του Χάρη Ραζάκου *
Όταν
αναφερόμαστε στο νομικό και πολιτικό πλαίσιο μιας χρονικής περιόδου,
έχουμε συνήθως στο επίκεντρο του σκεπτικού μας ότι μιλάμε για ένα
σύμπλεγμα στοιχείων τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται και διαμορφώνουν
τελικά ένα ενιαίο σύνολο. Αναφερόμαστε στα στοιχεία εκείνα που «ντύνουν»
νομικά, πολιτικά, ιδεολογικά κλπ. τον εκάστοτε τρόπο παραγωγής μέσα
στην πορεία της Ιστορίας και –κατ’ επέκταση– στην πορεία σύγκρουσης και
εναλλαγής των συστημάτων.
Στο
πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, πρόκειται για όλους εκείνους
τους μηχανισμούς που θωρακίζουν την εξουσία της αστικής τάξης έναντι της
εργατικής και των άλλων καταπιεζόμενων λαϊκών στρωμάτων.
Για το ζήτημα του κράτους, ο Ένγκελς επισημαίνει: «Επειδή
το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές
αντιθέσεις, και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση αυτών των
τάξεων, είναι κατά κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης
τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη,
και έτσι αποχτά νέα μέσα για την κατάπνιξη και την εκμετάλλευση της
καταπιεζόμενης τάξης» (1).
Πρόκειται για «έναν ορισμένο μηχανισμό εξαναγκασμού», μια «μηχανή για να στηρίζει την κυριαρχία της μιας τάξης πάνω στην άλλη»2, στην περίπτωση του καπιταλιστικού κράτους «μια μηχανή που βοηθάει τους καπιταλιστές να υποτάσσουν τη φτωχή αγροτιά και την εργατική τάξη»3.
Μιλώντας
για το ελληνικό αστικό κράτος, μετά από τον ταξικό εμφύλιο πόλεμο, θα
σταθούμε στα βασικά χαρακτηριστικά της οργάνωσής του: Το νομικό πλαίσιο,
τη λειτουργία των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών του, τις ιδεολογικές
αναφορές του. Η «σωστή» λειτουργία των παραπάνω μηχανισμών και θεσμών,
σε απόλυτη αλληλοσυμπλήρωση μεταξύ τους, ήταν –και τότε, όπως και πάντα
στο αστικό κράτος– απολύτως αναγκαία για τη θωράκιση της αστικής
εξουσίας μετά από την «ταραγμένη» γι’ αυτή δεκαετία του 1940-’50, όπου
απειλήθηκε άμεσα.
Αυτή
η –αναγκαία– «σωστή» λειτουργία πέρασε από διάφορες φάσεις. Άλλοτε
είναι αναγκαία η σκλήρυνση των νομοθετικών-δικαστικών μέτρων κατά των
μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος και άλλων αγωνιστών (Έκτακτα
Στρατοδικεία, φυλακίσεις - εκτοπίσεις - εκτελέσεις) και η αύξηση των
μέσων καταστολής των εργατικών-λαϊκών αγώνων, και άλλοτε προτάσσεται η
μερική ελάφρυνσή τους. Άλλοτε, η στερέωση της εξουσίας των καπιταλιστών
συνεπάγεται την ενίσχυση του ρόλου του θεσμού της βασιλείας, και άλλοτε
την ενίσχυση του κοινοβουλευτισμού, ενώ και στο πλαίσιο της «αστικής
κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» άλλες φορές κρίνονται αναγκαίες «δεξιές»
λύσεις, ενώ άλλες φορές αυτές υποχωρούν μπροστά σε κάποιο λεγόμενο
«κεντρώο» μίγμα πολιτικής. Ωστόσο, είτε με το μαστίγιο είτε με το
καρότο, η κεντρική κατεύθυνση του αστικού κράτους παραμένει ίδια. Όπως
τονίζει ο Λένιν: «Η μορφή κυριαρχίας του [καπιταλιστικού] κράτους
μπορεί να είναι διαφορετική: Το κεφάλαιο με τον έναν τρόπο εκδηλώνει τη
δύναμή του εκεί όπου υπάρχει μια μορφή και με άλλον εκεί όπου υπάρχει
άλλη, στην ουσία όμως η εξουσία παραμένει στα χέρια του κεφαλαίου» (4).



