Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Αγροτική παραγωγή για το λαό και όχι για το κέρδος του καπιταλιστή

Στις αρχές Δεκέμβρη, δημοσιοποιήθηκε μια έρευνα της Εθνικής Τράπεζας με τίτλο «ΕΤΕ: Κρυμμένος θησαυρός 12,2 δισ. στην ελληνική γεωργία», όπου παρουσιάζει τον αγροτικό τομέα, με συμμετοχή 2,9% στο ΑΕΠ (έναντι 1,2% κ.τ.μ.ο στην Ευρώπη) και 14% στην απασχόληση (έναντι 5% κ.τ.μ.ο στην Ευρώπη), να έχει περιθώρια καπιταλιστικής ανάπτυξης στον κλάδο των Τροφίμων.

Φυσικά, τα τρόφιμα δεν μπορεί να τα στερηθεί ο άνθρωπος, γιατί αποτελούν όρο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Γνωρίζοντας οι καπιταλιστές αυτήν την ανάγκη, αντιμετωπίζουν το τρόφιμο ως εμπόρευμα που αποφέρει κέρδος. Σ' αυτήν τη βάση αναλύουν τα περιθώρια ανάπτυξης στην καπιταλιστική αγορά, και όχι ως το αγαθό για την ικανοποίηση της διατροφικής ανάγκης του ανθρώπου.

Ετσι, διαπιστώνουν ότι «την τελευταία 25ετία, η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται με ρυθμό 9% ετησίως, με την Ευρώπη να παραμένει κυρίαρχη στη διεθνή αγορά τροφίμων (καλύπτοντας το 40% των εξαγωγών παγκοσμίως)». Ωστόσο, επισημαίνουν στην Ελλάδα η αγροτική παραγωγή αυξήθηκε λιγότερο από 1% ετησίως την τελευταία 25ετία (μόλις 0,3% ετησίως, αν αφαιρέσουμε τις επιδοτήσεις), με αποτέλεσμα πλέον να καλύπτει το 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής, από 0,8% το 1993.

Ταυτόχρονα, τονίζουν ότι ο βαθμός τυποποίησης στην Ελλάδα παραμένει χαμηλός και ο αγροτικός κλάδος εμφανίζει εμπορικό έλλειμμα της τάξης του 1,2 δισ. ευρώ το 2014 (ή 2,3 δισ. ευρώ αν ληφθούν υπόψη και οι καθαρές εισαγωγές αγροτικών εφοδίων όπως σπόροι, λιπάσματα, ζωοτροφές), ενώ η ΕΕ συνολικά εμφανίζει εμπορικό πλεόνασμα της τάξης των 9 δισ. ευρώ.

Αποσιωπά η ανάλυση ότι οι επιδοτήσεις της ΚΑΠ της ΕΕ δεν είχαν στόχο να λύσουν τέτοια ζητήματα. Για παράδειγμα, αύξηση της παραγωγής δεν μπορούσε να γίνει, αφού στα περισσότερα προϊόντα υπήρχαν ποσοστώσεις, δηλαδή περιορισμοί στην ποσότητα, ακόμα και σε επίπεδο κάτω από τις εγχώριες ανάγκες του λαού.


'Η ακόμα, σχεδόν το 90% των αναγκών σε σπόρους καλύπτεται από εισαγωγές και απαγορεύεται η κρατική σποροπαραγωγή, εξασφαλίζοντας έτσι αγορές και κέρδη για τα μονοπώλια. Επίσης, πουθενά δεν αναφέρεται ότι στην 25ετία που εξετάζει η έρευνα, έκλεισαν τα 4 από τα 5 εργοστάσια λιπασμάτων, λόγω νομοθεσίας - κανονισμών της ΚΑΠ της ΕΕ κ.ο.κ.

Κρύβεται ακόμα ότι σε αυτήν την 25ετία, δόθηκαν επιδοτήσεις για καταστροφή παραγωγής και υποδομών (θάψιμο εσπεριδοειδών, γκρέμισμα λειτουργικών εργοστασίων ζάχαρης, καύση αλιευτικών σκαφών κ.ά.). Δηλαδή, καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, αυτά τα μέτρα βοηθούσαν στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής, που ωστόσο δεν «περπάτησε» το ίδιο για όλα τα προϊόντα (κυρίως εξαγώγιμα) και με την ταχύτητα που θέλουν και προγραμματίζουν οι ΕΕ και οι επιχειρηματικοί όμιλοι.

Παράγοντες που συνέβαλαν σ' αυτό είναι το υψηλό ποσοστό μικρής και κατακερματισμένης αγροτικής εκμετάλλευσης, που επιδρά στο να είναι υψηλό το κόστος ανά μονάδα προϊόντος, οι αγροτικές κινητοποιήσεις και αντιστάσεις κ.ά.
Ο ρόλος της νέας ΚΑΠ της ΕΕ
 
Ωστόσο, το διαρθρωτικό αυτό πρόβλημα αναλαμβάνει να λύσει η ΚΑΠ 2014 - 2020 με τους νέους κανόνες κατανομής των κοινοτικών επιδοτήσεων, ευνοώντας ακόμα πιο πολύ τους μεγαλοϊδιοκτήτες γης να λαμβάνουν ακόμα περισσότερες επιδοτήσεις, να γίνουν ακόμα μεγαλύτεροι και ταυτόχρονα, δυσκολεύοντας μαζικά στην επιβίωση τους μικρομεσαίους, ώστε γρήγορα να οδηγηθούν στην καταστροφή και να καρπωθούν το μερίδιό τους οι μεγαλοαγρότες.

Ετσι, με την παραπέρα μεγέθυνση και αξιοποίηση της τεχνολογίας, που απαιτεί το κεφάλαιο, η μεγάλη καπιταλιστική εκμετάλλευση μειώνει το κόστος παραγωγής, ανεβάζει την παραγωγικότητα και συνεπώς και το ποσοστό κέρδους για τον καπιταλιστή.

Αυτό εννοούν ΣΕΒ, ΕΤΕ, συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και τα άλλα αστικά κόμματα όταν μιλούν για «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας», «ανάκαμψη από την κρίση», και «εξαγωγικό προσανατολισμό», για να αυγαταίνουν τα καπιταλιστικά κέρδη. Ενδιαφέρονται για τρόφιμα με χαμηλό κόστος παραγωγής και εξαγωγές και καθόλου δεν τους νοιάζει αν υπάρχει επάρκεια σε τρόφιμα, εξάλειψη της πείνας και του υποσιτισμού στο λαό.

Αντίθετα, ενδιαφέρονται για μείωση του εργασιακού κόστους με μισθούς πείνας, φοροαπαλλαγές και συρρίκνωση των εργοδοτικών εισφορών, για να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο το κέρδος τους. Αυτή είναι η εκμετάλλευση στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, που γίνεται στυγνότερη.

Μάλιστα, η έρευνα της ΕΤΕ, αφού παρουσιάζει τα ελληνικά τρόφιμα που αποφέρουν κέρδος και ξεχωρίζουν στη διεθνή αγορά (ελιές, γιαούρτι, μέλι, μήλα, μανταρίνια, λάδι, ροδάκινα, βαμβάκι, πορτοκάλια κ.ά.) συμβουλεύει ότι η «ισχυρή αλυσίδα αξίας στον κλάδο τροφίμων» μπορεί να γίνει με την «αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχει η αναμορφωμένη ΚΑΠ για μια πιο επαγγελματική προσέγγιση της αγροτικής παραγωγής μέσω (i) χαμηλότερης εξάρτησης στις επιδοτήσεις και υψηλότερης έμφασης στην αναβάθμιση της παραγωγικής διαδικασίας, (ii) ενίσχυσης της σύνδεσης πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με την αγροτική επιχειρηματικότητα και χρηματοδότησης ερευνών (...), την επιχειρηματική λειτουργία των αγροτικών συνεταιρισμών (...) την προώθηση προϊόντων ΠΟΠ (σ.σ. προϊόντα ονομασίας προέλευσης) καθώς και την ανάπτυξη συνεργιών με κλάδους όπως ο τουρισμός για το αποτελεσματικό branding των ελληνικών προϊόντων».

Με λίγα λόγια, πουθενά δεν υπάρχουν οι ανάγκες του λαού και η κάλυψή τους σε τρόφιμα, αλλά μόνο η μεγιστοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους. Γι' αυτό και προκύπτουν ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Για παράδειγμα, ενώ έχουμε αφθονία προϊόντων, άνθρωποι ψάχνουν σε κάδους ή στοιβάζονται σε συσσίτια και πληθαίνουν τα νηστικά παιδιά στα σχολεία.

Σύνδεση με τα Πανεπιστήμια
Η αστική τάξη, λοιπόν, και τα κόμματά της, συμπεριλαμβάνουν και την παραγωγή τροφίμων στους δυναμικούς τομείς της οικονομίας, για να στηριχτεί η καπιταλιστική ανάκαμψη.
Σ' αυτήν την κατεύθυνση, κινείται και η κυβέρνηση, με το Φορολογικό που εξοντώνει την αγροτιά για να μείνουν οι μεγάλοι με συγκεντρωμένη παραγωγή, το αγροτικό πρόγραμμα ανάπτυξης που ενισχύει με επιδοτήσεις (τσάμπα χρήμα) τον μεταποιητή και μεγαλοαγρότη, τη λειτουργία συνεταιρισμών ως καπιταλιστικών επιχειρήσεων ΑΕ, όπου ουσιαστικά θα έχουν πεταχτεί οι μικρομεσαίοι και οι υποδομές που έγιναν και με τις δικές τους εισφορές θα περάσουν στην υπηρεσία των μεγαλοαγροτών, εμπόρων, βιομηχάνων κ.ο.κ.
Μάλιστα, η σύνδεση με τα πανεπιστήμια φαίνεται να έχει προχωρήσει. Σε πρόσφατη εκδήλωση της ΚΝΕ στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο (10/12/2015) με θέμα: «Οι επιπτώσεις του 3ου μνημονίου στην αγροτική παραγωγή», οι φοιτητές έθεσαν στον προβληματισμό τους και το πρόγραμμα σπουδών, το οποίο ενισχύθηκε με τον τομέα «τρόφιμα».
Φυσικά, το γνωστικό αντικείμενο των τροφίμων υπήρχε και έπρεπε να ενισχυθεί, για την εξασφάλιση όμως ποιοτικών και φτηνών τροφίμων για το λαό και όχι για το κέρδος των επιχειρηματικών ομίλων. Εξάλλου, όπως ειπώθηκε, στην ίδια ρότα είναι και άλλα ζητήματα που προκύπτουν στα μαθήματα, όπως:
  • Εκθειασμός της ΚΑΠ και της εξέλιξής της μέχρι σήμερα, αποσιωπώντας την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και την ενίσχυση της συγκέντρωσης.
  • Πώς θα συμβάλουν οι γεωπόνοι σε αλλαγές στους αγροτικούς συνεταιρισμούς ΑΕ (δηλαδή σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις) και η σύνδεσή τους με την αγορά.
  • Για τις ομάδες παραγωγών και τη συγκέντρωση της παραγωγής.
  • Πώς θα συμβάλλουν στην «πράσινη ανάπτυξη», για ΠΟΠ προϊόντα στην αγορά, κ.ά. όχι όμως για την επιβίωση της μικρομεσαίας αγροτιάς, μέσα από ανώτερες μορφές οργάνωσης και παραγωγής, που θα εξασφαλίζουν δημόσια και δωρεάν επιστημονική στήριξη για βελτίωση της παραγωγικότητας, φτηνά και καλά τρόφιμα και εισόδημα για αξιοπρεπή ζωή.
Επίκαιρη και αναγκαία η πρόταση του ΚΚΕ
Να γιατί η θέση του ΚΚΕ για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα είναι επίκαιρη και αναγκαία, καθώς ο πρωτογενής τομέας είναι καθοριστικής σημασίας για την παραγωγή τροφίμων, για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του ανθρώπου και της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, αλλά και ως πρώτη ύλη στη μεταποίηση.

Η οργάνωση με βάση τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό, την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής (βιομηχανίες, Ενέργεια, Τηλεπικοινωνίες, ΜΜΕ, υποδομές κ.λπ.) και της γης, διευκολύνουν τον σχεδιασμό με επιστημονικό τρόπο και προγραμματισμένα της αξιοποίησης της γης, για ανάπτυξη διαφορετικών κλάδων (φυτική, ζωική, αλιεία), την παραγωγή φτηνών, καλών τροφίμων, βελτιώνοντας έτσι την παραγωγικότητα.

Θα είναι επίσης δυνατός ο σχεδιασμός για το πόσοι επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων χρειάζονται, πόσοι θα πρέπει να εισάγονται στα πανεπιστήμια, πόσοι εργάτες και υπάλληλοι θα απασχολούνται - όλοι με μόνιμη και σταθερή δουλειά - στη μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων, τι εξαγωγές θα κάνει το κράτος, όταν καταφέρει να καλύψει τις ανάγκες του λαού.

Σ' αυτό το πλαίσιο, ο αγροτοπαραγωγός, ο γεωπόνος, ο οικονομολόγος κ.ά. θα έχουν εξασφαλισμένη δουλειά σε μία μεγάλη μηχανοποιημένη κρατική αγροτική παραγωγή, άμεσα συνδεδεμένη με τη βιομηχανία, ή θα εντάσσεται ο παραγωγός εθελοντικά στον παραγωγικό αγροτικό συνεταιρισμό, που θα υποστηρίζεται από το κρατικό εμπόριο. Μόνο αυτή η οικονομία και κοινωνία μπορεί να αποτελέσει απάντηση στη βίαιη καταστροφή και ανεργία που τους επιφυλάσσει η αγριότητα του καπιταλισμού.

Δεδομένων των αγροτικών κινητοποιήσεων που είναι σε εξέλιξη, οι ίδιοι οι μικρομεσαίοι αγρότες θα πρέπει να στοχεύουν στην επιβίωσή τους, αλλά και να δίνουν προοπτική στον αγώνα τους, για να πάψουν να φυτοζωούν. Και αυτό μπορεί να γίνει με αλλαγή τάξης στην εξουσία, με λαϊκή εξουσία.

Γι' αυτό χρειάζεται να δυναμώσουν την κοινωνική συμμαχία με εργάτες, υπάλληλους, αυτοαπασχολούμενους, μαχητική νεολαία, κινήματα γυναικών, συνταξιούχων και τα πυρά τους να στρέφονται ενάντια στον κοινό εχθρό, που στυγνά τους εκμεταλλεύεται, το καπιταλιστικό σύστημα και τα κόμματα που το υπηρετούν, μέχρι να τους γκρεμίσουν.

Της
Διαμάντως ΜΑΝΩΛΑΚΟΥ *
 
* Η Διαμάντω Μανωλάκου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και μέλος του Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής της ΚΕ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: