Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Πετρέλαιο και στομάχια...

Πετρέλαιο και στομάχια... 

Σαπίζω αργά και σταθερά μέσα στο ψυγείο. Αμα δεν αντέξω κι η ζουμερή μου σάρκα τζουφιάσει κι ο ήλιος της επιδερμίδας μου σκοτεινιάσει και μοιάσει με την όψη της αμμουδιάς μετά από καλοκαιρινή καταιγίδα, που πλημμυρίζει τα πάντα με αποκαΐδια των περσινών πυρκαγιών, πού θα με θάψετε; Βάλτε με όπου να 'ναι στο κάτω κάτω της γραφής. Είμαι καρπός μιας χώρας χωματερής ψυχών, ανθρώπων νέων και ανέργων, γέρων που κάθε μέρα προσεύχονται, στη δική τους μονή της ανημπόριας, να πεθάνουν όρθιοι. Μπαμ και κάτω. Για να μην ξεφτιλιστεί κάθε περηφάνια και κάθε κόπος ζωής στο παρακαλετό για ένα φάρμακο, μια επέμβαση, μια αποκατάσταση κινητικότητας μετά από εγκεφαλικό.
Ξέρω πως δε θα με κλάψει κανείς κι ο Ελγά - όχι δεν είναι όνομα μετανάστη εργάτη, είναι το γραφείο κηδειών των καρπών των εύγευστων και χρήσιμων για τη ζωή και την υγεία σαν κι εμένα - θα πληρώσει, αν πληρώσει, την κηδεία μου μετά από χρόνια, παραμονές των όποιων εκλογών.

Δε θέλω να αδικήσω κανέναν. Ούτε δικό ούτε ξένο. Θα με κλάψουν κρυφά κάτι ιδρωμένοι και λιπόσαρκοι Πακιστανοί εργάτες γης. Αυτοί που με πότισαν, με λίπαναν, με διάλεξαν και χάιδεψαν το χνούδι μου την ώρα της συσκευασίας. Είναι αυτοί που με καμαρώνουν ως παραγωγή, αλλά σπανίως με γεύονται, συνήθως όταν πρόκειται να θεωρηθώ ακατάλληλο προς πώληση και βρώση είδος.
Το αφεντικό βαράει τις πόρτες των ψυγείων κάμποσες μέρες τώρα και ρίχνει μπινελίκια και βρισιές. Λέει πως κάποια πόρνη, που τη λένε Εψιλον Εψιλον, φταίει και ένας μάγκας κομμουνιστής, πρώην, που είχε το θάρρος να γίνει ιμπεριάλας και αυτοκράτορας, καλύτερος απ' τα Αμερικανάκια, που τσακώνονται για ένα χωράφι. Το εμπάργκο, λέει, φταίει κι ανοίγει την πόρτα, μ' αρπάει, με δαγκώνει, με μυρίζει κι ύστερα με πετάει μακριά με τόση οργή που μπορεί να έφτανα ως την πόρτα της εφορίας...

Εμείς εδώ, μες στο ψυγείο, όπου παζαρεύεται κι η τιμή και η έτσι κι αλλιώς ευαίσθητη και κοντής διάρκειας σκοπιμότητα της ύπαρξής μας, με όσες βιταμίνες και φρεσκάδα μάς έχει απομείνει, προ συσκευασίας πάντα, θέμε να ξεσηκωθούμε. Να πάμε εκεί που μας δοξάζουν. Σε στόματα πεινασμένων και κουρασμένων ανθρώπων που τρέφονται δύσκολα, χάλια ή και καθόλου υγιεινά. Εκεί που μας θεωρούν πολυτέλεια του καλοκαιριού, ευλογία τόπου και θεού κι όχι μπαλάκια πολέμου οικονομικού. Να γίνουμε γεύση και ζωή, να στάξει το ζουμί μας σε μάγουλα κοριτσιών και αξύριστα πηγούνια αντρών σαν ωραίο δεκατιανό σε μέρες σκληρής δουλειάς.

Είμαι ένα ροδάκινο σε παγερή σήψη, εν αναμονή άχρηστου κι αντιπαραγωγικού θανάτου. Ενας πολτός ανταγωνιστικών συμφερόντων με ξαναγυρίζει στη γη, ελπίζοντας πως δε θα πληρώσει πρόστιμο για την παράνομη χωματερή κι ίσως μια ...μαύρη αγορά να αποζημιώσει την καταστροφή.
Παγώνω και ζηλεύω. Εκείνα τα ροδάκινα που έφτιαχνε ο γεροαγρότης στις Σέρρες. Αρρώστησε, κατάπεσε φέτος, δεν είχε κουράγιο να τα μαζέψει. Ο χειμώνας ήταν δύσκολος κι η σύνταξη η αγροτική αργεί. Φώναξε το φίλο του, τον γκαραζιέρη που βάζει μπενζίνα στ' αμάξια και τον παρακάλεσε. «Θα σαπίσουν τα ροδάκινα και δεν τ' αντέχω. Πάρ' τα και δίνε τα σ' όποιον έρχεται σε σένα. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο διανομής που να μην κοστίζει σε κανέναν μας και να μην πάνε κι οι κόποι χαμένοι». «Με κάθε γέμισμα, πέντε κιλά ροδάκινα δωρεάν». Η χειρόγραφη ταμπέλα υπάρχει ακόμη. Εκείνα τα ροδάκινα τέλειωσαν εν δόξη και τιμή στα στομάχια των ανθρώπων. Εμείς στιγματιζόμαστε σε καταλόγους και ψυγεία ψυχροπολεμικής, τάχα μου, δήθεν ελεύθερης αγοράς και το ψυγείο αναμονής ήδη μυρίζει πετρέλαιο και τα στομάχια πείνα...

Της
Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: