευθερίες και δικαιώματα, αλλά και μένοντας σταθερή στον αντικομμουνισμό της, η «Ενωση Κέντρου» ήρθε με αξιώσεις να διακόψει την 9χρονη παραμονή της «Δεξιάς» στην κυβέρνηση, προβάλλοντας, ταυτόχρονα, όχι μόνον ως ισχυρό ανάχωμα κατά του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και με τη φιλοδοξία να το λεηλατήσει και να το βάλει στο περιθώριο...
Οι εκλογές του 1961 έχουν καταγραφεί στην Ιστορία ως εκλογές βίας και νοθείας. Τα γεγονότα απέδειξαν το όργιο που άσκησαν ο στρατός, η χωροφυλακή, τα ΤΕΑ, η ΚΥΠ και άλλοι μηχανισμοί. Οι δυο δολοφονημένοι νεολαίοι της ΕΔΑ στην προεκλογική περίοδο, ο Στέφανος Βελδεμίρης και ο στρατιώτης Διονύσης Κερπινιώτης, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα τού τι έγινε τότε... Ορισμένοι επιχειρούν ν' αποσυνδέσουν από το όργιο του 1961 τον Κ. Καραμανλή και να του αποδώσουν μόνο πολιτικές ευθύνες για τη δράση μιας σειράς μηχανισμών εν αγνοία του... Τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πριν τις εκλογές, η ΕΔΑ είχε κάνει γνωστό το «σχέδιο ΠΕΡΙΚΛΗΣ» (με βάση το οποίο έγινε η τρομοκρατική επιχείρηση νόθευσης των εκλογών), καταθέτοντας στοιχεία στη Βουλή, που η ΕΡΕ απέρριψε ως συκοφαντικά! Από την άλλη, ο Κ. Καραμανλής είχε συγκροτήσει την περιβόητη «επιτροπή των 10», γραμματέας της οποίας ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος. Ρόλος αυτής της επιτροπής ήταν η καθοδήγηση του αντικομμουνιστικού αγώνα και η εξασφάλιση της παραμονής της ΕΡΕ στην εξουσία. Το γεγονός ότι στις εκλογές του 1961 έγινε όργιο βίας και νοθείας, ποτέ δεν το παραδέχτηκαν οι ηγέτες της «Δεξιάς», ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Π. Κανελλόπουλου, που είχε τη φήμη του «μετριοπαθούς». Εγραψε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα: «Θα εκέρδιζε, βέβαια, τις εκλογές του 1961 η ΕΡΕ, αλλά θα της έλειπαν κάποια εκατοστά ψήφων. Ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ούτε κ' εγώ, είχαμε πολιτικό συμφέρον ή την ηθική προδιάθεση να ενθαρρύνουμε τις ανωμαλίες εκείνες, όσες τυχόν σημειώθηκαν. Βεβαιώνω τον αναγνώστη ότι δεν τις είχαμε καν πληροφορηθεί. Υπάρχουν όργανα του Κράτους, ειδικότερα των Σωμάτων Ασφαλείας, που, όταν ένα κόμμα βρίσκεται πολύν καιρό στην εξουσία, συνδέουν τόσο πολύ τη νοοτροπία τους με το κόμμα τούτο, ώστε συγχέουν μέσα τους μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση με την έννοια του "καθεστώτος", θεωρώντας το κόμμα που κυβερνάει πολλά χρόνια, σαν "καθεστώς", που οφείλουν να προστατεύουν. Ετσι, με την παρότρυνση και ανεξέλεγκτων, ασύδοτων κομματικών παραγόντων (ακόμη και υποψηφίων καμιά φορά βουλευτών), παραβαίνουν τους κανόνες της αμεροληψίας, που είναι καθήκον τους να τηρούν, και προβαίνουν σε πιέσεις, όπου αυτές πιάνουν» (Παναγιώτη Κανελλόπουλου: «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΟΚΙΜΙΑ», σελ. 48, ΑΘΗΝΑΙ 1975).
Το τι επρόκειτο, βεβαίως, να συμβεί σε αυτές τις εκλογές ήταν σε γνώση του Γ. Παπανδρέου. Ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής έγραψε σχετικά: «Δυστυχώς, όμως, τρεις μήνες προ των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου οι αρχηγοί της Ενωσης Κέντρου και ιδίως ο Βενιζέλος είχαν πληροφορηθεί παρ' ανωτάτων φίλων τους αξιωματικών, ότι είχε μελετηθεί και οργανωθεί λεπτομερές σχέδιο επεμβάσεως του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας προς υπερψήφιση της ΕΡΕ» (Σπ. Λιναρδάτου, ο.π., τ. Δ`, σελ. 59). Τον Γ. Παπανδρέου τον αποκάλυψε αργότερα και ο εκδότης της εφημερίδας «Ελευθερία» Πάνος Κόκκας, που έγραψε στο κύριο άρθρο της την 7 Σεπτέμβρη 1965: «Και ήτο ο αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου πλήρως ενήμερος της σχεδιαζόμενης βίας και νοθείας. Και επίστευεν ότι μέριμνα του κ. Δόβα και του επί της Εθνικής Αμύνης υπουργού του κ. Χ. Ποταμιάνου θα ήσαν τα ιδικά μας συμφέροντα και πάλιν» (ο.π., σελ. 60).
Αλλά τι συνέβη; «Ενοπλες ομάδες χτυπούσαν την πόρτα κάθε σπιτιού (τις νυχτερινές ώρες, για ψυχολογικούς λόγους) και τροποποιούσαν την προηγούμενη απειλητική προειδοποίηση ("όποιος ψηφίσει ΕΔΑ θα πάει εξορία") ως εξής: "Οποιος δεν ψηφίσει ΕΡΕ θα πάει εξορία" (Γιάννη Κάτρη: « Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα», σελ. 117, εκδόσεις «ΠΑΠΑΖΗΣΗ»). Οταν τα εκλογικά αποτελέσματα έδειξαν ότι από τη βία και τη νοθεία ωφελήθηκε κατά πρώτο λόγο η ΕΡΕ, τότε ο Παπανδρέου κήρυξε τον «ανένδοτο αγώνα» κατά της «Δεξιάς»!.. Φοβούμενος μήπως η ΕΔΑ τον μονοπωλήσει... Ετσι, ο συμμέτοχος σε σειρά αντιλαϊκών μεθοδεύσεων πήρε τη ρομφαία του ...τιμωρού και με αυτή κατάφερε το 1963 να έρθει η «Ενωση Κέντρου» πρώτο κόμμα. Επειδή όμως δε σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, οι εκλογές επαναλήφθηκαν την 16 Φεβρουαρίου 1964, από την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ι. Παρασκευόπουλου, οπότε η «Ενωση Κέντρου» σημείωσε μεγάλη νίκη, συγκεντρώνοντας το 52,72% των ψήφων... Στο προηγούμενο διάστημα εν τω μεταξύ είχε εκδηλωθεί ανοιχτά η εύνοια των Ανακτόρων προς την «Ενωση Κέντρου». Από τότε που το Παλάτι «τα έσπασε» με τον Καραμανλή, έριξε το πολιτικό βάρος του υπέρ του Γ. Παπανδρέου. Επαναλαμβανόταν, ακόμη μια φορά, η γνωστή και από το παρελθόν σύμπραξη Μοναρχίας - «Κέντρου» κατά της «Δεξιάς»... Στη συγκέντρωση από την «Ενωση Κέντρου» ενός τόσο υψηλού ποσοστού συνέβαλε και η ΕΔΑ, που δεν κατέθεσε συνδυασμούς σε 24 εκλογικές περιφέρειες, ώστε να διευκολύνει το «Κέντρο» να διώξει τη «Δεξιά»... Αυτή η επιλογή της ΕΔΑ θεωρήθηκε ως πολύ σημαντικός ελιγμός, που έβαζε πλάτη στη συσπείρωση «των δημοκρατικών δυνάμεων» και στην απομάκρυνση της «Δεξιάς» από την εξουσία, άρα άνοιγε τον δρόμο για να προχωρήσει η δημοκρατική εξέλιξη... Εχει γίνει μάλιστα και κριτική στην τότε ηγεσία του ΚΚΕ, επειδή δεν είχε κάνει πιο πριν το ίδιο, δηλαδή στις εκλογές της 3 Νοέμβρη 1963! Ενώ από ορισμένους άλλους προβλήθηκε η άποψη ότι η πριμοδότηση της «Ενωσης Κέντρου» από την ΕΔΑ δεν απέβαινε σε βάρος της, επειδή σ' αυτές τις 24 εκλογικές περιφέρειες η ΕΔΑ δεν είχε προοπτική να εκλέξει βουλευτές!.. Μπορεί, άραγε, πίσω από αυτήν την απολογητική πρόφαση, να κρυφτεί η λογική, που μπροστά στο πρόσκαιρο, δήθεν, όφελος, θυσίαζε τα πραγματικά συμφέροντα του κινήματος;
Η κρίση
Τα γεγονότα που έμειναν στην ιστορία ως «Ιουλιανά» είχαν βασικό χαρακτηριστικό τους τη μαχητική λαϊκή πάλη, με πρωταγωνιστές τους κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, αλλά ιδιαίτερα της νεολαίας. Αλλωστε και πριν την πολιτική κρίση, το λαϊκό κίνημα βρισκόταν σε άνοδο. Ορισμένα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν είναι η πορεία των 80.000 εργατών στις 6/4/1964, οι μεγάλες απεργίες, η κίνηση των 115 συνδικαλιστικών οργανώσεων κόντρα στον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, οι μαζικές μαραθώνιες πορείες ειρήνης, η δημιουργία ενός μεγάλου πολιτιστικού κινήματος στη νεολαία μέσω της Νεολαίας Λαμπράκη, καθώς και τα θετικά αποτελέσματα για την ΕΔΑ στις δημοτικές εκλογές του 1964. Η άνοδος του κινήματος είχε σημαντική συμβολή στην όξυνση των αντιθέσεων του αστικού πολιτικού κόσμου.
Τα γεγονότα της 15ης Ιούλη 1965 ήταν μια από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις ανάμεσα στα κέντρα εξουσίας στην Ελλάδα. Είχαν συντελεστεί γεγονότα που συνέβαλαν στην αλλαγή των συμμαχιών ανάμεσα στα Ανάκτορα και στα αστικά πολιτικά κόμματα. Η αλλαγή αυτή εκφράστηκε με το σπάσιμο της σχέσης Παλατιού και «Ενωσης Κέντρου» του Γ. Παπανδρέου και με τη συγκρότηση μετώπου ανάμεσα στο Παλάτι και την ΕΡΕ που ελέγχανε και το Στρατό. Σ' αυτή τη συμμαχία συμπεριλαμβάνονταν και άλλες δυνάμεις, όπως το «Κόμμα των Προοδευτικών» του Σπ. Μαρκεζίνη, η εφημερίδα του Πάνου Κόκκα «Ελευθερία», άλλα εκδοτικά συγκροτήματα, όπως Λαμπράκης, Παπαγεωργίου, Βελλίδης, αλλά και στελέχη της «Ενωσης Κέντρου».
Στην κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 1964, όπου η «Ενωση Κέντρου» συγκέντρωσε το 52,72% των ψήφων, απόλυτη πλειοψηφία λοιπόν, στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας μπήκε ο Πέτρος Γαρουφαλιάς. Ηταν πιστός στο Παλάτι, άρα ο άνθρωπος του βασιλιά στην κυβέρνηση για το Στρατό.
«Τις καλές σχέσεις με το Παλάτι ο Γ. Παπανδρέου φροντίζει να τις διατηρήσει και μετά το θάνατο του βασιλιά Παύλου. Στη δεύτερη κυβέρνησή του μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964, τοποθετεί στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας τον Πέτρο Γαρουφαλιά, σαν χειρονομία καλής θέλησης προς τα Ανάκτορα. Ο Π. Γαρουφαλιάς είναι πρόσωπο της εμπιστοσύνης των Ανακτόρων και ο Παπανδρέου με την ενέργειά του αυτή εκτιμάει και αποδέχεται το ενδιαφέρον του Παλατιού ν' ασκεί έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας» (Π. Παρασκευόπουλου: «Γ. Παπανδρέου», σελ. 126).
Στο μεταξύ στον Εβρο διαδραματίστηκε η γνωστή προβοκάτσια με πρωταγωνιστή τον Γ. Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα αρχηγό της δικτατορίας. Ο Παπαδόπουλος ήταν γιος συμπατριώτη και παλιού γνωστού του Γ. Παπανδρέου. Μόλις ο πατέρας Παπαδόπουλος είδε ότι ήταν πιθανό να τιμωρηθεί ο γιος του, πήγε στο Καστρί και παρακάλεσε τον Παπανδρέου «να σώσει το παιδί του». Ο Παπανδρέου συγκινήθηκε (!) και έδωσε εντολή να μπει η υπόθεση στο Αρχείο!..
Μετά την προβοκάτσια του Γ. Παπαδόπουλου στον Εβρο, ο Γ. Παπανδρέου αποφάσισε να αντικαταστήσει τον Πέτρο Γαρουφαλιά από υπουργό Εθνικής Αμυνας, αλλά ο Γαρουφαλιάς δεν παραιτήθηκε. «Καλούσε βουλευτές της Ενωσης Κέντρου και τους βολιδοσκοπούσε αν θα τον ενέκριναν για πρωθυπουργό. Είχε τότε σιγουρευτεί πως θα ήταν δυνατό να γίνει πρωθυπουργός και είχε πάρει τόσο θάρρος, ώστε τους καλούσε και στο ίδιο γραφείο του στο υπουργείο» (Μιχ. Παπακωνσταντίνου: «Η ταραγμένη εξαετία 1961-1967», τόμος 2ος, σελ. 152).
Ο Γ. Παπανδρέου, που θέλησε ν' αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο, βρήκε μπροστά σ' αυτή του την απόφαση τον βασιλιά Κωνσταντίνο, που αρνήθηκε αυτή την αλλαγή. Ετσι η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου παραιτήθηκε... το βράδυ της 15ης Ιούλη 1965. Ετσι στο λαό θέλησαν να δείξουν ότι αιτία της παραίτησης της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου ήταν η άρνηση του βασιλιά να είναι ο πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Αμυνας!! Και σε συνέχεια, αφού παραιτήθηκε, κάλεσε το λαό να στηρίξει τον νέο «ανένδοτο» αγώνα!..
Τι ήταν η λεγόμενη αποστασία
Το γεγονός ότι στελέχη της «Ενωσης Κέντρου» συμμάχησαν με το Παλάτι κόντρα στην κυβέρνηση Παπανδρέου, και μάλιστα ανέλαβαν και το σχηματισμό κυβέρνησης με εντολή του βασιλιά μετά την παραίτησή της, καταγράφηκε στην αστική ιστοριογραφία ως «αποστασία» και τα συγκεκριμένα στελέχη ως «αποστάτες».
Οι «αποστάτες» δίχως αμφιβολία διέπραξαν πολιτική παρασπονδία απέναντι στο κόμμα τους και στους ψηφοφόρους του. Ενέργησαν, όμως, με συνέπεια, όσον αφορά στην υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων που εξέφραζαν και που εκείνη τη στιγμή πίστευαν ότι έπρεπε να τα υπερασπίσουν με τον συγκεκριμένο τρόπο. Γι' αυτό ακριβώς ο χαρακτηρισμός «αποστάτες» δεν αποδίδει αυτό που πραγματικά ήταν. Δεν αποστάτησαν από την τάξη τους. Επίσης φορτίστηκε συναισθηματικά και παράλληλα συσκοτίστηκε έντεχνα η ουσία της πράξης τους, για να κρυφτεί ο βαθιά ταξικός χαρακτήρας της «Ενωσης Κέντρου» και για να εξυπηρετηθεί η πολιτική της. Με αυτό τον τρόπο η «Ενωση Κέντρου» αποπροσανατόλιζε το λαό.
Οι λεγόμενοι αποστάτες είπαν ότι συγκρούστηκαν με τον Γ. Παπανδρέου και στήριξαν τις κεντροδεξιές με τη βούληση του Παλατιού κυβερνήσεις, επειδή ήθελαν να αποτρέψουν ανώμαλες εξελίξεις. Υποστήριξαν ότι η σύγκρουση του Παπανδρέου με το Παλάτι οδηγούσε σε τέτοιες εξελίξεις. Αλλά η ουσία δεν ήταν αυτή.
Το κύριο που τους απασχολούσε ήταν ο λαϊκός παράγοντας και οι όποιοι πιθανοί κίνδυνοι από την παρέμβαση, λόγω της σύγκρουσης των κέντρων εξουσίας, Παλατιού και κυβέρνησης. Και ήθελαν να εμποδίσουν την πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Φαίνεται όμως ότι και η διεθνής κατάσταση «ωθούσε» σε πιο σκληρές αντιλαϊκές εξελίξεις. Το Κυπριακό ήδη βρισκόταν σε εξέλιξη, ενώ στη Μ. Ανατολή το Ισραήλ και οι ΗΠΑ ετοίμαζαν τον πόλεμο των 6 ημερών κατά της Αιγύπτου. Αυτές οι εξελίξεις διαγράφτηκαν κατά την περίοδο της χούντας του Απρίλη του 1967. Και πράγματι, το ντόπιο κατεστημένο, ή ένα τμήμα του, μαζί με τους Αμερικανούς προετοίμαζαν τις μετέπειτα εξελίξεις. Τους χρειαζόταν μια ανάλογη πολιτική κρίση.
Στο τότε αστικό πολιτικό σύστημα οι βαθύτερες αιτίες
Η κρίση του 1965 έδειξε ότι η πορεία του καπιταλισμού στην Ελλάδα απαιτούσε εκσυγχρονισμούς στο πολιτικό σύστημα, το οποίο ουσιαστικά έμενε ανέπαφο από την εποχή της λήξης του εμφυλίου πολέμου. Η άρχουσα τάξη είχε εφαρμόσει τέτοια πολιτική ωμής καταστολής όλ' αυτά τα χρόνια για να τσακίσει το λαϊκό κίνημα της περιόδου 1941-1949 και είχε δημιουργήσει τέτοιο ιδεολογικό οπλοστάσιο και μηχανισμούς, που το αστικό πολιτικό σύστημα στα 1965 δεν ήταν ακόμη σε θέση να δεχτεί και να αφομοιώσει ομαλά και δίχως κινδύνους, από το λαϊκό κίνημα, εκείνους τους εκσυγχρονισμούς που απαιτούσε η ίδια η καπιταλιστική εξέλιξη! Δεν ήταν μόνο το Παλάτι ως κέντρο εξουσίας που αντιδρούσε και στο παραμικρό που μπορούσε να περιορίσει την εξουσία του. Ηταν και η ΕΡΕ, αλλά, όπως αποδείχτηκε, ήταν και η «Ενωση Κέντρου» ανέτοιμη να δεχτεί και να εφαρμόσει το «καινούριο», που εξάλλου αποτελούσε και λαϊκή απαίτηση.
Σχετικά με τα γεγονότα, υπάρχει και παρασκήνιο που αποκαλύπτει ότι ο Γ. Παπανδρέου επιδίωκε συμβιβασμό με τα Ανάκτορα. «Ο Γ. Παπανδρέου, την επομένη, τηλεφώνησε στον Στ. Στεφανόπουλο και του είπε επί λέξει: "Στέφανε, σου φέρνουν να υπογράψεις και συ μια επιστολή προς εμένα. Σου δίνω το λόγο της τιμής μου: Το βράδυ πηγαίνω στα Ανάκτορα να τα φτιάξω με τον βασιλιά"» (Γ. Λεονταρίτη: «Ανάμεσα στα δύο άκρα», σελ. 408).
Εχει υποστηριχτεί πως ο Γ. Παπανδρέου πιέστηκε από τον Ανδρέα να κρατήσει στάση ανυποχώρητη στο θέμα Γαρουφαλιά. Αυτό είναι πολύ πιθανό να συνέβη. Ο Α. Παπανδρέου πρόβαλε από τότε λίγο πιο προωθημένα συνθήματα σε σχέση με τη γραμμή της «Ενωσης Κέντρου».
Το πιο πιθανό, ωστόσο, είναι ότι ο Γ. Παπανδρέου βρέθηκε μέσα στην εξής αντίφαση: Οι εξελίξεις έθεταν ζήτημα αποφασιστικής αντιπαράθεσης με τα Ανάκτορα. Ο ίδιος από την άλλη ούτε που διανοείτο τέτοιο πράγμα. Ηρθε σε σύγκρουση με το Παλάτι, αλλά ταυτόχρονα φοβόταν τη δυναμική που μπορούσε να πάρει το λαϊκό κίνημα. Οντας μέσα σε αυτή την αντίφαση, έκανε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω.
Τα πράγματα, δηλαδή, είχαν έρθει έτσι που το ζήτημα του «ποιος κυβερνά» (η κυβέρνηση ή το παλάτι) ετίθετο επί τάπητος. Κι ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορούσε να λυθεί με τον περιορισμό του βασιλιά σε επουσιώδη ρόλο. Ούτε με την ιστορία του Παλατιού, ούτε με τη βούληση και τις επιδιώξεις των πιο συντηρητικών δυνάμεων ταίριαζε αυτός ο ρόλος.
Βεβαίως, από τις μετέπειτα εξελίξεις φαίνεται καθαρά ότι ο Γ. Παπανδρέου έκανε ό,τι ήταν δυνατό να μην υπάρξουν συνθήκες κλονισμού του καθεστώτος, χρησιμοποιώντας και το λαϊκό κίνημα. Ο Μ. Παπακωνσταντίνου («Η Ταραγμένη εξαετία», εκδόσεις «Προσκήνιο», τόμος Β΄ σελ. 180-181) επιβεβαιώνει ότι ενισχύθηκαν τα λαϊκά ερείσματα του Κέντρου μετά την αποπομπή του από την κυβέρνηση. Ετσι ο Γ. Παπανδρέου το Δεκέμβρη του 1966 συμφώνησε με το Παλάτι και την ΕΡΕ του Π. Κανελλόπουλου να στηρίξουν από κοινού τη συντηρητική κυβέρνηση Παρασκευόπουλου. Το κατεστημένο στην Ελλάδα και οι ξένοι σύμμαχοί του είχαν ήδη αυτό που ήθελαν για να προχωρήσουν στην εφαρμογή των σχεδίων τους. Η ΕΔΑ δεν μπορούσε να τους εμποδίσει, το ΚΚΕ ήταν παράνομο. Ετσι οι εξελίξεις οδήγησαν στο στρατιωτικοφασιστικό πραξικόπημα και τη δικτατορία του Απρίλη 1967.