Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Το στίγμα (Του Γιώργου Μαργαρίτη)

'Εχει περάσει σημαντικό διάστημα από τις εκλογές και το ερώτημα πού βρίσκεται η χώρα και πού κατευθύνεται, δύσκολα μπορεί να απαντηθεί. Υποθέτουμε ότι, πέρα από την καταχρηστικά επικοινωνιακή παρουσία τους, ούτε τα μέλη της νέας κυβέρνησης θα μπορούσαν να απαντήσουν με βεβαιότητα στο ερώτημα αυτό.
Η αβεβαιότητα έχει εγκατασταθεί ως σύννεφο με ενίοτε μαύρες και ενίοτε ροζ αποχρώσεις πάνω από τα κεφάλια μας, ως ένα είδος σύγχρονης χρηματοπιστωτικής και οπωσδήποτε καπιταλιστικής δαμόκλειου σπάθης. Χρειάζεται να ταξινομήσουμε τις σκέψεις μας με ακρίβεια και οπωσδήποτε να τιθασεύσουμε τους φόβους μας, για να επιχειρήσουμε να ανακαλύψουμε τις σημερινές συντεταγμένες και τις αυριανές κατευθύνσεις της περιπετειώδους περιπλάνησης.

Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ (η οποία, σε σχέση με τα όσα είχαν κάνει οι προηγούμενοι, κάθε άλλο παρά «θριαμβευτική» ήταν) προήλθε βασικά από την εκλογική μετακίνηση μεσαίων στρωμάτων προς τον χώρο που - με την ενσωμάτωση σημαντικού τμήματος του εκπεσόντος ΠΑΣΟΚ - αναδείχθηκε σε «έτερο πόλο» του συστήματος. Σε δεύτερο εκλογικό και κατά συνέπεια κυβερνητικό πόλο.

Οι τελευταίες εκλογές δηλαδή αποκατέστησαν σε σημαντικό βαθμό το δικομματικό σύστημα εναλλαγής στην κυβέρνηση και άσκησης εξουσίας το οποίο οι πολιτικοί επιστήμονες ορίζουν ως «ομαλή λειτουργία» του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης – και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από αυτή την άποψη η εκλογική επιτυχία του ­ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια πολιτική επιτυχία του κρατούντος πολιτικού συστήματος, το οποίο κατάφερε να επανέλθει στην επιθυμητή του μορφή και διάρθρωση μετά τους ισχυρούς τριγμούς που προκάλεσαν τα χρόνια της κρίσης. Δεν ήταν όμως μια «καθαρή» επιτυχία.
 
Το τίμημα που χρειάστηκε να πληρωθεί για ετούτη την αποκατάσταση ήταν βαρύ. Η προεκλογική επικοινωνιακή επέλαση του ΣΥΡΙΖΑ στον δρόμο προς την κυβερνητική εξουσία στηρίχτηκε κυρίως στην άρνηση των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και όλου του ρεπερτορίου πολιτικών που έχει χαραχτεί για την εξυπηρέτηση του στόχου της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας. Προφανώς στην ελληνική κοινωνία, όπου τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα και ο πολιτικά σημαντικός χώρος των μικρομεσαίων αστών είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής, ετούτο το τίμημα ήταν αναγκαίο για την αναρρίχηση στην εξουσία, αν και δεν ήταν η «προτιμητέα λύση» για την ομαλή συνέχιση των «μνημονιακών» πολιτικών.
 
Η «επικοινωνία» ενίοτε δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από εκείνα που «επιλύει» και με τον τρόπο αυτό το πολιτικό τοπίο έγινε ρευστό και αβέβαιο. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην καταστροφικό για τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ της χώρας μας, της Ευρώπης και φυσικά της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Προφανώς όμως η νέα κατάσταση απαιτεί μέτρα «προσαρμογής» και «στρωσίματος», όπως συμβαίνει με κάθε καινούργιο εργαλείο, στην πολιτική επίσης.
 
Μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάσταση εκτιμώντας τα «πολιτικά εργαλεία» της κάθε πλευράς. Ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας πολύ μικρή και κάθε άλλο παρά ενιαία οργανωμένη βάση, έχοντας πολυσυλλεκτικούς κοινωνικούς δεσμούς, ήρθε στην εξουσία ως διαμεσολαβητής μάλλον των αντιφατικών αιτημάτων των απελπισμένων μεσοστρωμάτων ή και των λαϊκών αντίστοιχων.
 
Τα μεσοστρώματα ελπίζουν πάντοτε στην αποκατάσταση μιας κοινωνικής κλίμακας και λειτουργίας που θεωρούν ότι τα είχε σημαντικά ευνοήσει, στην επιστροφή δηλαδή στις προ κρίσης καλές εποχές. Ταυτόχρονα, απεχθάνονται τυχόν ριζοσπαστικές αλλαγές που θα έθεταν σε κίνδυνο την επισφαλή κοινωνική τους θέση και είναι έκδηλα εχθρικά σε οτιδήποτε υποψιάζονται ότι θα τα υποβαθμίσει περισσότερο.
 
Για τούτο και επιθυμούν το τέλος της λιτότητας αλλά και διατήρηση του σχήματος Ευρωπαϊκή Ένωση,  ευρωζώνη και τα συνακόλουθα, που προκαλεί τη λιτότητα. Επιθυμούν ως νόμισμα το ευρώ ανεξάρτητα από τις υποψίες τους ότι και αυτό ευθύνεται - ως μηχανισμός - για την κοινωνική τους απαξίωση. Αυτή την ασάφεια μετέφεραν στις πρόσφατες διαβουλεύσεις οι διαπραγματευτές της νέας κυβέρνησης. Ασάφεια που εκπορεύεται από τις έξοχα αντιφατικές επιθυμίες της κοινωνικής βάσης της τελευταίας και, ως εκ τούτου, ελάχιστες «δημιουργικές» παραμέτρους εμπεριέχει.
 
Από τη μια η ασάφεια, από την άλλη η έλλειψη πολιτικών εργαλείων. Η νέα κυβέρνηση δεν έχει στον έλεγχό της ούτε το νόμισμα, ούτε τις τράπεζες, ούτε τα σύνορα (κίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίων), ούτε τις πλέον στοιχειώδεις εξουσίες που θα επέτρεπαν την εφαρμογή των σχεδίων της. Η ίδια πιστοποίησε την άρνησή της να ελέγξει τον πυρήνα έστω των κρατικών εξουσιών διακηρύσσοντας την «προσήλωση» στους ευρωπαϊκούς κανόνες.
 
Στην καθομιλουμένη αυτή η διακήρυξη σημαίνει ότι η νέα κυβέρνηση έχει παραιτηθεί ακόμα και από τις λίγες δυνατότητες που ακόμα δίνει το εθνικό - αστικό φυσικά - Σύνταγμα. Επιπλέον, βασισμένη στη λογική της ανάθεσης και της «αντιπροσώπευσης», δεν στηρίζεται σε κανενός είδους μαζικό κίνημα – ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως νωρίτερα ο αντίστοιχος του ΠΑΣΟΚ, υπονόμευσε επίμονα την όποια μορφή λαϊκού κινήματος, στον συνδικαλισμό λόγου χάριν.
 
'Οσο για την κατόπιν εορτής προσπάθεια να δημιουργήσει ένα υποκατάστατο «λαϊκού κινήματος» με τις μεθόδους των «πορτοκαλί επαναστάσεων» - εκκλήσεις στα «Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης», «πλατείες» κλπ-, το διάβημα όχι μόνο δεν προκάλεσε ένα πανευρωπαϊκό «νέο 1848» αλλά κατέληξε, όπως ήταν φυσικό, σε παρωδία. Μέσα από τα σαλόνια του Νταβός, των G7, 8 ή 20, του Σίτι και του Βατικανού, δεν προετοιμάζονται, υποψιαζόμαστε, λαϊκές κινητοποιήσεις.
 
Στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης - και όχι μόνο - η καταπληκτικά αδύναμη (με δική της ευθύνη) θέση της νέας κυβέρνησης έγινε αμέσως αντιληπτή (αυτοί είναι επαγγελματίες και η άρχουσα τάξη τους έχει από καιρό προσδέσει μεσοστρώματα κλπ στο πολιτικό της άρμα). Σε αυτήν την κατάσταση διέκριναν μια μοναδική ευκαιρία: να υποχρεώσουν μια «αριστερή» κυβέρνηση να προωθήσει τις ίδιες και τις αυτές πολιτικές που και πριν εφαρμόζονταν. Τις πολιτικές που εκπορεύονται από τα συμφέροντα -την αναζήτηση «ανταγωνιστικότητας»- του μεγάλου ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
 
Υπολόγισαν - και μάλλον σωστά - ότι μια τέτοια κυβέρνηση έχει μεγαλύτερο περιθώριο «ανοχής» και ως εκ τούτου δυνατότητες να υπερκεράσει τις όποιες λαϊκές αντιδράσεις στα επερχόμενα αντιλαϊκά μέτρα και ότι η γρήγορη φθορά και η συνακόλουθη «προσαρμογή» της (διά του εκβιασμού, έστω, δεν είναι μέθοδος άγνωστη στην πολιτική) θα επαναφέρουν την ηρεμία στο κυρίαρχο αστικό πολιτικό σύστημα, στην Ελλάδα και στη λοιπή Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να γίνει έτσι «δύναμη ανατροπής» ή έστω ενόχλησης, θα γίνει ένα θαυμάσιο εργαλείο για την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων που επιζητούν το ελληνικό και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο.
 
Πέντε εβδομάδες «ηρωικών» όσο και ανέξοδων δηλώσεων και λόγων - με μόνα όμως συγκεκριμένα μέτρα τα κάγκελα στο Σύνταγμα και τον Παυλόπουλο - μας έφεραν εδώ που είμαστε. Τίποτε δεν έχει τελειώσει, τίποτε δεν έχει παγιωθεί. Οι προοπτικές όμως αρχίζουν να διαγράφονται στο βάθος. Δεν δείχνουν ευχάριστες για τη χώρα μας, τους εργαζόμενους και τον λαό της.
 
του Γιώργου Μαργαρίτη, καθηγητή σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ
αναδημοσίευση από Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών Λέσβου (esakpameles.blogspot.gr)
Αρχική δημοσίευση στην "Eφημερίδα των Συντακτών"

Δεν υπάρχουν σχόλια: