Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Για την πορεία του Τουριστικού κλάδου

του Χρήστου Αγγελόπουλου *

O κλάδος του τουρισμού συμπεριλαμβάνεται μαζί με τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων, την ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες στους κλάδους στους οποίους τα αστικά επιτελεία στηρίζουν τις προσδοκίες τους για ανάκαμψη της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτή η επιλογή είναι δικαιολογημένη, αφού πρόκειται για έναν κλάδο με σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα για την ελληνική αστική τάξη.

Οι προσδοκίες που έχει η αστική τάξη και το κράτος της από την πορεία του τουριστικού κλάδου ενισχύεται και από ένα άλλο γεγονός: Η ανάπτυξη αυτού του κλάδου αλληλοσυνδεόταν πάντα με την ανάπτυξη άλλων κλάδων στη μεταποίηση, στις κατασκευές και στο εμπόριο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις ανήκουν ή συνδέονται με ισχυρούς ομίλους που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα και στους κλάδους της ναυτιλίας, των κατασκευών, της ενέργειας, της μεταποιητικής βιομηχανίας, της εμπορίας τροφίμων, των πετρελαιοειδών, των μεταφορών, καθώς και στο χρηματοπιστωτικό τομέα. 

Οι εξελίξεις στον κλάδο του τουρισμού είναι άμεσα συνδεδεμένες με παράγοντες όπως η εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και διεθνώς, οι διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στη Μεσόγειο, η παρέμβαση του αστικού κράτους. 

Η καπιταλιστική κρίση επιτάχυνε την ανάπτυξη τάσεων που έτσι κι αλλιώς υπήρχαν στον κλάδο, ενώ διευκόλυνε τα αστικά επιτελεία να προωθήσουν πιο γρήγορα τις επιδιώξεις τους. Σειρά νόμων που ψηφίστηκαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις και αποφάσεων της ΕΕ ενίσχυσαν την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, ισχυροποίησης των μονοπωλιακών ομίλων στον τουρισμό. Οι καπιταλιστές του κλάδου αξιοποίησαν και αξιοποιούν στο έπακρο αυτό το νομικό και θεσμικό πλαίσιο, για ν’ αυξήσουν το βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζομένων κι επομένως την κερδοφορία τους.

Η κρίση συνέβαλε επίσης στην όξυνση της ανισομετρίας στον κλάδο. Για παράδειγμα, την περίοδο της οικονομικής κρίσης αυξήθηκε ακόμα περισσότερο η συγκέντρωση των ξενοδοχειακών κλινών σε λίγες περιοχές, και συγκεκριμένα στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα, όπου το 2012 συγκεντρώνονταν το 66% των ξενοδοχειακών κλινών της χώρας. {1} Σ’ αυτές τις περιοχές διατηρήθηκαν θετικοί ρυθμοί τουριστικής ανάπτυξης, ακόμα και μέσα στην κρίση, σε αντίθεση με αρκετές άλλες περιοχές που υπήρξε κάμψη (π.χ. Πελοπόννησος, Ήπειρος, Θεσσαλία). 

Αυτή η ανισομετρία χαρακτηρίζει φυσικά κάθε κλάδο στον καπιταλισμό και είναι απόρροια της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της επακόλουθης κυριαρχίας του κέρδους ως κριτηρίου παραγωγής. Στο συγκεκριμένο κλάδο όμως η ανισομετρία εκδηλώνεται και στις σημαντικές διαφορές στο βαθμό ανάπτυξης μιας σειράς τουριστικών υποδομών, καθώς και στην επίδραση αυτής της ανάπτυξης στο περιβάλλον, στους φυσικούς πόρους κάθε περιοχής. {2} Με λίγα λόγια, η άναρχη καπιταλιστική ανάπτυξη στον τομέα του τουρισμού συνδέεται άμεσα με τις μεγάλες ανισομετρίες στην ανάπτυξη ολόκληρων κλάδων, περιοχών, αστικών κέντρων και παραλιακών ζωνών. 

Στο πλαίσιο των παραπάνω, γίνεται εύκολα κατανοητός ο πρωταγωνιστικός ρόλος των Περιφερειακών και Δημοτικών Διοικήσεων στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων, καθώς και στο «μοίρασμα της πίτας», στη σύνταξη δηλαδή επενδυτικών σχεδίων στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ για την προώθηση τουριστικών επιχειρηματικών δράσεων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι σε πολλές περιοχές στις οποίες επικεντρώνεται το ενδιαφέρον τουριστικών επενδύσεων οι επιχειρηματικοί όμιλοι βάζουν στην άκρη το πολιτικό τους προσωπικό κι επιδιώκουν να διεκδικήσουν οι ίδιοι τις διοικήσεις των σχετικών δήμων. 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επίδραση των εξελίξεων στον τουρισμό στο δικαίωμα των εργαζομένων για φθηνές διακοπές. Ενώ υπάρχουν οι υλικές δυνατότητες για πλήρη και πολύμορφη ικανοποίηση αυτών των αναγκών των εργαζομένων, το δικαίωμά τους στις διακοπές ως μέσο προστασίας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης συνθλίβεται από το κίνητρο της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Η παραπάνω κατάσταση δεν ανατρέπεται από ορισμένα προγράμματα Κοινωνικού Τουρισμού, τα οποία απευθύνονται μάλιστα σήμερα σε πολύ μικρότερο αριθμό εργαζομένων συγκριτικά με παλιότερα. 

Πριν περάσουμε όμως στα πιο συγκεκριμένα σημεία, πρέπει να έχουμε μια γενική εικόνα της πορείας του τουριστικού κλάδου την τελευταία δεκαετία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η βαθιά καπιταλιστική κρίση.

Η ΣΥΝΘΕΣΗ, Η ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Πρέπει εξαρχής να ξεκαθαριστεί ότι στον κλάδο δραστηριοποιούνται μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι με πολυεθνική μετοχική σύνθεση, οι οποίοι αναπτύσσουν επιχειρηματική δραστηριότητα σε πολλούς κλάδους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι όμιλοι αυτοί, ελληνικοί και ξένοι, αναπτύσσουν σχέσεις συνεργασίας και ανταγωνισμού ανάλογα με τα δεδομένα της συγκυρίας. Παραδείγματα τέτοιων ομίλων είναι η MIG {3}, η Lamda Development {4} (όμιλος Λάτση), ο όμιλος Κωνσταντακόπουλου {5}, η Σάνη (όμιλος Ανδρεάδη) {6}, η Libra Group {7} (όμιλος Λογοθέτη), η Hertz-Autohellas {8}, ο όμιλος Δασκαλαντωνάκη {9} κ.ά. 

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των τραπεζών στον τουριστικό κλάδο, γεγονός που αναδεικνύει και την επίδραση που θα έχουν στον τουριστικό κλάδο οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα. Οι τραπεζικοί όμιλοι χρηματοδοτούν τις επενδύσεις στον κλάδο, δημιουργούν συμμαχικά σχήματα με τουριστικές επιχειρήσεις με την προσφορά εκπτώσεων σε τουριστικές επιχειρήσεις μέσω της χρήσης τραπεζικών καρτών, διαμεσολαβούν τη χορήγηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ, αγοράζουν εκτάσεις γης και ακίνητα, ιδιαίτερα σε περιοχές που προορίζονται για «ανάπλαση». Τραπεζικοί όμιλοι είναι μέτοχοι -και πολλές φορές βασικοί μέτοχοι- σε τουριστικούς και ιδιαίτερα σε ξενοδοχειακούς ομίλους {10}.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε μια γενική εικόνα της πορείας του τουριστικού κλάδου στην Ελλάδα, όπως αυτή αποτυπώνεται σε δείκτες όπως οι διεθνείς αφίξεις και εισπράξεις, η εσωτερική τουριστική κίνηση, η ανταγωνιστική θέση του κλάδου σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς και η συμβολή του στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Ένα από τα πιο ενδεικτικά μεγέθη για την πορεία του κλάδου σε μια χώρα όπως η Ελλάδα είναι οι αφίξεις τουριστών από το εξωτερικό. Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει αναλυτικά τη μεταβολή των αυξήσεων, αλλά και των εισπράξεων από αυτές τις αφίξεις από το 1998 μέχρι και το 2013. Από αυτόν τον πίνακα απορρέουν κάποια βασικά συμπεράσματα:

1. Σε αυτήν τη δεκαπενταετία τόσο ο αριθμός των αφίξεων από το εξωτερικό όσο και οι εισπράξεις από αυτές τις αφίξεις έχουν αυξηθεί κατά 43% περίπου.
2. Οι μέσες εισπράξεις ανά άφιξη βρίσκονται σήμερα περίπου στα επίπεδα του 1998. Το ανώτατο σημείο των μέσων αυξήσεων ήταν το 2004, τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Από το 2004 και μετά, οι μέσες εισπράξεις σημειώνουν σταθερή μείωση.
3. Κατά τη διάρκεια της συγχρονισμένης καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε το 2007-2008 σε πολλά καπιταλιστικά κράτη και συνεχίζεται σε αρκετά μέχρι σήμερα, ο αριθμός των διεθνών αφίξεων στην Ελλάδα διατηρήθηκε με κάποιες αυξομειώσεις περίπου στα ίδια επίπεδα (σημειώνοντας μια μικρή μείωση). Η εικόνα αυτή άλλαξε το 2013, όπου σημειώθηκε σημαντική αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
4. Κατά τα έτη 2008-2012 οι εισπράξεις από τις διεθνείς αφίξεις σημείωσαν μείωση συγκριτικά με τα έτη πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Η εικόνα άλλαξε ριζικά το 2013, οπότε και σημειώθηκαν οι περισσότερες εισπράξεις της τελευταίας 15ετίας.
5. Παρά την αύξηση των αφίξεων και εισπράξεων το 2013, οι μέσες εισπράξεις ανά άφιξη παραμένουν σχεδόν στα ίδια επίπεδα με τα έτη της κρίσης και αρκετά χαμηλότερα από την πρώτη 5ετία του 2000.

Όσον αφορά, τώρα, τη σύνθεση των αφίξεων από το εξωτερικό, ο βασικός όγκος των ξένων τουριστών εξακολουθεί να προέρχεται από τις χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα από τις Γερμανία, Βρετανία και Γαλλία. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2008 μέχρι σήμερα παρουσιάζεται τάση μείωσης της εισερχόμενης κίνησης από χώρες της ΕΕ. Αυτή η τάση οφείλεται σε παράγοντες όπως η εκδήλωση της οικονομικής κρίσης και η παρατεταμένη στασιμότητα σε χώρες της Ευρωζώνης, η επιδείνωση της ζωής μεγάλης μερίδας των εργαζομένων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η ανάπτυξη νέων τουριστικών προορισμών στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, από το 2005 έχουν υπερδιπλασιαστεί οι αφίξεις από τις εκτός ΕΕ χώρες, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον υπερδεκαπλασιασμό σχεδόν των αφίξεων από τη Ρωσία το 2013 σε σύγκριση με το 2005 (από 107.300 το 2005 σε 1.252.900 το 2013). {11}

Αντίθετα με τη σχετική στασιμότητα των αφίξεων από το εξωτερικό κατά τα έτη 2008-2012 και την εκτίναξή τους το 2013, μεγάλη ήταν η μείωση του λεγόμενου εσωτερικού τουρισμού. Το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα, τα συνεχή αντιλαϊκά μέτρα των κυβερνήσεων και η απότομη άνοδος της εξαθλίωσης και της ανεργίας έχουν μειώσει δραματικά την εσωτερική τουριστική κίνηση. Ενδεικτικά για τις μεταβολές που συντελέστηκαν τα χρόνια της κρίσης είναι τα ακόλουθα στοιχεία {12}:

α) Οι Έλληνες που κατάφεραν να κάνουν διακοπές εκτός κατοικίας στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, για περισσότερες από 4 μέρες {13}, μειώνονταν σταθερά και με γρήγορους ρυθμούς κάθε χρόνο από το 2008 μέχρι το 2011 {14}, καταγράφοντας συνολική μείωση 25% (από 4.106.151 το 2008 σε 3.088.142 το 2011).
β) Οι αφίξεις ημεδαπών σε ξενοδοχεία και κάμπινγκ στο σύνολο των αφίξεων μειώνονταν κατά τη διάρκεια των ετών 2008-2012 (με εξαίρεση το 2009), καταγράφοντας συνολική μείωση περίπου 24% (από 7.127.227 το 2008 σε 5.394.560 το 2012).
γ) Το ποσοστό των αφίξεων των Ελλήνων στο σύνολο των αφίξεων σε ξενοδοχεία και κάμπινγκ μειώνεται σταθερά την περίοδο 2008-2012 (με εξαίρεση το 2009) καταγράφοντας συνολική μείωση 8,1% (από 44,5% σε 36,4%). 
Οι καπιταλιστές του κλάδου παίρνουν υπόψη τους αυτήν την τάση, στοχεύοντας σε τουρίστες που θα έχουν τη δυνατότητα να ξοδέψουν μεγάλα χρηματικά ποσά στις διακοπές τους.
Όσον αφορά τα έσοδα από την εσωτερική τουριστική κίνηση το 2012 βρίσκονταν, σύμφωνα με δήλωση του προέδρου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) Α. Ανδρεάδη {15}, στα επίπεδα του 50% σε σχέση με το 2008 (1,5 δισ. το 2012 έναντι 3 δισ. ευρώ το 2008). 

Άλλο ενδεικτικό στοιχείο της πορείας του κλάδου είναι η ανταγωνιστική του θέση, όπως αυτή καταγράφεται στις εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών. Στα στοιχεία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ αποτυπώνεται μια σταθερή υποχώρηση της ανταγωνιστικής θέσης του Ελληνικού Τουρισμού στην Παγκόσμια Αγορά κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης, διολισθαίνοντας από την 22η θέση το 2008 στην 24η το 2009, στην 29η το 2011 και στην 32η το 2013. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα το 2012 διέθετε πολύ χαμηλές επιδόσεις στη διεθνή κατάταξη σε δείκτες όπως οι «Κανόνες Πολιτικής και Κανονισμοί» (98η θέση), η «Ασφάλεια και Ασφάλιση» (69η θέση), οι «Αεροπορικές Υποδομές» (58η θέση) και η «Ανταγωνιστικότητα Τιμών στον Τουριστικό Τομέα» (127η θέση). Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι την ίδια περίοδο ενισχύθηκε η θέση της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Τουρκίας, βασικών ανταγωνιστών της Ελλάδας. 

Αξίζει επίσης ν’ αναφερθούμε στη συμβολή του τουριστικού κλάδου στο συνολικό ισοζύγιο πληρωμών της χώρας, το οποίο αποτυπώνει το σύνολο των οικονομικών συναλλαγών της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο. Το ισοζύγιο πληρωμών αποτελείται από τέσσερις κατηγορίες με πιο βασική την κατηγορία «Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών». Στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και το «Ισοζύγιο Υπηρεσιών», στο οποίο περιέχονται και οι «ταξιδιωτικές υπηρεσίες». Το ισοζύγιο ταξιδιωτικών υπηρεσιών της Ελλάδας είναι παραδοσιακά θετικό {16}, συμβάλλοντας έτσι στη μερική αντιστάθμιση άλλων κατηγοριών του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, που παραδοσιακά είναι ελλειμματικοί (με πιο χαρακτηριστικό το Εμπορικό Ισοζύγιο). 
Τα παραπάνω στοιχεία αποτυπώνουν σε γενικές γραμμές την κατάσταση του κλάδου σήμερα. Αυτή η απεικόνιση όμως θα ολοκληρωθεί αν παραθέσουμε και τις εκτιμήσεις των καπιταλιστών του κλάδου και των διεθνών οργανισμών για την πορεία του κλάδου τα επόμενα χρόνια. 

Ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ προέβλεψε στην 21η ΓΣ του ΣΕΤΕ ότι: «Αν εφαρμόσουμε το νέο στρατηγικό σχέδιο, το 2021 ο τουρισμός μπορεί να ξεπεράσει τα 24 εκατ. ετήσιες αφίξεις, με κατά κεφαλήν δαπάνη περίπου 800 ευρώ». 

Επίσης στο Δελτίο Τύπου για το 12ο Συνέδριο «Τουρισμός και Ανάπτυξη - Συμπεράσματα και αποτελέσματα της μελέτης McKinsey» που πραγματοποιήθηκε στις 21-22 Οκτώβρη 2013 στην Αθήνα αναφέρεται: «Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, τα επόμενα 8-10 χρόνια, ο τουρισμός θα αποτελέσει κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 35% και το 38% του συνολικού αναπτυξιακού δυναμικού σε όρους Ακαθάριστης Προστιθεμένης Αξίας (ΑΠΑ) και απασχόλησης αντίστοιχα. Οι διεθνείς επισκέπτες θα φτάσουν τα 22-24 εκατ., με παράλληλη αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι. H συνολική συνεισφορά σε ΑΠΑ θα είναι 41-44 δισ. ευρώ (16-17 δισ. ευρώ περισσότερα σε σχέση με σήμερα) και περίπου 1 εκατ. στην απασχόληση (300.000 θέσεις περισσότερες σε σχέση με σήμερα)».
 
Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις ενδέχεται να είναι υπερβολικές αφού γίνονται από καπιταλιστές του κλάδου, ωστόσο αναδεικνύουν τις μελλοντικές τάσεις. Οι προοπτικές αυτές μάλιστα αξιοποιούνται από το τουριστικό κεφάλαιο για την περαιτέρω άσκηση πίεσης στις κυβερνήσεις για πιο γρήγορη εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του προέδρου του ΣΕΤΕ Α. Ανδρεάδη προς τον υπουργό Οικονομικών Γ. Στουρνάρα στις 16 Οκτώβρη 2013, στην οποία μεταξύ άλλων σημειωνόταν: «Όμως, οι εντυπωσιακές αυτές επιδόσεις, όπως αναλυτικά αποτυπώνονται και στη μελέτη της McKinsey, μπορούν να επιτευχθούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις […] Θα παραμείνουμε με την παρούσα επιστολή μας στις αναγκαίες φορολογικές ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις που θεωρούμε στρατηγικής σημασίας για την επιτυχία των παραπάνω στόχων»

Οι καπιταλιστές του κλάδου ζητάνε από την κυβέρνηση την επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων και ιδιωτικοποιήσεων στο πλαίσιο της λεγόμενης «ανάπλασης των φυσικών χώρων» {17}, πιέζουν για αύξηση των Δημόσιων Επενδύσεων στον κλάδο και τις υποδομές, απαιτούν πλήρη «πολιτική σταθερότητα» ως απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλκυση τουριστών κι επενδύσεων. Ταυτόχρονα διατηρούν ανοιχτό το ενδεχόμενο άλλου -πιο επεκτατικού- μίγματος διαχείρισης της κρίσης και αναπροσανατολισμού των διεθνών συμμαχιών της χώρας, ενώ κατά καιρούς βάλλουν και κατά πλευρών της αστικής διαχείρισης που απορρέει από τα «μνημόνια».

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Τα αστικά επιτελεία επιδιώκουν ν’ αξιοποιήσουν την ανοδική πορεία του κλάδου προς όφελος της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας συνολικά. Πιο συγκεκριμένα, επιδιώκουν αυτή η άνοδος να συμβάλει στην ανάκαμψη του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), στη βελτίωση του συνολικού «Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών», στη σχετική μείωση της ανεργίας. Ταυτόχρονα προσπαθούν ν’ αξιοποιήσουν αυτήν την ανάπτυξη του κλάδου για τη στερέωση των συμμαχιών της αστικής τάξης με τα πολυπληθέστατα μικροαστικά στρώματα που δραστηριοποιούνται στον κλάδο ή σε δραστηριότητες που συνδέονται με αυτόν. Γι’ αυτό και παρουσιάζουν το στόχο της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του κλάδου ως όχημα «φιλολαϊκής» διεξόδου από την κρίση και αναχαίτισης της αυξανόμενης ανεργίας. 

Ενδεικτική για τους παραπάνω στόχους των αστικών επιτελείων είναι η σχετική επισήμανση του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά στην 21η Τακτική Γενική Συνέλευση του ΣΕΤΕ στις 29 Μάη 2013: «Στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει αληθινά μεγάλος τουριστικός προορισμός […] Η ανταγωνιστική Ελλάδα δε θα αναπτύσσεται μόνο τουριστικά […] Αλλά ο τουρισμός μας είναι ο κατεξοχήν κλάδος που είναι ήδη έτοιμος να κινηθεί αμέσως. Με προοπτικές που θα βελτιώνονται κάθε χρόνο. Για να το πω αλλιώς: Για να επιστρέψουμε στα επίπεδα Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος πριν την κρίση -και σε πολύ υγιέστερες βάσεις πλέον- το συνολικό ΑΕΠ της χώρας πρέπει να αυξηθεί κατά 25-30%. Το 1/3 αυτής της αύξησης μπορεί να έλθει μόνο από τον τουρισμό, μέχρι να προλάβουν να αναπτυχθούν κι άλλοι κλάδοι. Αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια ο ελληνικός τουρισμός πρέπει και μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτατα, οργανωμένα, σχεδιασμένα και ποιοτικά».

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η ομιλία της υπουργού Τουρισμού Ο. Κεφαλογιάννη στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Ξενοδοχείων, Εστιατορίων και Καφέ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (HOTREC) στις 17 Οκτώβρη 2013. Προβάλλοντας τις προτεραιότητες της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ κατά το α΄ εξάμηνο του 2014 στον τουριστικό τομέα, τόνισε: «Ο τουριστικός κλάδος είναι στρατηγικής σημασίας για την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας και το υπουργείο Τουρισμού έχει συμβάλει στην ανατροπή του αρνητικού κλίματος για τη χώρα μας και στην επανάκτηση της αξιοπιστίας της στο εξωτερικό. Παράλληλα προωθεί σταδιακά διάφορες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με την απλούστευση των διαδικασιών για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στον τουρισμό».

Στο πλαίσιο της επιδίωξης των παραπάνω στόχων, η ελληνική κυβέρνηση και οι καπιταλιστές του κλάδου προσπαθούν ν’ αξιοποιήσουν τόσο τους «παραδοσιακούς» ευρωπαϊκούς πελάτες όσο και νέους στους οποίους υπάρχουν σημαντικές προοπτικές άντλησης νέων τουριστών. Αναλαμβάνουν σημαντική διεθνή δραστηριότητα προχωρώντας σε συμφωνίες και συνεργασίες με σειρά χωρών, κυρίως με τις ΗΠΑ, Ισραήλ, Ρωσία, Κατάρ, Σ. Αραβία, Τουρκία και Κίνα. Από τα κεφάλαια αυτών των χωρών ιδιαίτερη οικονομική και γενικότερα στρατηγική σημασία έχουν οι συμφωνίες με ρωσικά και οι επαφές με κινεζικά κεφάλαια. Οι συμφωνίες αυτές συνδέονται και με τη στρατηγική επιδίωξη της αστικής τάξης της χώρας μας για την αναβάθμιση της θέση της στην ευρύτερη περιοχή και για την ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό και μεταφορικό κόμβο. 

Τα «ανοίγματα» της αστικής τάξης δεν περιορίζονται στη διεύρυνση των χωρών προέλευσης της τουριστικής κίνησης, αλλά επεκτείνονται και στην ποιοτική διαφοροποίηση - εμπλουτισμό του προσφερόμενου «τουριστικού προϊόντος». Έτσι, πέρα από την αξιοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του τουριστικού πακέτου «Ήλιος και Θάλασσα», μεγάλη έμφαση δίνεται σε επιπλέον 5 κατηγορίες τουρισμού: Στον ιατρικό, τον πολιτιστικό, το συνεδριακό, το ναυτικό τουρισμό και τα λεγόμενα citybreaks {18}. Όσον αφορά τον ιατρικό τουρισμό, για παράδειγμα, οι καπιταλιστές του κλάδου εκτιμούν ότι, αν αναπτυχθεί η διασυνοριακή φροντίδα μέσα στην ΕΕ και χρησιμοποιηθεί «σωστά» η υποδομή του ΕΣΥ μέσω ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου - Ιδιωτικού Τομέα), τα ετήσια έσοδα μπορεί να φτάσουν ακόμα και στα 2,2 δισ. ευρώ. Αυτός ο μερικός αναπροσανατολισμός των προσφερόμενων τουριστικών υπηρεσιών και στις παραπάνω κατηγορίες βοηθάει τους καπιταλιστές του κλάδου ν’ αντιμετωπίσουν και το πρόβλημα της έντονης εποχικότητας της τουριστικής κίνησης {19}, της συγκέντρωσής της δηλαδή σε συγκεκριμένες εποχές του χρόνου, συντελώντας στην επιμήκυνση της διάρκειας της τουριστικής κίνησης.

Ανάλογοι σχεδιασμοί υπάρχουν και για τον τομέα της κρουαζιέρας, ο οποίος σημειώνει ραγδαία άνοδο τα τελευταία χρόνια, αυξάνοντας το ποσοστό του στο σύνολο της τουριστικής κίνησης. Η Ελλάδα αποτελεί την τρίτη ευρωπαϊκή χώρα ως προορισμός κρουαζιέρας, με μερίδιο 17% των συνολικών επισκεπτών κρουαζιέρας στην Ευρώπη. Οι εφοπλιστές σημειώνουν ότι ο τομέας αυτός παραμένει «δίχως πλοία υπό ελληνική σημαία» και διεκδικούν μερίδιο από τη διεθνή αγορά και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι συμφωνίες του ελληνικού κεφαλαίου με ξένα κεφάλαια διέπονται, όπως και όλες οι σχέσεις μεταξύ καπιταλιστών, ταυτόχρονα από συνεργασία και ανταγωνισμούς. Για παράδειγμα, αυτός ο μερικός αναπροσανατολισμός της αστικής τάξης του κλάδου σε άλλες αγορές και συνεργασίες δεν αποκλείεται να οξύνει την αντίδραση αμερικανικών ή ευρωπαϊκών ομίλων, αν νιώσουν ότι απειλούνται οι θέσεις τους στην ελληνική τουριστική αγορά. Ταυτόχρονα βέβαια σε αυτές τις συμφωνίες επιδρούν και οι γενικότερες διακρατικές ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Χαρακτηριστικές είναι οι κραυγές αγωνίας για την ενδεχόμενη επίδραση της όξυνσης των αντιθέσεων ΗΠΑ-ΕΕ και Ρωσίας στην Ουκρανία στην αναχαίτιση της δυναμικής της τουριστικής εισροής από τη Ρωσία και τις γύρω χώρες και η αντίστοιχη ενδεχόμενη επίδραση σε διαπραγματεύσεις μεταξύ ελληνικών και ρωσικών κεφαλαίων. 

Από την άλλη μεριά, η μεγάλη έμφαση που αποδίδει η αστική τάξη και τα κρατικά της επιτελεία στον τομέα του τουρισμού δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι η αστική τάξη της Ελλάδας προσεγγίζει ενιαία και με απόλυτη συμφωνία τις προτεραιότητες της καπιταλιστικής ανάπτυξης και, σε αυτό το πλαίσιο, και τον προσανατολισμό της τουριστικής ανάπτυξης. Ήδη έχουν εκδηλωθεί ανοιχτά αντιπαραθέσεις μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου γύρω από τα παραπάνω ζητήματα. Αυτές οι αντιπαραθέσεις αποτυπώνονται και στις θέσεις πολιτικών παραγόντων και κινήσεων. Άλλωστε διαφαίνονται ήδη ανακατατάξεις στο εσωτερικό της αστικής τάξης στην προοπτική μιας έστω και ασταθούς και περιορισμένης ανάκαμψης, από την οποία δε θα ωφεληθούν στον ίδιο βαθμό όλα τα τμήματα της αστικής τάξης. 

Ενδεικτική των παραπάνω αντιθέσεων είναι η ανακοίνωση που εξέδωσε ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) στις 5 Σεπτέμβρη 2013 για τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής και το ρόλο της ελληνικής βιομηχανίας, όπου αναφέρεται: «Ακούμε συστηματικά από επίσημα χείλη να πλέκεται το πληθωρικό εγκώμιο κλάδων όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, που παρουσιάζονται ως εθνικοί πρωταθλητές. Σε αντιδιαστολή, έχουμε παθητικά αποδεχτεί τη δήθεν αποβιομηχάνιση της χώρας […] Η βιομηχανία είναι ο πραγματικός πρωταθλητής της εθνικής μας οικονομίας - μολονότι αντιμετωπίζει σε μόνιμη βάση μια μεροληπτική διαιτησία. Η βιομηχανία είναι απαραίτητη για να αξιοποιήσει πλήρως η χώρα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα στον τουρισμό, τη ναυτιλία και την αγροτική παραγωγή. Μοχθούμε, επενδύουμε, παράγουμε και προσφέρουμε στην οικονομία και την κοινωνία μας, ακόμη και μέσα στα πέτρινα χρόνια της κρίσης, κάτω από συνθήκες αντίξοες, για να μην πούμε εχθρικές»

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και το έντονα δηκτικό σχόλιο στην ανακοίνωση του ΣΕΒ λίγες μέρες αργότερα, στις 16 Σεπτέμβρη 2013, σχετικά με την επιχειρηματική επιλογή της ΒΙΟΧΑΛΚΟ: «Δεν μπορεί η κυβέρνηση να ασχολείται σύσσωμη επί ένα χρόνο με το θέμα του ΦΠΑ στα εστιατόρια, ενώ ταυτόχρονα αγνοεί το θέμα των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στην ενέργεια»

Στα «πυρά» του ΣΕΒ απάντησε ο Γενικός Γραμματέας του ΣΕΤΕ Γ. Βερνίκος, με άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής» στις 21 Δεκέμβρη 2013. Το άρθρο κατέληγε ως εξής: «Στις ανακοινώσεις αυτές υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η βιομηχανία αντιμετωπίζει την ανεπάρκεια της γραφειοκρατίας και της δημόσιας διοίκησης, τη δύσκολη πρόσβαση σε πιστώσεις, το επαχθές φορολογικό σύστημα και τους συνεχείς πολιτικούς πειραματισμούς. Λες και αυτά τα υφίσταται μόνο η βιομηχανία και όχι ο κάθε Έλληνας! Ακόμα και σήμερα είναι γεγονός ότι η τραπεζική χρηματοδότηση προς τη βιομηχανία είναι τρεις φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στον τουρισμό... Πιστεύω στην ισόρροπη τουριστική ανάπτυξη και τη σύνδεση της τουριστικής κατανάλωσης με την εγχώρια παραγωγή σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Έχουμε πολλούς κοινούς αγώνες μπροστά μας και δε χρειάζονται επιχειρήματα που δε μας ενώνουν. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, η ζωή αλλάζει και γυρίζει ο τροχός… Σήμερα στη χώρα μας ισχύει ότι ό,τι είναι καλό για τον τουρισμό είναι καλό και για την Ελλάδα. Μακάρι να το καταλάβουμε όλοι μας!».

Αντίστοιχες διαφωνίες εκφράζονται στα ζητήματα αξιοποίησης του ΕΣΠΑ, στον προσανατολισμό των «μεγάλων έργων», στις ιδιωτικοποιήσεις υποδομών, αεροδρομίων και λιμανιών-μαρίνων, στους προσανατολισμούς ανά περιοχή. Επίσης, τα γνωστά «all inclusive», δηλαδή τα ολοκληρωμένα πακέτα διακοπών που περιλαμβάνουν διαμονή και διατροφή, αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων και μικρότερων, αλλά και αυτοαπασχολούμενων που πλήττονται από τον ανταγωνισμό. 

Αντιθέσεις εκδηλώνονται και μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου που δραστηριοποιούνται στην κρουαζιέρα και άλλων που επενδύουν σε ξενοδοχειακές υποδομές. Αξιοπρόσεκτη είναι η άποψη που εξέφρασαν εκπρόσωποι των εταιριών κρουαζιέρας Carnival Corporation και Royal Carribean Cruises LTD, κατά την επίσκεψή τους στην Ελλάδα τον Ιούλη του 2013, οι οποίοι διατύπωσαν τη διαφωνία τους με την ιδιωτικοποίηση των υποδομών κρουαζιέρας, ενώ συμφώνησαν μόνο με την ιδιωτικοποίηση των λεγόμενων αναδομών {20}

Αυτές οι απόψεις δεν είναι άσχετες με τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ. Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση με τη μαρίνα του ΟΛΘ. Η δικαιολογία ήταν ότι δεν υπήρχε ανταπόκριση από τις εταιρίες κρουαζιέρας, διότι δεν επενδύουν σε υποδομές, αλλά σε λιμενικές αναδομές κι εγκαταστάσεις. 

Και στο εσωτερικό όμως της ευρωπαϊκής κρουαζιέρας οξύνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ των διάφορων κεφαλαίων για το «μοίρασμα της πίτας», η οποία μάλιστα μειώνεται λόγω της οικονομικής κρίσης ή στασιμότητας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ο Α. Στυλιανόπουλος, μέλος του ΔΣ του ΣΕΤΕ, μιλώντας στο συνέδριο «Ελληνικοί λιμένες κρουαζιέρας: Καλές πρακτικές και διάδοση εμπειριών», στις 12 Νοέμβρη 2013, ανέφερε: «Αλλά δεν είναι μόνο η κάμψη της ζήτησης που έφερε τη διόρθωση […] υπάρχει και μια μεγαλύτερη εικόνα που επηρέασε την όλη στρατηγική προσφοράς κλινών κρουαζιέρας στη Μεσόγειο συνολικά. Είναι η κρίση της Ευρωζώνης που επηρέασε όλες τις ώριμες αγορές κρουαζιέρας της Ευρώπης. Καθότι η Μεσόγειος είναι το κύριο θέατρο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής κρουαζιέρας, είναι φυσικό να έχουν δημιουργηθεί πιέσεις στην κερδοφορία των εταιριών λόγω μιας αναγκαίας εκπτωτικής πολιτικής σε αυτές τις αγορές […] Όπως καταλαβαίνετε, είμαστε μπροστά σε μια δυναμική περίοδο ανακατάταξης της βιομηχανίας. Επίσης, οι πιέσεις των μετόχων των εισηγμένων ομίλων που ελέγχουν τη μερίδα του λέοντος της παγκόσμιας αγοράς επισπεύδουν τη διαδικασία των εμπορικών αποφάσεων για το μέλλον της βιομηχανίας […] Δε φτάνει οι υπηρεσίες ενός λιμανιού να είναι καλές, πρέπει να υπάρχει και επαρκής κατανόηση ότι το ζήτημα της κερδοφορίας καίει αυτήν τη στιγμή τους μεγάλους παγκοσμιοποιημένους ομίλους της βιομηχανίας και τους στέλνει βεβιασμένα στην Κίνα. Στη φάση αυτή και μέχρι να επανέλθουν καλύτερες συνθήκες στην Ευρώπη, πρέπει να δούμε το ζήτημα της κατανομής κλινών μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Μεσογείου. Πρέπει δηλαδή να δούμε κίνητρα που θα δελεάσουν ουσιαστικά, ώστε να κλέψουμε όσες περισσότερες κλίνες μπορούμε από τη Δυτική Μεσόγειο. Η Ελλάδα μπορεί να κάνει τη διαφορά, γιατί είναι πάντα στους πρώτους τρεις σε δημοφιλία προορισμούς κρουαζιέρας της Ευρώπης».

ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις κινήθηκαν και κινούνται στη βάση των κατευθύνσεων της ΕΕ και της στρατηγικής που έχει συμφωνηθεί στις διάφορες Συνθήκες της. Αυτές οι Συνθήκες συμπυκνώνουν τις ανάγκες των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στις σύγχρονες συνθήκες του οξυμένου διεθνούς ανταγωνισμού. Κοινός τους στόχος είναι η άνοδος της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης σε όλους τους κλάδους, η δημιουργία ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων που να μπορούν ν’ ανταπεξέλθουν με καλύτερους όρους στο διεθνή ανταγωνισμό. Αυτή η πορεία δεν μπορεί παρά να περνάει μέσα από την άνοδο του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων και την αύξηση της πίεσης στους αυτοαπασχολούμενους όλων των κλάδων. Τα παραπάνω ισχύουν στο ακέραιο και στον κλάδο του τουρισμού στην Ελλάδα, όπου εργάζονται πολλοί εργαζόμενοι και δραστηριοποιούνται ακόμα πολλοί αυτοαπασχολούμενοι. Για την απόδειξη των παραπάνω, θα παραθέσουμε μια συνοπτική εικόνα των σχετικών πρόσφατων κρατικών παρεμβάσεων των ελληνικών κυβερνήσεων.

Όσον αφορά καταρχάς την αναδιάρθρωση των σχετικών κρατικών επιτελείων, υπενθυμίζεται ότι τον Ιούνη του 2012 επανιδρύθηκε το υπουργείο Τουρισμού, που είχε ενσωματωθεί στο παρελθόν στο υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Η εξέλιξη αυτή είναι κι ενδεικτική της προτεραιότητας που αποδίδουν τα αστικά επιτελεία στο συγκεκριμένο κλάδο. Στο νέο υπουργείο παραχωρήθηκε η αρμοδιότητα διαχείρισης και συντονισμού των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ που σχετίζονται με τον τουρισμό, ενώ σε αυτό μεταφέρθηκε και η Ειδική Υπηρεσία Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων. Στην ουσία το υπουργείο αναλαμβάνει πιο επιτελικό ρόλο στο σχεδιασμό, την οργάνωση και τον καθορισμό της πολιτικής που αφορά τον τουρισμό, κάτι που αντικειμενικά έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ρόλου του ΕΟΤ, στον οποίο απομένει η λεγόμενη «προβολή της χώρας στο εξωτερικό». Οι αλλαγές στο υπουργείο Τουρισμού θα συγκεκριμενοποιηθούν και με το σχέδιο νόμου για την «Αναδιοργάνωση του υπουργείου Τουρισμού» που βρισκόταν μέχρι τέλη Φλεβάρη σε διαβούλευση και θα κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή {21}. Ιδιαίτερη πλευρά των εξελίξεων αποτελούν οι αναδιαρθρώσεις των εργασιακών σχέσεων στους σχετιζόμενους φορείς και ιδιαίτερα η απειλή των απολύσεων στον ΕΟΤ από το κλείσιμο πολλών υπηρεσιών του.

Την ίδια στιγμή παραχωρούνται εκτεταμένα δικαιώματα στο ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Δημοσίου) για πώληση κι εκμετάλλευση ακινήτων ή οργανισμών που είναι στη δικαιοδοσία του. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη παραχώρηση από το ΤΑΙΠΕΔ και την Εθνική Τράπεζα του «Αστέρα Βουλιαγμένης» σε κοινοπραξία αραβικών - τουρκικών κεφαλαίων, καθώς και η επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης του χώρου στο Ελληνικό με την παραχώρησή του στη Lamda Development του Ομίλου Λάτση.

Σε νομοθετικό επίπεδο, η πιο σημαντική ίσως παρέμβαση της κυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ το 2013 ήταν η ψήφιση του νέου νόμου για την «Ενίσχυση της τουριστικής επιχειρηματικότητας» με στόχο τη μετάβαση σ’ ένα «διαφοροποιημένο», «πολυθεματικό» και «οικονομικά αποδοτικότερο» τουρισμό. Το νέο πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης στοχεύει στη διαμόρφωση σύνθετων και οργανωμένων τουριστικών καταλυμάτων. Ως τέτοια ορίζονται οι λεγόμενες ΠΟΤΑ (Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης), οι ΠΟΑΠΑΔ (Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων Τουρισμού), οι ΠΕΡΠΟ (Περιοχές Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης), περιοχές για τις οποίες εκδίδονται ΕΣΧΑΔΑ (Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημόσιων Ακινήτων). Οι διατάξεις του νομοσχεδίου αναφέρονται σε ξενοδοχεία 4 και 5 αστέρων, στα οποία ανήκουν και τα λεγόμενα Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα και Ξενοδοχεία Συνιδιοκτησίας (Condos). Στον ίδιο νόμο υπάρχει πρόβλεψη για επέκταση της κατάργησης της κυριακάτικης αργίας στις περιοχές των παραπάνω καταλυμάτων. {22}

Τόσο στον παραπάνω νόμο όσο και σε διατάξεις του «Πολυνομοσχεδίου» που ψηφίστηκε το Μάρτη περιλαμβάνονται διατάξεις με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την άρση περιορισμών όσον αφορά τη διαμόρφωση τουριστικών υποδοχέων σε δάση και προστατευόμενες περιοχές, σε αρχαιολογικούς ή θρησκευτικούς χώρους και μνημεία. Δίνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσής τους για διάστημα μέχρι 99 ετών με συμβάσεις με την Εκκλησία ή με τους δήμους. Επεκτείνεται το δικαίωμα χρήσης αιγιαλών και παραλιών, της δημιουργίας εγκαταστάσεων πολύ κοντά σε παραλίες κι αιγιαλούς. Προωθήθηκαν αλλαγές στον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τον τουρισμό, αυξάνοντας το συντελεστή δόμησης με δυνατότητα εκμετάλλευσης αιγιαλών - παραλιών. Προωθούνται ακόμα αλλαγές στα σχέδια Πόλεων, ενισχύοντας τις επιχειρηματικές δράσεις, ιδιαίτερα για τουριστική αξιοποίηση. 

Πολύ σημαντική νομοθετική παρέμβαση αποτέλεσε και η ψήφιση του σχεδίου νόμου «Για τα τουριστικά πλοία» πριν λίγες μέρες, το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας για τη θωράκιση της κερδοφορίας των εφοπλιστών. Σ’ αυτό αναφέρεται η κατάργηση των οργανικών συνθέσεων, των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και της υποχρεωτικής ασφάλισης των ναυτεργατών στο ΝΑΤ (Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο) στα πλοία της κατηγορίας αυτής. Προβλέπεται επίσης η δρομολόγηση «πλοίου ασφαλείας» σε περίοδο απεργίας των ναυτεργατών, στην προσπάθεια να χτυπηθεί στην πράξη το δικαίωμα των ναυτεργατών στην απεργία. Ως συνέπεια των παραπάνω, υπολογίζεται ότι 1.100 ναυτεργάτες θα πεταχτούν στην ανεργία, όσοι διατηρήσουν την εργασία τους θα το κάνουν με χειρότερους όρους, ενώ αυξάνονται οι κίνδυνοι σε βάρος της ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα. 

Επίσης από το καλοκαίρι του 2013 αποφασίστηκε η μείωση του ΦΠΑ στο σύνολο των δραστηριοτήτων εστίασης, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που πραγματοποιούνται σε ξενοδοχεία. Η απόφαση αυτή χαρακτηρίστηκε προσωρινή με ισχύ ως το τέλος του 2013, αλλά έχει παραταθεί και για το 2014. Ένας από τους βασικούς στόχους αυτής της μείωσης ήταν η μείωση της τιμής των «πακέτων» και των συμφωνιών με τους Tour Operators, που εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι 26 αλυσίδες καφέ - εστίασης είχαν αποστείλει το 2012 επιστολή προς το αρμόδιο υπουργείο απαιτώντας τη μείωσή του.

Χαρακτηριστικές είναι και οι κρατικές παρεμβάσεις για την επέκταση σε νέες «τουριστικές αγορές». Προωθήθηκαν με ταχύτερους ρυθμούς προγράμματα της ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) και της ΚΑλΠ (Κοινή Αλιευτική Πολιτική) για τον «αλιευτικό» τουρισμό. Στο πλαίσιο της λεγόμενης «Γαλάζιας Ανάπτυξης» της ΕΕ, προωθείται η «κοινή στρατηγική για Ιόνιο - Αδριατική» των χωρών της περιοχής, που μεταξύ άλλων προβλέπει συγκεκριμένες δράσεις για την ανάπτυξη του τουρισμού, ειδικά του «θαλάσσιου» και της κρουαζιέρας. Επίσης στα τέλη του Νοέμβρη του 2013 προωθήθηκε ΚΥΑ (Κοινή Υπουργική Απόφαση) του υπουργείου Τουρισμού σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας για την προώθηση του Ιατρικού Τουρισμού, που διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο για την πιστοποίηση νοσοκομειακών μονάδων του δημόσιου - ιδιωτικού τομέα και παράλληλα θα διευκολύνει την προσέλκυση επενδύσεων μέσω ΣΔΙΤ ή άλλων ιδιωτικών επενδύσεων.

Προωθήθηκαν τα προγράμματα «Ανάπλασης» αστικών περιοχών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, ιδιαίτερα το πρόγραμμα «JESSICA». Στη βάση τους προωθείται η επιχειρηματική εκμετάλλευση κι αξιοποίηση αστικών περιοχών για αναψυχή, εστίαση και περιήγηση. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται εμπορικά κέντρα κι άλλες δραστηριότητες αναψυχής. Όλες οι Περιφερειακές Διοικήσεις της χώρας έχουν καταρτίσει εξειδικευμένα σχέδια στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, ανά περιοχή και κατηγορία, συνδυασμένα με αρχαιότητες και οικονομικές δραστηριότητες. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση αναπτύσσουν πλούσια δραστηριότητα, διαφημιστικές καμπάνιες, ημερίδες, φεστιβάλ κι εκδηλώσεις σε συνεργασία με τους Καλλικρατικούς Δήμους. Σε αρκετούς Δήμους Τουριστικών Περιοχών που ιδιωτικοποιούνται λιμάνια, οι τοπικές δημοτικές Αρχές διεκδικούν την παραχώρηση και αξιοποίηση των λιμανιών και των μαρίνων από την Τοπική Διοίκηση. Στην πραγματικότητα δε διαφωνούν επί της ουσίας με την ιδιωτικοποίησή τους και την επιχειρηματική εκμετάλλευση, αλλά με τους τρόπους που θα γίνουν, αντανακλώντας αντιθέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων. Ανάλογες αντιδράσεις αναπτύσσονται για την ιδιωτικοποίηση κι εκμετάλλευση χιονοδρομικών κέντρων.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΚΛΑΔΟ ΤΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ

Ο υποκλάδος των ξενοδοχείων αποτελεί τον πυρήνα του τουριστικού κλάδου {23}. Το 2013 λειτούργησαν 9.674 ξενοδοχειακές μονάδες. Παρά την παρατεταμένη κρίση, ο αριθμός των ξενοδοχειακών μονάδων παρουσιάζει εμφανή ανοδική τάση, σημειώνοντας αύξηση κατά 5% σε σχέση με το 2007, 23% σε σχέση με το 2000 και 29,3% σε σχέση με το 1996. {24}

Κατά την περίοδο της κρίσης επιταχύνθηκε η πορεία εκσυγχρονισμού και συγκεντροποίησης. Την περίοδο 2009-2013 άνοιξαν 914 νέα ξενοδοχεία δυναμικότητας 63.392 κλινών και διέκοψαν τη λειτουργία τους 613 μονάδες δυναμικότητας 34.480 κλινών. Το 73% των μονάδων που άνοιξαν ανήκουν στις τρεις υψηλότερες κατηγορίες, ενώ από τα ξενοδοχεία που έκλεισαν μόνο 3% ανήκουν σ’ αυτές. {25}

Χαρακτηριστικά για την επιτάχυνση της συγκέντρωσης των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων είναι τα εξής στοιχεία:
α) Ο μέσος αριθμός δωματίων ανά ξενοδοχειακή μονάδα αυξάνεται σταθερά την τελευταία 20ετία, από 35 δωμάτια το 1990 σε 39,3 το 2000 και σε 41,3 το 2012. Η τάση αυτή διατηρήθηκε και μέσα στην κρίση, μετά από μια μικρή προσαρμογή το 2009. Έτσι ο μέσος αριθμός δωματίων κυμάνθηκε τα έτη της κρίσης από 40,7 το 2008 σε 40,1 το 2009, 41 το 2011 και 41,3 το 2012.
β) Τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρείται σταθερή αύξηση του ποσοστού των ξενοδοχείων 4 και 5 αστέρων, καθώς και του ποσοστού των δωματίων και κλινών που αυτά έχουν. Την ίδια περίοδο παρατηρείται σταθερή μείωση στα αντίστοιχα μεγέθη των ξενοδοχείων 1 και 2 αστέρων.
γ) Όσον αφορά τον αριθμό των εργαζομένων στα ξενοδοχεία, σύμφωνα με μια επεξεργασία των στοιχείων {26} που δημοσίευσε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), υπολογίζεται ότι τα ξενοδοχεία «5 αστέρων», τα οποία αποτελούν το 3,6% του ξενοδοχειακού δυναμικού, απασχολούν το 29% των απασχολούμενων, ενώ τα ξενοδοχεία «4 αστέρων», τα οποία αποτελούν το 12,9%, απασχολούν το 32% των εργαζομένων. Με λίγα λόγια, το 16,5% των ξενοδοχείων απασχολεί το 61%, ενώ το υπόλοιπο 83,5% απασχολεί το 39% των εργαζομένων στα ξενοδοχεία. Αυξημένο είναι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, και το ποσοστό των ξενοδοχείων που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζομένους, το οποίο από 8,17% το 2007 αυξήθηκε στο 11% των ξενοδοχείων το 2012. 
δ) Όσον αφορά την πληρότητα των ξενοδοχείων το 2012 οι μικρομεσαίες μονάδες πέτυχαν το Μάη πληρότητες μικρότερες του 40%, ενώ οι μεγάλες είχαν πληρότητα 53,5%. Τον Αύγουστο, στις μικρομεσαίες μονάδες η πληρότητα ανέβηκε στο 75% περίπου και στις μεγάλες στο 82,4%. Κλειστά παρέμειναν κατά κύριο λόγο τα ξενοδοχεία «ενός και δύο αστέρων», που σε σημαντικό μέρος τους είναι μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις ή σχετικά μεγάλες επιχειρήσεις που δεν αντέχουν στον ανταγωνισμό. {27}
ε) Όσον αφορά, τώρα, τα έσοδα των ξενοδοχείων, από την επεξεργασία των στοιχείων της παραπάνω έκθεσης του ΙΤΕΠ για το 2012 προκύπτει ότι τα συνολικά έσοδα που απέσπασαν οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ως σύνολο παρουσίασαν αύξηση το 2011 (κατά 9,2%) και μείωση το 2012 (κατά 12,9%). Το μερίδιο αυτών των εσόδων που απέσπασαν τα ξενοδοχεία «4 και 5 αστέρων», τα οποία αποτελούν το 16,5% του συνόλου των ξενοδοχείων, παραμένει σταθερό τα έτη 2011 και 2012 γύρω στο 53%. Το υπόλοιπο 47% των εσόδων ανήκει στο υπόλοιπο 83,5% των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Ωστόσο, στο σύνολό τους οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις παρουσιάζουν προβλήματα κερδοφορίας, με τις μεγαλύτερες να σημειώνουν μεγαλύτερες αντοχές, όπως τουλάχιστον απορρέει από τα παρακάτω στοιχεία {28} που δημοσιοποίησε η ICAP για το 2012:

Οι 20 μεγαλύτερες εταιρίες εμφανίζουν μείωση των ζημιών προ φόρων, γεγονός που φανερώνει ότι σημείωσαν σχετικά καλές επιδόσεις σε συνθήκες μείωσης των εσόδων. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και ο αυξημένος δανεισμός, κάτι που ισχύει φυσικά για όλους τους καπιταλιστικούς κλάδους. Έτσι, μεγάλο μέρος των εσόδων των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων διατίθεται για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων προς τις τράπεζες. Η αύξηση πάντως των οφειλών στις τράπεζες δείχνει και ότι πολλές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις μπαίνουν στη φάση επενδύσεων. 

Τέλος, υπάρχουν τεράστιες διαφοροποιήσεις ανά περιφέρεια. Το 2012 υπήρξε μεγαλύτερη μείωση στις περιοχές που η τουριστική κίνηση βασίζεται κατά κύριο λόγο στις ελληνικές λαϊκές οικογένειες, λόγω της έντασης της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσής τους. Η μείωση της εσωτερικής τουριστικής κίνησης αντισταθμίστηκε εν μέρει από την τουριστική κίνηση από το εξωτερικό.

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ

Η βελτίωση των στόχων της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων του τουριστικού κλάδου συνδυάζεται με το χτύπημα των δικαιωμάτων των εργατοϋπαλλήλων του κλάδου. Ας δούμε όμως καταρχάς κάποια στοιχεία για την απασχόληση στον κλάδο:

Από στοιχεία των ετήσιων εκθέσεων του ΣΕΤΕ προκύπτει ότι η συνολική απασχόληση {29} μειώνεται σταθερά τα έτη 2008-2012 σημειώνοντας συνολική μείωση κατά 20% (από 854.000 το 2008 σε 688.800 το 2012). Η ίδια τάση φαίνεται να συνεχίζεται και το 2013, όπου η μεγάλη αύξηση των αφίξεων τουριστών και των σχετικών εσόδων συνδυάζεται με τη μείωση κατά 3-3,5% των εργαζομένων στον κλάδο. {30}

Απ’ ό,τι φαίνεται από διάφορες πηγές, οι οποίες πολλές φορές μάλιστα είναι αντιφατικές μεταξύ τους, δυσχεραίνοντας την εξαγωγή πιο συγκεκριμένων συμπερασμάτων, οι τάσεις που κυριαρχούν στην απασχόληση του κλάδου είναι: Μείωση της συνολικής απασχόλησης, μείωση -μεγαλύτερη του κλαδικού μέσου όρου- στον υποκλάδο της εστίασης και ακόμα μεγαλύτερη στους κλάδους της έμμεσης και προκαλούμενης απασχόλησης. Από τους εργαζομένους στον κλάδο το 2012 το 58% περίπου ήταν γυναίκες, ενώ το 22% περίπου ήταν αλλοδαποί {31}

Η απασχόληση των γυναικών του κλάδου συγκεντρώνεται σε μικρά ξενοδοχεία χαμηλής κατηγορίας και στις ειδικότητες καθαριότητας, επισιτισμού και ρεσεψιόν. Χαρακτηριστική είναι επίσης η μεγάλη έκταση της προσωρινής κι ελαστικής εργασίας, η οποία διευκολύνεται και από την εποχικότητα που αντικειμενικά χαρακτηρίζει τις τουριστικές εργασίες.

Όσον αφορά το ύψος του μισθού, αλλά και γενικότερα τα δικαιώματα των εργαζομένων του κλάδου, η κλαδική σύμβαση που υπέγραψαν το Δεκέμβρη του 2013 η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων και η Ομοσπονδία Ξενοδόχων διατηρεί και για το 2014 τους μειωμένους κατά 15% μισθούς που προέβλεπε η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) του 2012. Για το 2015 η σύμβαση προβλέπει αύξηση μόνο κατά 1%, κάτι που αξιοποιείται προπαγανδιστικά από την κυβέρνηση και το ΣΕΤΕ, οι οποίοι αποκρύπτουν ότι η συγκεκριμένη αύξηση συνδυάζεται με την αύξηση του ορίου του εργάσιμου χρόνου στις 10 ώρες. Φυσικά η υπογραφή της παραπάνω σύμβασης αναδεικνύει το ρόλο του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού στο πέρασμα της αντιλαϊκής επίθεσης.

Ακόμα όμως και αυτές οι συμβάσεις σε πολλές περιπτώσεις -ακόμα και σε περιοχές με μεγάλη τουριστική κίνηση- δεν εφαρμόζονται. {32} Πολλοί εργαζόμενοι δεν πληρώνονται για μήνες τα δεδουλευμένα τους, εργάζονται περισσότερες από τις ώρες που προβλέπουν οι συμβάσεις, δουλεύουν χωρίς ασφάλιση {33}, υπολογίζονται ως «καταρτιζόμενοι» και «μαθητευόμενοι» κλπ. 
Κι όλα αυτά σε συνθήκες που, με βάση τα στοιχεία, το 2013 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις από τις διεθνείς αφίξεις σημείωσαν αύξηση κατά 17%, οι αφίξεις κατά 15,5% σε σύγκριση με το 2012, ενώ οι εκτιμήσεις για το 2014 είναι ακόμα πιο αισιόδοξες. 

Οι επίσημα καταγεγραμμένοι δείκτες του «κόστους εργασίας» φανερώνουν κι αποδεικνύουν την ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης τα προηγούμενα χρόνια. Στους κλάδους Ξενοδοχείων - Εστίασης, υπολογίζεται ότι από το Α΄ Τρίμηνο του 2010 ως το Γ΄ Τρίμηνο του 2011 το συνολικό «κόστος εργασίας» υποχώρησε κατά 32,5%, οι μισθοί και οι αμοιβές υποχώρησαν συνολικά κατά 30,4%, οι τακτικές αποδοχές κατά 26%, ενώ ακόμα μεγαλύτερη μείωση παρουσίασε το «μη μισθολογικό κόστος», κατά 36,2%. {34}

Αξίζει επίσης ν’ αναφερθεί ότι στον κλάδο του τουρισμού είναι φέτος σε εξέλιξη το πρόγραμμα κατάρτισης «Επιταγή Εργασίας» 10.000 θέσεων, που υλοποιείται μέσω του Ινστιτούτου του ΣΕΤΕ. Μέσω του προγράμματος προσφέρεται στην ουσία «τσάμπα» εργασία, το πολύ 5 μηνών -με επιδόματα που κυμαίνονται από 2.400 έως 2.700 ευρώ για κάθε καταρτιζόμενο (συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων κρατήσεων)- για την οποία δεν πληρώνουν τίποτα οι εργοδότες, αφού επιδοτείται εξολοκλήρου από το κράτος και το ΕΣΠΑ. Επιπλέον, μέσω του προγράμματος «προικοδοτούνται» οι «πάροχοι κατάρτισης» του κλάδου με 1.100 ευρώ «το κεφάλι», για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών και των ασφαλιστικών εισφορών. Την ασφαλιστική κάλυψη στην ουσία θα την πληρώνει το κράτος. Το πρόγραμμα προβλέπει και την επιπλέον επιχορήγηση των επιχειρήσεων που θα προβούν στην πρόσληψη των καταρτιζόμενων αμέσως μετά από τη λήξη της πρακτικής άσκησης. Επίσης, παρόλο που «στα λόγια» το πρόγραμμα δεν επιτρέπει την αντικατάσταση εργαζομένων με συμμετέχοντες στο πρόγραμμα, στην ουσία αφήνει «παράθυρο ανοιχτό» στις επιχειρήσεις να κάνουν γενικευμένη χρήση αυτής της αντικατάστασης, μην παρουσιάζοντάς την ως τέτοια. {35}

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Όσον αφορά, καταρχάς, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ως κόμματα συγκυβέρνησης, οι θέσεις τους υλοποιούνται μέσα από την κρατική πολιτική σε όλα τα επίπεδα, κυβερνητική, περιφερειακή και δημοτική, που αναλύθηκε προηγούμενα. 

Και ο ΣΥΡΙΖΑ με τη σειρά του δίνει ιδιαίτερο βάρος στον τουριστικό κλάδο. Αναπτύσσει πλούσια δράση, μέσα κι έξω από τη Βουλή, με εκδηλώσεις, ερωτήσεις, συναντήσεις και προσπαθεί ν’ αποκτήσει δεσμούς με τους εργαζομένους του κλάδου. Προσπαθεί να παρουσιαστεί σαν εγγυητής της σταθερής τουριστικής ανάπτυξης. Ισχυρίζεται ότι χρειάζεται «Εθνική Στρατηγική» για τον τουρισμό, ότι μια μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη μοναδική λύση για τους εμπλεκόμενους στον κλάδο του τουρισμού (επιχειρηματίες κι εργαζομένους), ότι μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει έναν πιο ανταγωνιστικό τουρισμό. Σ’ αυτήν τη βάση κριτικάρει τη συγκυβέρνηση, ιδιαίτερα τη ΝΔ, ότι δεν έχει την ικανότητα ν’ αντιμετωπίσει τα ζητήματα της τουριστικής ανάπτυξης, ότι δεν έχει στρατηγικό σχέδιο και ότι, εφαρμόζοντας το μνημόνιο και τις ιδιωτικοποιήσεις - «ξεπούλημα», υπονομεύει την τουριστική ανάπτυξη. Ανάλογα με το ακροατήριο, χρησιμοποιεί στοιχεία «αντιμνημονιακής» ρητορείας, την οποία προσαρμόζει όμως όλο και περισσότερο στις ανάγκες διεκδίκησης του κυβερνητικού θώκου. 

Οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες αναπροσαρμόζονται συνέχεια, αποδεικνύουν ότι επί της ουσίας έχουν πολλά κοινά με αυτές του ΙΤΕΠ και του ΣΕΤΕ, δηλαδή των ενώσεων του τουριστικού κεφαλαίου. Κινούνται στην παραπλανητική γραμμή των «καλών» καπιταλιστικών επενδύσεων, της επίτευξης μέσω της ανάπτυξης του κλάδου, του συνδυασμού των καπιταλιστικών κερδών και της δουλειάς με δικαιώματα και αξιοπρεπείς μισθούς των εργαζομένων. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να παρουσιάσει ένα ριζοσπαστικό και φιλεργατικό προφίλ αξιοποιώντας διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις που συσπειρώνει, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιτίθεται σε μειώσεις μισθών και κατάργηση κατακτήσεων, γεγονός που αποδεικνύεται και από τη στάση των συνδικαλιστών του. Οι παρεμβάσεις του γύρω από το ζήτημα των εργασιακών συνθηκών επικεντρώνονται στην εφαρμογή της εργασιακής νομοθεσίας και της κλαδικής συλλογικής σύμβασης. Προσπαθεί να εμφανίσει σα «ριζοσπαστικές» - φιλολαϊκές τις θέσεις για την ενίσχυση των Δημόσιων Επενδύσεων, την πιο ενεργή κρατική παρέμβαση με την αξιοποίηση του ΕΟΤ και την επαναλειτουργία της Εργατικής Εστίας. Στην πραγματικότητα τάζει στο κεφάλαιο περισσότερα κρατικά κονδύλια και υποδομές για να ενισχυθεί η κερδοφορία και η ανταγωνιστικότητά του. Αυτήν την ενίσχυση υπηρετεί και το «Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για τον Τουρισμό». Ταυτόχρονα «χαϊδεύει αφτιά» μικρομεσαίων του κλάδου, όπως κι επιχειρηματιών που έχουν επενδύσει στο λεγόμενο εναλλακτικό τουρισμό. Ως προς το περιεχόμενό τους, πρόκειται για αστικού - σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα θέσεις, που δεν υπηρετούν τα λαϊκά συμφέροντα.

Η ΔΗΜΑΡ επικεντρώνει στον «εναλλακτικό» τουρισμό, στην προώθηση της κρουαζιέρας και των ανάλογων υποδομών, γενικά του θαλάσσιου τουρισμού. Τα στελέχη της είναι υπέρμαχοι της προώθησης των προγραμμάτων Natura, Leader, γενικότερα των ευρωενωσιακών προγραμμάτων, των προγραμμάτων εναλλακτικού τουρισμού κλπ. Στη συζήτηση για το σχέδιο νόμου «Για την τουριστική επιχειρηματικότητα», επικέντρωσαν την κριτική τους στα χωροταξικά θέματα, στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και στην ανάγκη χάραξης εθνικής πολιτικής και στρατηγικής, συμφωνώντας επί της ουσίας με το πνεύμα και τις βασικές κατευθύνσεις του.

Η «Χρυσή Αυγή» (ΧΑ) δε φαίνεται να έχει μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση για τον τουρισμό. Επί της ουσίας υιοθετεί την επιχειρηματολογία και μια σειρά σχεδιασμούς του ΣΕΤΕ και του ΣΕΒ, που υλοποιούνται σήμερα από την κυβέρνηση, ασκώντας γενικόλογη κριτική για κρατική ανικανότητα και αδιαφορία, για μη αξιοποίηση του τουρισμού, για την ανάγκη εξεύρεσης πόρων. Και αυτή αξιοποιεί έντονα στοιχεία «αντιμνημονιακής» ρητορικής στην επιχειρηματολογία της. Στηρίζει την ενίσχυση του κεφαλαίου διεκδικώντας -και με ερωτήσεις βουλευτών της στη Βουλή- μεγαλύτερες φοροαπαλλαγές ή ενισχύσεις για τους ξενοδόχους. Δημαγωγεί για τους μικρομεσαίους, κάνοντας ανέξοδη κριτική για το καθεστώς «all inclusive» και ζητώντας μέτρα για να κυκλοφορούν οι τουρίστες και στα τοπικά εστιατόρια. 

Γενικά πάντως η τουριστική δραστηριότητα τοποθετείται στην επιχειρηματολογία της ΧΑ σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τους κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής, της ενέργειας και της βιομηχανίας. Επικεντρώνει στην αντιδραστική, αλλά και παραπλανητική θέση «να φύγουν οι αλλοδαποί που μας παίρνουν τις δουλειές, να προσλαμβάνονται μόνο Έλληνες». Φυσικά δε λέει κουβέντα για τις συνθήκες εργασίας, την καταπάτηση δικαιωμάτων των εργαζομένων στα ξενοδοχεία. Η ρατσιστική της προπαγάνδα και οι «κραυγές» για την εγκληματικότητα των μεταναστών επηρέαζε μικροαστικά στρώματα, σε περιοχές με έντονη παρουσία μεταναστών - προσφύγων, γιατί βλέπουν ότι η αξία της ιδιοκτησίας τους και τα έσοδα των επιχειρήσεών τους από τουριστική κίνηση «απειλούνται» από την παρουσία και την εικόνα των εξαθλιωμένων ή πλανόδιων μικροπωλητών.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

Ο τουρισμός και οι διακοπές στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι πολυτελές εμπόρευμα και όχι κοινωνικό δικαίωμα. Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων το δικαίωμα σε φθηνές διακοπές, αναψυχή και περιήγηση. Και αυτό παρά τη μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, την τεχνολογική πρόοδο που καθιστά αντικειμενικά πιο γρήγορη τη μετακίνηση, ενώ δημιουργεί αντικειμενικά προϋποθέσεις για περιορισμό του εργάσιμου χρόνου. Αντίθετα, αυξάνεται η εντατικοποίηση της εργασίας και η εργασιακή ανασφάλεια τόσο γενικά όσο και στον κλάδο του τουρισμού. Όλα αυτά συνιστούν πλευρές της όξυνσης της αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική ιδιοποίηση των προϊόντων της παραγωγής.

Το δικαίωμα στις διακοπές είναι κοινό συμφέρον των μισθωτών, αλλά και των αυτοαπασχολούμενων, ανάγκη που μπορεί να ικανοποιηθεί ουσιαστικά και ολοκληρωμένα μόνο στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας. Θεμελιακή θέση του ΚΚΕ είναι η ανάπτυξη τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού τουρισμού ώστε τα λαϊκά στρώματα να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης και γνωριμίας με τους λαούς άλλων χωρών, την ιστορία, τον πολιτισμό τους. 

Οι οικονομικές, οργανωτικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις κάλυψης αυτής της ανάγκης μπορούν να προκύψουν μαζικά για τους εργαζομένους, τη νεολαία, τους συνταξιούχους μόνο στις συνθήκες της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και των υποδομών, του κεντρικού σχεδιασμού, της λειτουργίας της εκπαίδευσης και της φροντίδας υγείας ως αποκλειστικά δημόσιες και δωρεάν παρεχόμενες κοινωνικές υπηρεσίες, σε συνθήκες που η συμμετοχή των εργαζομένων στην άσκηση της εξουσίας οργανώνεται «από τα κάτω έως τα πάνω», από το χώρο εργασίας μέχρι τα ανώτατα όργανα της λαϊκής εξουσίας.
Μόνο με την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο θα εξασφαλιστούν ο ελεύθερος χρόνος και ο οργανωμένος κοινωνικός τουρισμός, θα εξαλειφθεί η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής.

Πρώτη και βασική προϋπόθεση για να τεθεί στη διάθεση του λαού και της εργατικής τάξης όλος αυτός ο τεράστιος πλούτος υποδομών (δρόμοι, σιδηροδρομικά δίκτυα, ναυσιπλοΐα, αεροδρόμια), χώρων (γη, δάση, ορεινοί όγκοι, αιγιαλοί) και κτηρίων είναι η κοινωνικοποίησή τους. Στη βάση αυτή, η εργατική εξουσία θα μπορεί με κεντρικό σχέδιο και αντίστοιχη περιφερειακή εξειδίκευση να κατανέμει αναλογικά τους παραγωγικούς πόρους, δημιουργώντας ισόμετρα σε όλη την Ελλάδα ένα δίκτυο με ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, κατασκηνώσεις, καταλύματα, θέρετρα, χώρους αναψυχής, κέντρα διασκέδασης και πολιτισμού. Θα μπορεί να σχεδιάζει προστατεύοντας το περιβάλλον, αξιοποιώντας ισορροπημένα τη γη για τις παραγωγικές ανάγκες, για την ενέργεια, τις διατροφικές λαϊκές ανάγκες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα είναι δυνατό να εξασφαλίζεται η συνεχής τουριστική κίνηση για τις λαϊκές ανάγκες όλο το χρόνο, τόσο τους χειμερινούς όσο και τους θερινούς μήνες. Θα λυθεί το ζήτημα της ισόμετρης ανάπτυξης όλων των περιοχών και προοπτικά το πρόβλημα της υπερσυγκέντρωσης του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε λίγες περιοχές. Θα είναι δυνατό ν’ αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της εξάρτησης ολόκληρων περιοχών σχεδόν αποκλειστικά από την τουριστική δραστηριότητα. Θα είναι δυνατό ν’ αναπτύσσονται όλες οι απαραίτητες υποδομές, ν’ ανανεώνονται ο εξοπλισμός και τα κτήρια και ν’ αναπτύσσονται με σύγχρονες τεχνικές, με πλήρη ασφάλεια και προστασία του περιβάλλοντος. Θα τεθεί σε νέα βάση η αξιοποίηση και η κατανομή εργατικού δυναμικού, πόρων και υποδομών. Στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού θα σταματήσει πραγματικά η σπατάλη παραγωγικών πόρων και θα επιτευχθεί η αξιοποίηση όσων πραγματικά απαιτούν οι κοινωνικές ανάγκες.

Την ίδια στιγμή που το ΚΚΕ αναδεικνύει ότι η πλήρης ικανοποίηση της ανάγκης του τουρισμού για όλους τους εργαζομένους προϋποθέτει την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας, οργανώνει την πάλη για τις αντίστοιχες διεκδικήσεις του λαϊκού κινήματος. Προβάλλει και οργανώνει την ταξική πάλη για την ανακούφιση των εργαζομένων, των νέων, των συνταξιούχων κλπ. Διεκδικεί ν’ αναπτυχθούν με ευθύνη του κράτους κοινωνικά προγράμματα τουρισμού για όλους τους εργαζομένους, ταυτόχρονα με τη διεκδίκηση της ανάπτυξης κρατικών δομών και δικτύων ξενοδοχείων - κατασκηνώσεων - εγκαταστάσεων για λαϊκή χρήση. Από αυτήν τη σκοπιά τάσσεται ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις των όποιων κρατικών υποδομών, των μεταφορών, των λιμανιών, των αεροδρομίων, των νησιών, των ιαματικών πηγών, των παραλιών και των δασών. Οργανώνει την πάλη ενάντια στην επιχειρηματική εκμετάλλευση, είτε αυτή γίνεται μέσω καπιταλιστών είτε μέσω φορέων της Τοπικής Διοίκησης. Παλεύει για να είναι ελεύθερη η είσοδος για τους εργαζομένους, τους ανέργους, τους νέους ανθρώπους και ΑμΕΑ, σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, οργανωμένες πλαζ και πολιτιστικές δραστηριότητες, στις ιαματικές πηγές και τα λουτρά, για ν’ αναπτυχθούν πολιτιστικές - μορφωτικές εκδρομές από τα σχολεία με την κάλυψη των εξόδων από το κράτος, για να καταργηθεί ο ΦΠΑ στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο πάλης ενώνονται οι εργαζόμενοι διαφορετικών κλάδων, ενώ ταυτόχρονα προωθείται και η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, σφυρηλατείται η Λαϊκή Συμμαχία. Στην πάλη για τις άμεσες οξυμένες ανάγκες διαμορφώνονται και οι προϋποθέσεις για την κατάργηση των παραγόντων που γεννούν τα προβλήματα υποβάθμισης της ζωής, ανεργίας και φτώχειας. Γι’ αυτόν το λόγο η πάλη δεν μπορεί να περιορίζεται στα όρια μιας επιχείρησης ή στην εναντίωση μόνο στα αντιλαϊκά μνημόνια, αλλά να στοχοποιεί τους μονοπωλιακούς ομίλους, ολόκληρη την αστική τάξη, την εξουσία της, τους διακρατικούς οργανισμούς της, όπως η ΕΕ. Βασικός όρος για τη λαϊκή αντεπίθεση είναι η ισχυροποίηση του ΚΚΕ -πρώτα και κύρια μέσα στους χώρους δουλειάς- και η αλλαγή των αρνητικών πολιτικών συσχετισμών με την αποδυνάμωση των δυνάμεων που υπηρετούν το κεφάλαιο.

* Ο Χρήστος Αγγελόπουλος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
www.komep.gr 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. ΣΕΤΕ, Απολογισμός 2012, σελ. 10.
2. Φυσικά, η ανάπτυξη των υποδομών δε γίνεται με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αλλά με όρους εμπορευματοποίησης (η λεγόμενη ανταποδοτικότητα), σε βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Συνοδεύονται από ιδιωτικοποιήσεις ορεινών όγκων, νησιών, δασών κι αιγιαλών, εκτεταμένης γης.
3. Εταιρία συμμετοχών η οποία είναι βασικός μέτοχος στην εταιρία μεταφορών Attica (Βlue Star Ferries, Superfast Ferries), στο Hilton Κύπρου, στην εταιρία τροφίμων Vivartia (Δέλτα, Goody’s, Everest, Μπαρμπα-Στάθης κ.ά.). Συμμετέχει σε πολλές άλλες επιχειρήσεις στους κλάδους της υγείας, της πληροφορικής, της αγοράς ακινήτων, ενώ έχει ενισχυμένη επενδυτική παρουσία σε τουριστικές επιχειρήσεις στην Κροατία.
4. Εταιρία συμμετοχών που δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη, επένδυση και διαχείριση  
ακινήτων στην Ελλάδα και τη Ν/Α Ευρώπη. Έχει υπό τον έλεγχό της το The Mall Athens, το Golden Hall, το Mediterranean Cosmos, τη Μαρίνα του Φλοίσβου στο Φάληρο.
5. Ιδιοκτήτης της ΤΕΜΕΣ (Τουριστική Επιχείρηση Μεσσηνίας) Costanavarino. Βασικός μέτοχος της ναυτιλιακής εταιρίας Costamare lnc, η οποία διαθέτει περίπου 60 πλοία μεταφοράς container. Κατέχει επίσης το 25% των μετοχών της Aegean Airlines. Μαζί με την αραβική πολυεθνική Olayan έχουν συστήσει το επενδυτικό σχήμα Plepi Holdings LTD με έδρα την Κύπρο.
6. Ο όμιλος ανήκει στον πρόεδρο του Συνδέσμου Εταιριών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), Α. Ανδρεάδη. Έχει στην ιδιοκτησία της την αλυσίδα ξενοδοχείων Sani. Η ΣΑΝΗ ΑΕ ήταν η πιο κερδοφόρα εταιρία στον ξενοδοχειακό τομέα το 2012.
7. Έχει στην ιδιοκτησία του την αλυσίδα πολυτελών ξενοδοχείων Grace Hotels σε Ελλάδα (Μύκονο, Σαντορίνη, Κέα, Καλαμάτα), Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Βόρεια και Νότια Αμερική. Δραστηριοποιείται επίσης στην αγορά ακινήτων, στις μεταφορές και στην ενέργεια.
8. Πρώτη σε κερδοφορία επιχείρηση στον τουριστικό τομέα το 2012. Ταυτόχρονα αποτελεί βασικό μέτοχο στην Aegean Airlines, στη μετοχική σύνθεση της οποίας συμμετέχει και ο όμιλος Κωνσταντακόπουλου.
9. Έχει στην ιδιοκτησία του τα δεκάδες ξενοδοχεία της Grecotel, την οργανωμένη πλαζ Yabanaki στη Βάρκιζα και πολλές άλλες τουριστικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, χρυσοχοεία, κέντρα θαλασσοθεραπείας, μονάδα παραγωγής κι επεξεργασίας τροφίμων κ.ά.) σε Ελλάδα και Ν/Α Ευρώπη.
10. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στον όμιλο ALPHA BANK ανήκει η «Ιονική Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΑΕ», ενώ στη μετοχική σύνθεση της «Astir Palace» συμμετέχει η ΕΤΕ. Επίσης, ο όμιλος της Τράπεζας Πειραιώς έχει στην ιδιοκτησία του την εταιρία ενοικίασης αυτοκινήτων AVIS, επενδύει σε προγράμματα ιατρικού τουρισμού, συνεργάζεται με το διεθνές τουριστικό πρακτορείο TUI και συμμετέχει στο Καζίνο Λουτρακίου. Η Eurobank συμμετέχει σε στρατηγικές μελέτες του ΣΕΤΕ για τον τουρισμό.
11. Στοιχεία από την ιστοσελίδα του ΣΕΤΕ, βασισμένα στην επεξεργασία στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύτηκαν τον Απρίλη του 2014.
12. Ιστοσελίδα ΕΛ.ΣΤΑΤ.: http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A2001. Σημειώνεται ότι η ΕΛ.ΣΤΑΤ. δεν έχει αναρτήσει στοιχεία για το 2013, ενώ σε κάποια μεγέθη ούτε για το 2012.
13. Χωρίς να συμπεριλαμβάνονται όσοι φιλοξενήθηκαν σε συγγενείς και φίλους.
14. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. δεν έχει δημοσιεύσει τα αντίστοιχα στοιχεία για τα έτη 2012 και 2013.
15. Ομιλία του στη Γενική Συνέλευση της Τράπεζας της Ελλάδος, 25 Φλεβάρη 2013. Στη δήλωσή του αυτή εκτίμησε ότι τα έσοδα από την εσωτερική τουριστική κίνηση θα μειώνονταν ακόμα περισσότερο το 2013.
16. Δηλαδή οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες από το εξωτερικό είναι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες δαπάνες Ελλήνων πολιτών στο εξωτερικό.
17. Ζητούν επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων αεροδρομίων και λιμένων, κατασκευή μαρίνων, εμπορικών κέντρων, πλαζ ΕΟΤ, χώρων αναψυχής και ολοκλήρωση των έργων των οδικών αξόνων και του σιδηροδρομικού δικτύου.
18. Πακέτα βραχύβιων διακοπών σε πόλεις που περιλαμβάνουν δραστηριότητες σε αστικές περιοχές, όπως επισκέψεις σε αξιοθέατα, μουσεία, εστιατόρια.
19. Σύμφωνα με τον ετήσιο απολογισμό του ΣΕΤΕ του 2012, το 56% των διεθνών αφίξεων πραγματοποιήθηκε τους μήνες Ιούλη-Αύγουστο-Σεπτέμβρη.
20. Με τον όρο «αναδομές» εννοούνται τα κτήρια, εγκαταστάσεις, υπηρεσίες ενός λιμανιού, σε αντιδιαστολή με τον όρο «υποδομές» με τον οποίο εννοείται η γη και οι λιμενοβραχίονες. Ο διαχωρισμός γίνεται πολλές φορές για να δικαιολογηθεί η τμηματική ιδιωτικοποίηση των λιμένων.
21. Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, πέρα από την «Αναδιοργάνωση και Ενίσχυση του επιτελικού ρόλου του υπουργείου Τουρισμού», περιλαμβάνει και άλλους τρεις άξονες: Τον «Εκσυγχρονισμό του ΕΟΤ και τη μετατροπή του σε σύγχρονο οργανισμό προώθησης και προβολής του ελληνικού τουρισμού», την «Ανάπτυξη των ειδικών μορφών τουρισμού» και την «Ενίσχυση της εκπαίδευσης και κατάρτισης στον τουριστικό τομέα».
22. Υπενθυμίζεται ότι η κυριακάτικη αργία έχει προ πολλού καταργηθεί στις χαρακτηριζόμενες ως τουριστικές περιοχές.
23. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν το 60% των μελών του ΣΕΤΕ είναι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
24. Το 2011 ήταν η μόνη χρονιά από το 1974 που -σύμφωνα με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας- ο αριθμός των ξενοδοχείων που έκλεισαν ήταν μεγαλύτερος από αυτά που άνοιξαν.
25. «Εξελίξεις στον παγκόσμιο και ελληνικό τουρισμό και τα βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχίας το 2013», έκδ. ΙΤΕΠ - ΞΕΕ.
26. «Εξελίξεις στον τουρισμό και στα βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχίας το 2012», έκδ. ΙΤΕΠ - ΞΕΕ, 2013, έκδ. ΙΤΕΠ - ΞΕΕ.
27. «Εξελίξεις στον τουρισμό και στα βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχίας το 2012», έκδ. ΙΤΕΠ - ΞΕΕ, 2013, έκδ. ΙΤΕΠ - ΞΕΕ.
28. Ηλεκτρονική έκδοση εφημερίδας «Ημερησία», 24 Σεπτέμβρη 2013.
29. Στη συνολική απασχόληση, εκτός από την άμεση απασχόληση, υπολογίζονται και η έμμεση, καθώς και η προκαλούμενη απασχόληση. Η έμμεση απασχόληση περιλαμβάνει τις θέσεις εργασίας στους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που αποτελούν τους κυριότερους προμηθευτές των τουριστικών επιχειρήσεων. Η προκαλούμενη απασχόληση αναφέρεται στις θέσεις εργασίας που θεωρείται ότι δημιουργούνται από την τουριστική κίνηση.
30. ΙΟΒΕ, Τριμηνιαίες εκθέσεις για την ελληνική οικονομία, 3/2013 και 4/2013.
31. Το ποσοστό αυτό θεωρείται ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
32. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί σε Κέρκυρα, Ρόδο, Κρήτη, Ζάκυνθο, Πελοπόννησο, Αττική, Χαλκιδική.
33. Στις εποχιακές τουριστικές επιχειρήσεις, στον Επισιτισμό και την Εστίαση υπολογίζεται ότι ο ένας στους τρεις εργαζομένους εργάζεται χωρίς ασφάλιση.
34. Σταύρου Π. Γαβρόγλου (Διευθυντή Εθνικού Ιδρύματος Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού): «Το κόστος εργασίας στην Ελλάδα πριν και μετά το μνημόνιο», Αθήνα, 2012.
35. ΣΕΤΕ, «Πρόσκληση ενδιαφέροντος για το πρόγραμμα “Επιταγή εισόδου στην αγορά εργασίας για άνεργους νέους του τουριστικού τομέα ηλικίας έως 29 ετών”».

Δεν υπάρχουν σχόλια: