Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων (Του Βασίλη Ραφαηλίδη)

"Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνία­τροι και οι κρετίνοι"

ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυ­μα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιό­τητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.

Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει την "κα­θαρότητα" του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέ­λη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυ­τή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες. Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες.

ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής.

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Βασίλης Ραφαηλίδης: Περί φτώχειας και επιδόματος ανεργίας

"Το επίδομα ανεργίας πρέπει να είναι καλά υπολογισμένο για να μην κρατιέσαι για πολύ στα ποδάρια σου".

Φτώχεια λέγεται η κατάσταση εκείνη κατά την οποία η επιβίωση αποτελεί την πρώτη και σχεδόν τη μοναδική φροντίδα του ανθρώπου. Ο φτωχός δεν ζει, επιβιώνει όταν μπορεί να επιβιώσει. Το σύνθημα «ζωή, όχι επιβίωση» παραπέμπει στη σταθερή απαίτηση του ανθρώπου, από τότε που έγινε sapiens (σκεπτόμενος), να αποδεσμευτεί κάποτε από τον αγώνα για την επιβίωση και να μπει στη ζωή χωρίς αγωνία.

Πέρασαν πολλοί αιώνες από τότε που ο άνθρωπος κατάλαβε πως σκοπός της ύπαρξής του δεν είναι η επιβίωση, όπως στα ζώα, αλλά η ζωή. Κι ωστόσο το σύνθημα «ζωή, όχι επιβίωση» διατηρεί πάντα τη σημασία που είχε την εποχή του ανθρώπου του Νεάντερταλ. Είναι λίγοι αυτοί που πράγματι ζουν. Οι περισσότεροι είτε -επιβιώνουν, είτε ψευτοζούν με το φόβο πως θα χάσουν ακόμα και τη δυνατότητα της επιβίωσης που εξασφάλισε στους περισσότερους ο καπιταλισμός.

Ο καπιταλισμός όντως εξασφάλισε στους περισσότερους τη δυνατότητα της επιβίωσης, Γιατί, τα πριν απ' αυτόν κοινωνικά συστήματα θα μπορούσαν να έχουν ως σύνθημα «επιβίωση, όχι θάνατος». Η διαφορά ανάμεσα στα δύο συνθήματα είναι προφανής. Σήμερα, μπορεί να επιβιώσει κανείς ασκώντας, ας πούμε το «επάγγελμα» του ζητιάνου. Όμως, σκεφτήκατε ποτέ πως στο Μεσαίωνα και ζητιάνος να ήσουν και να εξαρτούσες τη ζωή σου αποκλειστικά από την ελεημοσύνη θα ήταν δύσκολο να επιβιώσεις. Ήταν τόσο λίγοι οι πλούσιοι τότε, που κι αν φανταστούμε όλους τους πλούσιους ελεήμονες και φιλάνθρωπους θα κατάφερναν να κάνουν να επιβιώσουν διά της ελεημοσύνης μόνο ένα εντελώς ασήμαντο μέρος από τις στρατιές των εξαθλιωμένων. Αυτή η κατάσταση θα διαρκέσει κάπου 13 αιώνες, από τους λεγόμενους Σκοτεινούς Χρόνους που διαδέχονται την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 5ο αιώνα, μέχρι τον 18ο ή τον 19ο αιώνα.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, ο Δημοσιογράφος, ο Συγγραφέας, ο Κριτικός

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, ο Δημοσιογράφος, ο Συγγραφέας, ο Κριτικός
www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_5.jpg

Μικρό Βιογραφικό

          Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης. Ο πατέρας του (Ανάργυρος) ήταν φιλόλογος και η μητέρα του (Ελένη) δασκάλα. Το 1953 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1959 αποφάσισε να σπουδάσει κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου στην ταινία «Μικρές Αφροδίτης» αλλά και του Ροβήρου Μανθούλη. Το 1962 γύρισε δύο ταινίες τεκμηρίωσης (ντοκιμαντέρ), το Βυζαντινό μνημόσυνο και το Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους. Ο ίδιος στη συνέχεια αδιαφόρησε και αποσύρθει από το σκηνοθετικό επάγγελμα είχε δε δηλώσει ότι θα αισθανόταν πολύ άβολα αν έπεφτε πάνω σε κάποια από τις ταινίες του. Το 1963 άρχισε να εργάζεται ως κριτικός κινηματογράφου αρχικά την Επιθεώρηση Τέχνης και αργότερα στην Δημοκρατική Αλλαγή. Το 1964-65 βρέθηκε στην Αλγερία κοντά στον Μιχάλη Ράπτη. Ήταν στην ομάδα που εξέδωσε το περιοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος το 1966 το οποίο έκλεισε η Χούντα για να το επανεκδώσει το 1968 με τον τίτλο Σύγχρονος Κινηματογράφος, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

        Από τη μεταπολίτευση και ύστερα εργάστηκε σαν κινηματογραφικός κριτικός, σχολιογράφος και ρεπόρτερ αλλά και επιφυλλιδογράφος σε διάφορα έντυπα όπως: Βήμα (1974-1983), Έθνος (1983-1998) και στην Ελευθεροτυπία (1998 ως το θάνατό του το 2000). Το τελευταίο διάστημα της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων αφήνοντας πίσω του ένα ογκώδες και πολύ ενδιαφέρον συγγραφικό έργο.
        Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου, αλλά πάνω απ’ όλα ένας σπουδαίος άνθρωπος με βάθος σκέψης, που δε δίσταζε να κατονομάσει τα πράγματα, ένας ιδεολόγος της αριστεράς, αλλά της ανοιχτής αριστεράς που μπορεί να δει το μέλλον και να προσαρμοστεί στο παρόν, όχι της αριστεράς που φέρει παρωπίδες, έφυγε από τη ζωή το 2000 χτυπημένος από τον καρκίνο. Η έλλειψη μιας τέτοιας φωνής στις μέρες μας είναι χωρίς άλλο εμφανέστατη.
www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_Alexis_Damianos.jpg
Βασίλης Ραφαηλίδης και Αλέξης Δαμιανός
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης αυτοβιογραφούμενος

(Μια μέθοδος άνευ διδασκάλου για να γίνεις κριτικός)


        Έγινα κριτικός κινηματογράφου μάλλον κατά λάθος. Εν πάση περιπτώσει, δε διάλεξα εγώ αυτό το επάγγελμα, το οποίο είναι ένα απ’ τα πολλά που έκανα στη ζωή μου και στο οποίο δυστυχώς κόλλησα για τα καλά.
        Το 1964, που είδα την πρώτη μου ταινία, ήμουν ήδη αρκετά μεγάλος: 12 χρονών. Μέχρι τότε, έβλεπα τον πόλεμο και την δυστυχία εκ του φυσικού και όχι επί της οθόνης. Και ξαφνικά, ο κινηματογράφος μου αποκάλυψε έναν άλλο κόσμο: όμορφο, τακτοποιημένο και μεγαλειώδη. Ήταν το σωστό αντίδοτο στη φτώχεια και στη δυστυχία ενός ήδη πολύ ταλαιπωρημένου παιδιού. Που ζούσε στην επαρχία, στην Καστοριά, και έτυχε να ‘ναι γιος «αριστερών» και ανελέητα κυνηγημένων δημοσίων υπαλλήλων: Ο φιλόλογος πατέρας μου και η δασκάλα μάνα μου δεν κατάφεραν σχεδόν ποτέ να ταΐσουν σωστά τα τρία τους παιδιά· διότι, βέβαια, δύσκολα δουλεύει κανείς για τα παιδιά του όταν είναι στις φυλακές και τις εξορίες ή, λίγο νωρίτερα, στον ΕΛΑΣ. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στους γονείς μου για τούτη την, για λόγους ιδεολογικούς, πείνα. Μου ‘μαθε να νοιάζομαι για την πείνα των άλλων και να την συναρτώ από κάποιες ιδέες.

        Ωστόσο, μεγαλώνοντας, κάτι έπρεπε να βρω να κάνω για να φάω. Σκέφτηκα να γίνω γιατρός για να λύσω το πρόβλημά μου, αλλά πολύ σύντομα απελπίστηκα κι εγκατέλειψα το σχέδιο. Το 1958, σε ηλικία 24 ετών, το είχα πάρει απόφαση πως θα ‘μενα ή, μάλλον, πως θα κατέληγα γουνεργάτης, αφού ήξερα κάπως τη δουλειά της γούνας. Και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα ν’ αξιοποιήσω τη λιγάκι παρανοϊκή αγάπη μου για τον κινηματογράφο. Είχαν πάρει τα μυαλά μου αέρα, που λένε, και τούτος ο αέρας ίσως να υπάρχει ακόμα εντός της κρανιακής μου κάψας.
        Λοιπόν, σπούδασα (τρόπος του λέγειν) σε μια ιδιωτική σχολή κινηματογράφου, με την πρόθεση να γίνω σκηνοθέτης, κι έμαθα γαλλικά άνευ διδασκάλου (δεν υπήρχε φράγκο για δάσκαλο), με μοναδικό σκοπό να μελετήσω γαλλικά κινηματογραφικά κείμενα, μια και δε μπορούσα να βρω ελληνικά. Ο μοναδικός σοβαρός δάσκαλος στον κινηματογράφο, από το 1953 μέχρι το 1960, οπότε σταμάτησε να γράφει κινηματογραφική κριτική, ήταν ο Μάριος Πλωρίτης. Πολλά χρόνια αργότερα, ήταν για, μένα απροσδόκητη χαρά να συναντήσω τον σπουδαίο δάσκαλο της νιότης μου, ως συνάδελφος πια στην εφημερίδα όπου δουλεύουμε σήμερα και οι δύο.

        Χρωστάω πάρα πολλά στον Μάριο Πλωρίτη – τόσα, όσα και σ’ έναν άλλο καλό μου δάσκαλο, τον Χρίστο Βλαχιώτη. Απ’ αυτόν έμαθα πως η γνώση «για να…» (για να γίνεις αυτό ή το άλλο, για να πετύχεις ετούτο ή εκείνο) είναι καθαρός παραλογισμός όταν δεν είναι σκέτος αριβισμός: η γνώση είναι υπόθεση υπαρξιακή, που σε βοηθάει να ζεις.
        Έτσι εγκατέλειψα για πολλοστή φορά τα σχέδιά μου: δε μάθαινα πια κινηματογράφο για να γίνω σκηνοθέτης, αλλά γιατί έτσι μου άρεσε. Ονειρευόμουν για τον εαυτό μου ένα τρελό επάγγελμα, άγνωστο και καινούργιο, τουλάχιστον στην Ελλάδα: αυτό του επαγγελματία… αναγνώστη! Και χρησιμοποίησα τον κινηματογράφο ως σημείο αναφοράς των πάντων Έτσι γλίτωσα εγκαίρως από την αποβλακωτική κινηματογραφοφιλία, όχι όμως κι απ’ τον κινηματογραφικό επαγγελματισμό, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει, αλλά μόνο σε μια και μοναδική περίπτωση: αν κέρδιζα το λαχείο, ώστε να λύσω μια και καλή το φοβερό και το τρομερό βιοποριστικό πρόβλημα· πράγμα που δε συνέβη, δυστυχώς, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Ωστόσο, συνεχίζω να πιστεύω αφελώς στο νόμο των πιθανοτήτων και να θεωρώ την ανάγκη για βιοπορισμό ως τη μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να βρει έναν άνθρωπο.
        Λοιπόν, δούλεψα για βιοπορισμό στον κινηματογράφο κάπου τέσσερα χρόνια εδώ και στο Αλγέρι, όπου βρέθηκα το 1964, κυνηγώντας περιπέτειες και μεροκάματο. Στο Αλγέρι γνώρισα τον τρίτο σπουδαίο μου δάσκαλο, τον Μιχάλι Ράπτη (Μισέλ Πάμπλο). Είναι αυτός που μου ‘μαθε την αξία του ζην επικινδύνως και του αγωνίζεσθαι ακατάπαυστα, μπας κι αλλάξει κάτι σε τούτο τον κόσμο που βαδίζει σαν τον κάβουρα πάνω στην ανθρακιά. 
        Στο Αλγέρι, βρέθηκα ξαφνικά με τρία επαγγέλματα: του κινηματογραφιστή, του δημοσιογράφου και του κριτικού. Επιστρέφοντας διαπίστωσα πω τρία επαγγέλματα είναι πολλά για έναν ουσιαστικά ανεπάγγελτο, και κράτησα, και κράτησα μόνο το τρίτο: έγινα επαγγελματίας κινηματογραφικός κριτικός κατά το τέλος του 1965. Όμως, ήμουν ήδη ερασιτέχνης κινηματογραφικός κριτικός από το 1963. Και να πως προάχθηκα κατά λάθος από φανατικός κινηματογραφόφιλος σε ερασιτέχνη κριτικό: το 1963, μια ομάδα κινηματογραφιστών, που ανήκαμε όλοι στην ΕΔΑ, βρεθήκαμε στο πολύ έγκυρο και σοβαρό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Μας πήραν εκεί για να οργανώσουμε τον τομέα «κινηματογράφος». Όμως ενώ όλοι μας μιλούσαμε για κινηματογράφο, κανείς δεν ήθελε να γράψει για κινηματογράφο. Με τα πολλά, και ύστερα από μια αποφασιστική επέμβαση του Δημήτρη Δεσποτίδη και του Κ. Πορύρη (και οι δυο πεθαμένοι σήμερα), κατάφεραν να πείσουν εμένα. Κι έτσι έγραψα κατ’ ανάθεσιν το πρώτο μου κινηματογραφικό κείμενο: ήταν μια μελέτη για τη Δίκη του Όρσον Γουέλς (Orson Welles). Ο Δεσποτίδης πήρε υπέρ το δέον στα σοβαρά εκείνο το κείμενό μου και με βάφτισε κριτικό. Το… παρατσούκλι μου έμεινε…

        Το 1965, λοιπόν, κι ενώ είχα επιστρέψει από το Αλγέρι με την προοπτική να ξαναφύγω σύντομα προς άγνωστον κατεύθηνσιν, ζήτησα δουλειά, με τα διαπιστευτήρια της «Επιθεώρησης Τέχνης» στην απογευματινή εφημερίδα της ΕΔΑ «Δημοκρατική Αλλαγή». Μου την έδωσαν αμέσως. Κι έτσι έγινα επαγγελματίας κινηματογραφικός κριτικός. Μέχρι την απριλιάτικη συμφορά του 1967, όταν έκλεισε η εφημερίδα, κρατούσα σ’ αυτήν την στήλη της κινηματογραφικής κριτικής, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.
        Τα πηγαίναμε θαυμάσια σ’ αυτήν την εφημερίδα, μέχρι που εμφανίστηκαν οι πρώτες ιδεολογικές δυσκολίες: άρχισαν οι έντονες επιπλήξεις για ιδεολογικές παρακλήσεις, που σίγουρα υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν. Χωρίς την επέμβαση της Έλλης Παππά, που καταλάβαινε πως οι παρακλήσεις δεν ήταν δα και προς καταστροφή του κόμματος, κατά πάσα πιθανότητα θα εγκατέλειπα και αυτό το επάγγελμα που το βρήκα καθυστερημένα ή, μάλλον, που με βρήκε εκείνο με τη μεσολάβηση του Δεσποτίδη.

        Το 1966, παρέα με τον Αλέξη γρίβα και με συνεργάτες που όλοι τους είχαν σχέση με τη «Δημοκρατική Αλλαγή», εκδώσαμε το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος». Το τεύχος 6, επιτέλους σωστά τυπωμένο απ’ το Θεμέλιο, που είχε αναλάβει την έκδοσή του, χάρις στην επιμονή του καλού φίλου και φανατικού κινηματογραφόφιλου Μίμη Δεσποτίδη, μπλοκαρίστηκε στο βιβλιοδετείο από τη χούντα και πολτοποιήθηκε μαζί με τα όνειρά μας.
        Το 1968, μετά την αποφυλάκισή μου, βάζουμε μπροστά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος», που ήταν η συνέχεια του προηγούμενου με άλλον τίτλο, δια του φόβου των Ιουδαίων. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 1969…

        Τώρα ξέρετε πως γίνεται κανείς κινηματογραφικός κριτικός: από σύμπτωση, όπως όλα σε τούτο τον συμπτωματικό τόπο, όπου έτυχε να ζούμε εντελώς συμπτωματικά.

Βασίλης Ραφαηλίδης, από τον πρόλογο στο «Λεξικό ταινιών», Α’ τόμος, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982. Αναδημοσιεύεται στο «Βασίλης Ραφαηλίδης» εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης - Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου - Αιγόκερως, Αθήνα 2000

 www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis.JPG www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_2.JPG www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_3.JPG
Βιβλία του Βασίλη Ραφαηλίδη


































Η μυθική ιστορία των Εβραίων


Video με τον Βασίλη Ραφαηλίδη (επιλογή)
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης “Ο ρόλος και η χρήση της μουσικής στην τέχνη του κινηματογράφου: Κλικ εδώ
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην εκπομπή Κίτρινος Τύπος του Μ. Τριανταφυλλόπουλου: Κλικ εδώ

αναδημοσίευση από koinotopia.gr
 

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

ΜΟΡΦΕΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

(...) Υπάρχουν τρεις μορφές ιδιοκτησίας: η ατομική, η προσωπική και η συλλογική. Όμως, συχνά γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην ατομική και την προσωπική.
Η ατομική ιδιοκτησία είναι έννοια νομική, ενώ η προσωπική είναι έννοια πρακτική, ηθική και ταυτόχρονα ψυχολογική. Τα ρούχα μου, για παράδειγμα, κάτω από οποιοδήποτε παραγωγικό σύστημα κι αν παραχθούν, εφόσον τα φορώ είναι προσωπική μου ιδιοκτησία. Όμως, είναι ατομική ιδιοκτησία του παραγωγού ή του εμπόρου όταν βρίσκονται ακόμα στις αποθήκες του παραγωγού ή στις προθήκες του εμπόρου.

Σε τελική ανάλυση όλα τα εμπορεύματα καταλήγουν να είναι προσωπική μας ιδιοκτησία, που δεν υπάρχει περίπτωση να καταργηθεί ποτέ. Όμως, σε μια τέτοια περί ιδιοκτησίας αντίληψη είναι φανερό πως δεν δικαιούμαστε να κατέχουμε ό,τι μας είναι άχρηστο και που ενδεχομένως θα ήταν χρήσιμο σε κάποιον άλλο.

Ο μαρξισμός λοιπόν αντιστρέφει τους όρους ατομικό - προσωπικό και δίνει έμφαση στο προσωπικό. Αλλά για να μπορεί κανείς να έχει προσωπική ιδιοκτησία εύκολα και για να την έχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι, πρέπει τα προϊόντα που έτσι κι αλλιώς παράγονται με τρόπο κοινωνικό, αφού στην παραγωγή τους μετέχουν πολλοί, να διανέμονται επίσης με τρόπο κοινωνικό, ελεγχόμενο από το σύνολο της κοινωνίας, δηλαδή το σύνολο των αλληλεξαρτημένων παραγωγών.

Είμαστε αδέρφια όχι μόνο γιατί έχουμε κοινό μακρινό γενάρχη, όπως θέλουν να λεν οι χριστιανοί που ξέχασαν τα κοινωνικά διδάγματα του χριστιανισμού, αλλά διότι η ύπαρξή μας στον κόσμο εξαρτάται χωρίς καμιά αμφιβολία από την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων. Συνεπώς δεν μπορώ να εξοντώσω τους άλλους ανθρώπους όχι μόνο γιατί είναι απάνθρωπο ή ανήθικο, αλλά διότι μου χρειάζονται. Ακόμα και για να τους… εκμεταλλεύομαι!

(…) Ίσως κάποτε η κοινωνία συσσωρεύσει τόσο πλούτο, που το εκμεταλλευτικό σύστημα καταρρεύσει από μόνο του. Διότι, ο καβγάς γίνεται πάντα για το πάπλωμα. Κι όταν υπάρχει πάπλωμα να σκεπάζει όλους, ο καβγάς για το πάπλωμα σταματάει.
Ωστόσο, αυτούς τους αυτοματισμούς μόνο να τους ονειρευόμαστε μπορούμε. Η πικρή αλήθεια είναι κρυμμένη αλλού. Στη σπανιότητα των αγαθών και στο πλήθος των ανθρώπων που θα ήθελαν να τα αποχτήσουν.

Υπάρχει λοιπόν εκμετάλλευση διότι υπάρχει σπανιότητα αγαθών. Στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, όπου απλώνεις το χέρι και παίρνεις την τροφή από την μάνα φύση που, αυτή, αν γινόταν θα μας θεωρούσε όλους παιδιά της, δεν μπαίνει πρόβλημα εκμετάλλευσης. Διότι εκεί δεν μπαίνει πρόβλημα εργασίας για την παραγωγή καταρχήν της τροφής. Όμως, το αεροπλάνο, το αυτοκίνητο, το δέκτη της τηλεόρασης δεν τα παίρνεις απ΄ευθείας από τη φύση. Αυτά τα πράγματα δεν είναι φυσικά, είναι κοινωνικά προϊόντα. Παρήχθησαν με την εργασία πολλών και όχι μόνο του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Τα παλιά εκμεταλλευτικά συστήματα παραγωγής είχαν ίσως ένα σοβαρό νόημα ύπαρξης μόνο όταν ο καβγάς γινόταν αποκλειστικά για την τροφή, οπότε το ζώο-άνθρωπος θυμόταν τον αρχαίο ζωώδη εαυτό του και ορμούσε όχι μόνο για στην τροφή, αλλά και σ΄αυτούς που την ήθελαν αποκλειστικά δική τους για να κορέσουν αποκλειστικά τη δική τους πείνα. Πράγμα φυσικό, φυσικότατο προκειμένου για ζώα.

Αλλά γιατί να είναι φυσική και η ανάγκη να έχω αυτοκίνητο; Όταν έχω μια τέτοια ανάγκη, αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική, αφού καθορίζεται από τις ανάγκες που δημιούργησε η κοινωνία μέσα στην πορεία της ανάπτυξής της, πάντα με τη συμμετοχή πολλών και όχι μόνο με τη συμβολή των ιδιοκτητών.
Σίγουρα τα κοινωνικά προβλήματα τα δημιουργεί η σπανιότητα αγαθών. Όμως, μέχρις ότου η κοινωνία φτάσει να παράγει ένα… αεροπλάνο για τον καθένα, όσα αγαθά είναι ακόμα σπάνια πρέπει να μπουν υπό κοινωνικό έλεγχο. Και θα μπουν μόνον όταν όλα τα αγαθά γίνουν ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινωνίας. Γιατί ολόκληρη η κοινωνία παίρνει μέρος στην παραγωγή τους, άμεσα είτε έμμεσα.


Βασίλης Ραφαηλίδης, "Καπιταλισμός, η κρυφή γοητεία της Μπουρζουαζίας", κεφ. 2 "Η εκμετάλλευση" σελ. 19-21. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2000, 2η έκδοση αναθεωρημένη.


....