Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η «κοινωνική οικονομία» έχει τις ευλογίες του κεφαλαίου (Του Χρήστου Μανταλόβα)

Η φιλολογία για την «κοινωνική οικονομία» γίνεται όλο και πιο πυκνή. Δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ - και όχι μόνο - στήνουν «σχήματα» και «εγχειρήματα», φτιάχνουν «λαϊκά» πανεπιστήμια, αποσπούν ακόμα και φράσεις του Μαρξ, προκειμένου να προπαγανδίσουν ότι υπάρχει απάντηση στην καπιταλιστική κρίση και ότι αυτή η απάντηση βρίσκεται μέσα στον καπιταλισμό. 

Τα παραπάνω επιβεβαιώνει στο ακέραιο ο εύγλωττος τίτλος μιας ακόμα ημερίδας που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από μια βδομάδα: «Κοινωνική Οικονομία: Απάντηση στην κρίση. Παίρνουμε τη ζωή στα χέρια μας - Δημιουργούμε τις δικές μας δουλειές».
Ωστόσο, η μόνη απάντηση που μπορεί να δώσει η «κοινωνική οικονομία» στην κρίση είναι να διαχειρίζεται για ορισμένο χρονικό διάστημα την εξαθλίωση και τη φτώχεια, συγκαλύπτοντας και αφήνοντας στο απυρόβλητο την αιτία που τις γεννά, τον ίδιο τον καπιταλισμό.
Στην ημερίδα μίλησαν οι δύο αναπληρώτριες υπουργοί Κοινωνικής Αλληλεγγύης (του υπουργείου Εργασίας) Ράνια Αντωνοπούλου και Θεανώ Φωτίου. Από τις τοποθετήσεις τους αναδείχθηκε ότι το «νέο» που επιδιώκει να φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, είναι να επεκτείνει, αν είναι δυνατόν, τα αποκαλούμενα εγχειρήματα της «κοινωνικής οικονομίας» σε όλη την οικονομία.
Υποκατάσταση του κράτους και φιλανθρωπία
Το πρώτο θεσμικό πλαίσιο για την «κοινωνική οικονομία» στην Ελλάδα φτιάχθηκε από το ΠΑΣΟΚ το 2011. Στη βάση αυτού έχουν δημιουργηθεί περίπου 900 «κοινωνικές επιχειρήσεις» (ΚΟΙΝΣΕΠ), από τις οποίες οι 600 θεωρούνται ενεργές. Το πλαίσιο δράσης τους αφορά κυρίως την προσφορά κοινωνικών παροχών και κοινωνικής φροντίδας.


Από την πράξη προκύπτει ότι στην Ελλάδα η πρώτη μορφή εκδήλωσης της «κοινωνικής οικονομίας» υποκαθιστά τον διαρκώς συρρικνούμενο δημόσιο τομέα, έρχεται να καταλάβει το χώρο που αφήνει ο συνεχής περιορισμός, ακόμα και η κατάργηση, κρατικών δομών Υγείας και Πρόνοιας. Πρόκειται για μια σταδιακή και συγκαλυμμένη ιδιωτικοποίηση αυτών των υπηρεσιών, με τους χρήστες ή το λαό στο σύνολό του να καλείται να καταβάλλει το σχετικό επιπλέον αντίτιμο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η Τοπική Διοίκηση αναλαμβάνει αναβαθμισμένο ρόλο σ' αυτήν την κατεύθυνση.
Τη διαδικασία αυτή συνεχίζει και στηρίζει η σημερινή κυβέρνηση στο ακέραιο με έναν αριστοτεχνικό τρόπο. Η Ράνια Αντωνοπούλου μίλησε καθαρά για την ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, αλλά και όσο είναι στην κυβέρνηση, να κάνει παρεμβάσεις, ώστε η υπόθεση αυτή να προχωρήσει και μέσα από κινηματικές διαδικασίες!
Δηλαδή, να γίνονται κινητοποιήσεις, που να διεκδικούν η σίτιση και η φύλαξη των νοσοκομείων να γίνονται από «κοινωνικές επιχειρήσεις» και όχι από εργολάβους. Το παράδειγμα το έφερε η ίδια η υπουργός. Ιδιωτικοποίηση στο όνομα της αντιμετώπισης της ανεργίας! Και, μάλιστα, ιδιωτικοποίηση που να φαίνεται ότι αποτελεί κοινωνικό αίτημα και όχι κυβερνητική πολιτική.
Το σχόλιο εδώ είναι ότι θα μπορούσαν να προσλάβουν μόνιμο προσωπικό. Ομως, τότε θα είχαν δικαιώματα, ενώ τώρα χαμηλής ποιότητας υπηρεσίας θα προσφέρουν εργαζόμενοι χωρίς δικαιώματα, που όμως θα αντιμετωπίζονται... ως επιχειρηματίες!
Γεύματα σε παιδιά ...κατά βούληση
Η Θεανώ Φωτίου αναφέρθηκε σε ένα άλλο εγχείρημα που παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδυάζει τη λεγόμενη «κοινωνική οικονομία» με την «εταιρική κοινωνική ευθύνη».
Το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι ένα πρόγραμμα παροχής «σχολικών γευμάτων» και ξεκίνησε να εφαρμόζεται στις 19 Φλεβάρη. Στόχος του είναι να παρέχει σίτιση μόνο σε μαθητές δημοτικών σχολείων, εντελώς όμως αποσπασματικά, χωρίς τίποτα να εξασφαλίζει τον αναγκαίο μόνιμο και διαχρονικό χαρακτήρα που θα έπρεπε να έχει.
Σήμερα, οι μαθητές στα Δημοτικά είναι πάνω από 600.000. Ομως η επιδίωξη το πρόγραμμα είναι να απευθυνθεί για το διάστημα Φλεβάρης - Ιούνης 2016 (για 86 μέρες) σε 4.000 μαθητές (0,66% του συνόλου) δημοτικών σχολείων. Δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε ότι οι σχεδιαστές του προγράμματος προφανώς θεωρούν ότι δεν έχουν ανάγκη σίτισης ούτε τα περίπου 150.000 νήπια, ούτε οι πάνω από 500.000 μαθητές των γυμνασίων - λυκείων.
Η ίδια η ύπαρξη του προγράμματος είναι αμφίβολη καθώς στηρίζεται ουσιαστικά στη «συμμετοχική χρηματοδότηση» (η λέξη φιλανθρωπία ενοχλεί), η οποία αφορά την «ευαισθητοποίηση των ατόμων», για να εισφέρουν ό,τι ο καθένας μπορεί, ώστε να υλοποιηθούν έργα... Εχουν ανοίξει, δηλαδή, μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, όπου ο καθένας μπαίνει μέσα για να προσφέρει ό,τι χρηματικό ποσό επιθυμεί, για να καλυφθούν τα έξοδα του προγράμματος. Ούτε λόγος για κρατική χρηματοδότηση.
Για τη σίτιση των 4.000 μαθητών απαιτούνται 860.000 ευρώ για αυτές τις 86 μέρες. Μέχρι στιγμής, έχουν μαζευτεί μόνο 202.000 ευρώ. Από αυτά τα 200.000 τα έβαλε η Εθνική Τράπεζα ως «μαγιά», όπως τα αποκάλεσε η Φωτίου.
Μεταξύ των στρατηγικών εταίρων αυτής της πρωτοβουλίας είναι Τράπεζες και διάφορα Ιδρύματα υπό την αιγίδα επιχειρηματικών ομίλων (βλέπε Μποδοσάκη, Ωνάση, Λάτση κ.λπ.).
Η «μεγάλη εικόνα»
Είναι αυτονόητο ότι τέτοιου είδους προγράμματα δεν αποτελούν λύση, καθώς έχουν προσωρινό χαρακτήρα λόγω των αβέβαιων πηγών χρηματοδότησης. Πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζουν τη φτώχεια, αλλά έρχονται να τη διαχειριστούν και να συγκαλύψουν τις αιτίες της, αφού παρουσιάζει αυτούς που τη γεννούν ως φιλάνθρωπους.
Η σχέση του προγράμματος αυτού με την «κοινωνική οικονομία» είναι ότι έχουν βάλει τρεις «κοινωνικούς συνεταιρισμούς» να μαγειρεύουν για τα παιδιά. Εδώ μπαίνουν και μια σειρά άλλα ζητήματα, όπως τα κριτήρια με τα οποία ελέγχεται η ποιότητα της τροφής και του μαγειρέματος.
Το πρόγραμμα αυτό - ανέφερε η Φωτίου - θέλουν να το επεκτείνουν του χρόνου και σε άλλα σχολεία. Με τι λεφτά, δεν το διευκρίνισε. Και πρότεινε άνεργες γυναίκες να φτιάχνουν «κοινωνικές επιχειρήσεις», για να μαγειρεύουν αυτές...
Ας δούμε όλη την εικόνα μαζί. Ανεργοι που τους στερεί τη δουλειά ο καπιταλισμός, θα φτιάχνουν «κοινωνικές επιχειρήσεις», ελπίζοντας ότι θα χρηματοδοτηθούν από φιλάνθρωπους κεφαλαιοκράτες, για να σιτίζουν παιδιά, τα οποία πεινάνε, εξαιτίας της δράσης του κεφαλαίου! Και, μάλιστα, σε συνθήκες που τα συμφέροντα του κεφαλαίου απαιτούν νέες εργατικές - λαϊκές θυσίες για την ανάκαμψη των κερδών του, διογκώνοντας τις αιτίες που γεννούν τη φτώχεια και την ανεργία.
Το κράτος, από την πλευρά του, αποποιείται τις ευθύνες για κάθε τέτοιου είδους υπηρεσίες, εξοικονομώντας χρήματα, τα οποία καλύτερα θα μπορούν να αξιοποιηθούν για λογαριασμό του κεφαλαίου. Η «κοινωνική οικονομία» σε όλο της το μεγαλείο!
Ακόμα η Θ. Φωτίου είπε ότι υπάρχουν άδεια ακίνητα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν - αν αλλάξει ο νόμος - για τη στέγαση αστέγων και κάλεσε αρχιτέκτονες, μπογιατζήδες κι άλλους για να φτιάξουν «κοινωνικές επιχειρήσεις» να τα ανακαινίσουν για να μπορούν να υποδεχτούν τους άστεγους.
«Συνεταιριστικά» εργοστάσια
Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να επεκτείνει το μοντέλο αυτό στο σύνολο της οικονομίας, μιλώντας για τη δυνατότητα εργαζόμενοι να αναλαμβάνουν την επαναλειτουργία πτωχευμένων ή κλειστών επιχειρήσεων, ακόμα και να συστήσουν νέες. Την περασμένη Τετάρτη, η Αντωνοπούλου συναντήθηκε με τον Γάλλο πρέσβη με βασικό αντικείμενο συζήτησης το νόμο «Florence» το 2014 στη Γαλλία, με τον οποίο δόθηκε η δυνατότητα αναδιοργάνωσης και επαναλειτουργίας πτωχευμένων παραγωγικών επιχειρήσεων ή απειλούμενων με κλείσιμο επιχειρήσεων, μέσω σχημάτων «κοινωνικής οικονομίας».
Για να πλασάρει ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα καλύτερα το μοντέλο της «κοινωνικής οικονομίας» το ντύνει με το περιτύλιγμα μιας «επιχειρησιακής» θα λέγαμε δημοκρατίας. Δηλαδή, ότι οι «κοινωνικές επιχειρήσεις» στηρίζονται στην αυτοδιαχείριση και όσοι συμμετέχουν σε αυτές θα έχουν ίσο δικαίωμα ψήφου. Ενας εργαζόμενος - μία ψήφος, αναφωνούν.
Συνεχίζοντας την παραπλάνηση ισχυρίζονται ότι αυτές οι επιχειρήσεις δεν εντάσσονται ούτε στον κρατικό ούτε στον ιδιωτικό τομέα. Αποτελούν ένα δήθεν ανεξάρτητο τομέα «που θα αντιμετωπίσει τις αστοχίες του ιδιωτικού και του κρατικού τομέα, θα συγκρατήσει τη μετανάστευση των νέων και θα αποτελέσει ένα όπλο για τη μείωση της ανεργίας ειδικά της νέας γενιάς».
Ο ισχυρισμός αυτός είναι πέρα για πέρα παράλογος, καθώς εμφανίζει την «κοινωνική οικονομία» να λειτουργεί σε ένα παράλληλο σύμπαν, εκτός καπιταλισμού. Ακόμα ερευνάται από πού θα προμηθεύονται τις πρώτες ύλες, τα μέσα παραγωγής, και σε ποια αγορά θα πουλάνε τα προϊόντα τους...
Δεν αναιρούνται οι νομοτέλειες του καπιταλισμού
Οποιαδήποτε επιχείρηση, από τη στιγμή που λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, υπόκειται σε οικονομικούς νόμους που δρουν αντικειμενικά, πέρα και έξω από τη θέληση των ατόμων. Το κυνήγι του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους είναι όρος επιβίωσης για οποιαδήποτε επιχείρηση στον καπιταλισμό, κρατική, ιδιωτική ή συνεταιριστική. Οποια δεν μπορεί να το πετύχει είναι καταδικασμένη.
Το κέρδος έρχεται μόνο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Και όσο μεγαλύτερος είναι ο ανταγωνισμός τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ανάγκη για αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης.
Μια συνεταιριστική επιχείρηση, σε μια πορεία, είτε θα απεκδυθεί τον κοινωνικό μανδύα της και θα γίνει καθαρά καπιταλιστική, είτε θα παύσει να λειτουργεί ως επιχείρηση, είτε θα κλείσει. Για αυτό και είναι ψευδής ο ισχυρισμός των ρεφορμιστών ότι με την ίδρυση συνεταιριστικών επιχειρήσεων η καπιταλιστική οικονομία θα μετασχηματιστεί σταδιακά από μια «οικονομία της αγοράς» (που έχει στόχο το κέρδος) σε μια «οικονομία των αναγκών» (που έχει στόχο την κάλυψη των αναγκών).
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ιδιαιτερότητα των συνεταιριστικών επιχειρήσεων, οι εργαζόμενοι να είναι (για κάποια περίοδο) σε κάποιο βαθμό ταυτόχρονα και εργοδότες του εαυτού τους. Ισχύει δηλαδή ό,τι ισχύει και για τον αυτοαπασχολούμενο ατομικό ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής.
Οπως φαίνεται από τα παραπάνω, το σύνθημα της «κοινωνικής οικονομίας» θα μπορούσε να είναι: «Δε χρειάζεται να ανατρέψετε τον καπιταλισμό, φτιάξτε επιχειρήσεις». Ετσι προσπαθεί να αποπροσανατολίσει την εργατική τάξη από το μεγάλο της καθήκον, την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.
Κλείνοντας, θα υπενθυμίσουμε ένα σχόλιο του Μαρξ, από όσα έχει πει για τη συνεταιριστική εργασία στον καπιταλισμό: «Κατά ένα μέρος ρίχνεται σε δογματικούς πειραματισμούς, σε τράπεζες ανταλλαγών και σε εργατικούς συνεταιρισμούς, δηλαδή σ' ένα κίνημα όπου παραιτείται από την ιδέα ν' ανατρέψει τον παλιό κόσμο με το σύνολο των δικών του μεγάλων μέσων και προσπαθεί να πραγματοποιήσει την απολύτρωσή του πίσω από την πλάτη της κοινωνίας, με ιδιωτικό τρόπο, μέσα στους περιορισμένους όρους ύπαρξής του και που γι' αυτό αναγκαστικά αποτυχαίνει» (απόσπασμα από τη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σ. 26).
Η διαφορά είναι βέβαια ότι αυτοί που επιχειρούσαν τότε, τον 19ο αιώνα, αυτά τα εγχειρήματα, είχαν αυταπάτες, ενώ σήμερα τα αντίστοιχα εγχειρήματα αποτελούν προϊόν εξαπάτησης των εργαζομένων από την αστική εξουσία και τις κυβερνήσεις της...

Χρήστος ΜΑΝΤΑΛΟΒΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: