Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Για την εργατική αριστοκρατία, τη διαφοροποίηση και διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης

Στη θέση 23 των Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο γίνεται αναφορά στη συρρίκνωση του στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας και στη διεύρυνση της διαφοροποίησης στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Με αφορμή αυτές τις αναφορές τίθεται το ερώτημα σε ποια υλική βάση λαμβάνουν χώρα τα παραπάνω.

Ο άνθρωπος πάντα χρησιμοποιούσε την εργατική του δύναμη, δηλαδή το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων του, για την παραγωγή χρήσιμων γι' αυτόν προϊόντων. Στον καπιταλισμό, παράλληλα με τη γενίκευση της μετατροπής των προϊόντων σε εμπορεύματα, γενικεύεται και η μετατροπή της εργατικής δύναμης του ανθρώπου σε εμπόρευμα. Η μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση των κοινωνικών μέσων παραγωγής στα χέρια ενός τμήματος της κοινωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κριτήριο της ταξικής διαίρεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας: Από τη μία, η αστική τάξη αποτελείται από τους ιδιοκτήτες των κοινωνικών μέσων παραγωγής και από την άλλη η εργατική τάξη αποτελείται από όλους όσοι δεν έχουν στην ιδιοκτησία τους μέσα παραγωγής και εξαναγκάζονται να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές.

Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν αρκεί για την οριοθέτηση των δύο βασικών τάξεων της κοινωνίας. Πρέπει να συνυπολογιστούν και άλλα κριτήρια. Γι' αυτόν το λόγο ο Λένιν έδωσε τον εξής ορισμό των τάξεων: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ' ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας».

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ιστορικός Υλισμός ως μέθοδος και επιστήμη

«Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε» (Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς: 11η Θέση για τον Φόιερμπαχ)


«Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, μα αντίθετα, το κοινωνικό Είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους» (Κ. Μαρξ, από τον Πρόλογο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Διαλεχτά Εργα Μαρξ-Ενγκελς, τ. Ι, σελ. 424)

«Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών». (Κ. Μαρξ, από τη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη)

Η υλιστική ερμηνεία της ιστορίας
  • Η ανθρώπινη κοινωνία αποτελεί τμήμα του ενιαίου υλικού κόσμου που μας περιβάλλει. Αποτελεί όμως ειδικό, ποιοτικά διαφορετικό από τη φύση τομέα του διαλεκτικού υλισμού.
  • Μια από τις σπουδαιότερες ιδιοτυπίες της ανάπτυξης της κοινωνίας, σε διάκριση από την φύση, είναι το γεγονός ότι στην ιστορία της κοινωνίας δρουν άνθρωποι προικισμένοι με συνείδηση, με θέληση, που βάζουν μπροστά τους σκοπούς, ενώ στη φύση δρουν μονάχα τυφλές, ασυνείδητες δυνάμεις.
  • Ο ιστορικός υλισμός μελετά την κοινωνία, την ανάπτυξή της, την κοινωνική ζωή γενικά στο σύνολό της, στην εσωτερική σύνθεση και αλληλεπίδραση των πλευρών, των σχέσεων και των προτσές της.
  • Ο ιστορικός υλισμός, σε διάκριση από την ιστορία, είναι αφηρημένη-θεωρητική, μεθοδολογική, φιλοσοφική επιστήμη.
  • Ο ιστορικός υλισμός θεωρεί την ανθρώπινη κοινωνία, τον κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό, σαν ζωντανό οργανισμό, που βρίσκεται σε διαρκή ανάπτυξη, και που περιλαμβάνει και τις οικονομικές και τις πολιτικές και τις πνευματικές σχέσεις στην εσωτερική τους αλληλοσύνδεση.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΛΙΓΔΟΠΟΥΛΟΣ: Πρωτοπόρος μαρξιστής στην εποχή του έδωσε και τη ζωή του για την υπόθεση της εργατικής τάξης

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΛΙΓΔΟΠΟΥΛΟΣ
Πρωτοπόρος μαρξιστής στην εποχή του έδωσε και τη ζωή του για την υπόθεση της εργατικής τάξης
Ο πρώτος νεκρός κομμουνιστής, ήρωας στην Ιστορία του ΚΚΕ, δολοφονημένος από τους αστούς

Στις 25 Οκτώβρη 1920 δολοφονήθηκε στη Μαύρη Θάλασσα ο Δημοσθένης Λιγδόπουλος, καθώς επέστρεφε από τη Μόσχα, στην οποία είχε πάει ως αντιπρόσωπος του ΣΕΚΕ στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς προκειμένου να συνδέσει το Κόμμα με τη Διεθνή. Ηταν μέλος της ΚΕ του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ) το οποίο το 1924 μετονομάστηκε σε ΚΚΕ, ιδρυτικό του στέλεχος επίσης, και ένας από τους πρωτεργάτες του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα. Μαζί του (συνταξίδευαν) δολοφονήθηκε επίσης ο Ωρίων Αλεξάκης, στέλεχος του Κόμματος των Μπολσεβίκων και εκπρόσωπος της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα Βαλκάνια.
 Η ΚΕ του ΣΕΚΕ με την επιβεβαίωση της είδησης της δολοφονίας του εξέδωσε ανακοίνωση,(«Ριζοσπάστης» 22/1/1921), στην οποία ανάμεσα σε άλλα ανέφερε: «(...) Οι πεπολιτισμένοι λησταί της συνηνωμένης κεφαλαιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής αντιδράσεως και οι εν Ελλάδι πράκτορές των, οι οποίοι μετήλθον παν μέσον, κατά το παρελθόν έτος διά να εμποδίσουν τον σύντροφον Λιγδόπουλον να φθάση διά κανονικών διαβατηρίων εις την Σοβιετικήν Ρωσίαν, είναι οι πραγματικοί αυτουργοί του στυγερού εγκλήματος της Μαύρης Θαλάσσης (...)
Η πεποίθησις ότι το έργον το οποίον ο θυσιασθείς σύντροφος επραγματοποίησε διά της επισήμου εισόδου του Κόμματος εις την Τρίτην Διεθνήν και το οποίον επεσφράγισε διά του τιμίου του αίματος, θ' αποτελέση διά το Κόμμα ιεράν παρακαταθήκην εκ της οποίας θα αντλήση τούτο νέας δυνάμεις διά ν' αγωνισθή και να πραγματοποιήση την μεγάλην αποστολήν του, συγκρατεί την οδύνην της Κεντρικής Επιτροπής και ενθαρρύνει αυτήν εις τας προβλέψεις της διά το παρόν και το μέλλον του Κόμματος.
Η μεγάλη θυσία του αλησμόνητου συντρόφου μας, ενώ καθιστά ανεξάλειπτον τον δεσμόν του Κόμματός μας μετά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, προσδίδει εξ άλλου αθάνατον αίγλην εις τον θυσιασθέντα υπέρ της υποθέσεως της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πρώτον μάρτυρα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος».


Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Όποτε από την ραδιοφωνική εκπομπή ακουστεί η λέξη κομμουνισμός... (Του Θύμιου Καλαμούκη)

Κουτάκια 
 
Όποτε από την ραδιοφωνική εκπομπή ακουστεί η λέξη κομμουνισμός, αρχίζει βροχή μηνυμάτων, που συγκλίνουν σε δύο βασικές κατηγορίες απόψεων. Πρώτον ότι ο κομμουνισμός δεν πρόκειται να έρθει ποτέ στην Ελλάδα και δεύτερον σε όποια χώρα εφαρμόστηκε, ο λαός πείνασε, κακοπέρασε, βασανίστηκε, ξεδοντιάστηκε, κατακρεουργήθηκε, πέθανε και ξανά πέθανε.

Με επίγνωση ότι πέρασε πια η εποχή όπου μπορούσαμε να ανταλλάξουμε πολιτισμένα διαφορετικές απόψεις, αλλά και με βαθειά γνώση ότι τέτοιου τύπου θέματα, δεν αναλύονται από το ραδιόφωνο, μέσα από έναν μονόλογο, χωρίς ζωντανό διάλογο και διαφωνίες, προσπαθώ μερικές φορές να ψελλίσω ορισμένες απόψεις, αλλά το μετανιώνω αμέσως, λόγω των παραπάνω συνθηκών.

Εδώ όμως μπορούμε να πούμε περισσότερα. (κυρίως Εγώ!)

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, ο Δημοσιογράφος, ο Συγγραφέας, ο Κριτικός

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, ο Δημοσιογράφος, ο Συγγραφέας, ο Κριτικός
www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_5.jpg

Μικρό Βιογραφικό

          Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης. Ο πατέρας του (Ανάργυρος) ήταν φιλόλογος και η μητέρα του (Ελένη) δασκάλα. Το 1953 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1959 αποφάσισε να σπουδάσει κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου στην ταινία «Μικρές Αφροδίτης» αλλά και του Ροβήρου Μανθούλη. Το 1962 γύρισε δύο ταινίες τεκμηρίωσης (ντοκιμαντέρ), το Βυζαντινό μνημόσυνο και το Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους. Ο ίδιος στη συνέχεια αδιαφόρησε και αποσύρθει από το σκηνοθετικό επάγγελμα είχε δε δηλώσει ότι θα αισθανόταν πολύ άβολα αν έπεφτε πάνω σε κάποια από τις ταινίες του. Το 1963 άρχισε να εργάζεται ως κριτικός κινηματογράφου αρχικά την Επιθεώρηση Τέχνης και αργότερα στην Δημοκρατική Αλλαγή. Το 1964-65 βρέθηκε στην Αλγερία κοντά στον Μιχάλη Ράπτη. Ήταν στην ομάδα που εξέδωσε το περιοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος το 1966 το οποίο έκλεισε η Χούντα για να το επανεκδώσει το 1968 με τον τίτλο Σύγχρονος Κινηματογράφος, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

        Από τη μεταπολίτευση και ύστερα εργάστηκε σαν κινηματογραφικός κριτικός, σχολιογράφος και ρεπόρτερ αλλά και επιφυλλιδογράφος σε διάφορα έντυπα όπως: Βήμα (1974-1983), Έθνος (1983-1998) και στην Ελευθεροτυπία (1998 ως το θάνατό του το 2000). Το τελευταίο διάστημα της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων αφήνοντας πίσω του ένα ογκώδες και πολύ ενδιαφέρον συγγραφικό έργο.
        Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου, αλλά πάνω απ’ όλα ένας σπουδαίος άνθρωπος με βάθος σκέψης, που δε δίσταζε να κατονομάσει τα πράγματα, ένας ιδεολόγος της αριστεράς, αλλά της ανοιχτής αριστεράς που μπορεί να δει το μέλλον και να προσαρμοστεί στο παρόν, όχι της αριστεράς που φέρει παρωπίδες, έφυγε από τη ζωή το 2000 χτυπημένος από τον καρκίνο. Η έλλειψη μιας τέτοιας φωνής στις μέρες μας είναι χωρίς άλλο εμφανέστατη.
www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_Alexis_Damianos.jpg
Βασίλης Ραφαηλίδης και Αλέξης Δαμιανός
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης αυτοβιογραφούμενος

(Μια μέθοδος άνευ διδασκάλου για να γίνεις κριτικός)


        Έγινα κριτικός κινηματογράφου μάλλον κατά λάθος. Εν πάση περιπτώσει, δε διάλεξα εγώ αυτό το επάγγελμα, το οποίο είναι ένα απ’ τα πολλά που έκανα στη ζωή μου και στο οποίο δυστυχώς κόλλησα για τα καλά.
        Το 1964, που είδα την πρώτη μου ταινία, ήμουν ήδη αρκετά μεγάλος: 12 χρονών. Μέχρι τότε, έβλεπα τον πόλεμο και την δυστυχία εκ του φυσικού και όχι επί της οθόνης. Και ξαφνικά, ο κινηματογράφος μου αποκάλυψε έναν άλλο κόσμο: όμορφο, τακτοποιημένο και μεγαλειώδη. Ήταν το σωστό αντίδοτο στη φτώχεια και στη δυστυχία ενός ήδη πολύ ταλαιπωρημένου παιδιού. Που ζούσε στην επαρχία, στην Καστοριά, και έτυχε να ‘ναι γιος «αριστερών» και ανελέητα κυνηγημένων δημοσίων υπαλλήλων: Ο φιλόλογος πατέρας μου και η δασκάλα μάνα μου δεν κατάφεραν σχεδόν ποτέ να ταΐσουν σωστά τα τρία τους παιδιά· διότι, βέβαια, δύσκολα δουλεύει κανείς για τα παιδιά του όταν είναι στις φυλακές και τις εξορίες ή, λίγο νωρίτερα, στον ΕΛΑΣ. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στους γονείς μου για τούτη την, για λόγους ιδεολογικούς, πείνα. Μου ‘μαθε να νοιάζομαι για την πείνα των άλλων και να την συναρτώ από κάποιες ιδέες.

        Ωστόσο, μεγαλώνοντας, κάτι έπρεπε να βρω να κάνω για να φάω. Σκέφτηκα να γίνω γιατρός για να λύσω το πρόβλημά μου, αλλά πολύ σύντομα απελπίστηκα κι εγκατέλειψα το σχέδιο. Το 1958, σε ηλικία 24 ετών, το είχα πάρει απόφαση πως θα ‘μενα ή, μάλλον, πως θα κατέληγα γουνεργάτης, αφού ήξερα κάπως τη δουλειά της γούνας. Και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα ν’ αξιοποιήσω τη λιγάκι παρανοϊκή αγάπη μου για τον κινηματογράφο. Είχαν πάρει τα μυαλά μου αέρα, που λένε, και τούτος ο αέρας ίσως να υπάρχει ακόμα εντός της κρανιακής μου κάψας.
        Λοιπόν, σπούδασα (τρόπος του λέγειν) σε μια ιδιωτική σχολή κινηματογράφου, με την πρόθεση να γίνω σκηνοθέτης, κι έμαθα γαλλικά άνευ διδασκάλου (δεν υπήρχε φράγκο για δάσκαλο), με μοναδικό σκοπό να μελετήσω γαλλικά κινηματογραφικά κείμενα, μια και δε μπορούσα να βρω ελληνικά. Ο μοναδικός σοβαρός δάσκαλος στον κινηματογράφο, από το 1953 μέχρι το 1960, οπότε σταμάτησε να γράφει κινηματογραφική κριτική, ήταν ο Μάριος Πλωρίτης. Πολλά χρόνια αργότερα, ήταν για, μένα απροσδόκητη χαρά να συναντήσω τον σπουδαίο δάσκαλο της νιότης μου, ως συνάδελφος πια στην εφημερίδα όπου δουλεύουμε σήμερα και οι δύο.

        Χρωστάω πάρα πολλά στον Μάριο Πλωρίτη – τόσα, όσα και σ’ έναν άλλο καλό μου δάσκαλο, τον Χρίστο Βλαχιώτη. Απ’ αυτόν έμαθα πως η γνώση «για να…» (για να γίνεις αυτό ή το άλλο, για να πετύχεις ετούτο ή εκείνο) είναι καθαρός παραλογισμός όταν δεν είναι σκέτος αριβισμός: η γνώση είναι υπόθεση υπαρξιακή, που σε βοηθάει να ζεις.
        Έτσι εγκατέλειψα για πολλοστή φορά τα σχέδιά μου: δε μάθαινα πια κινηματογράφο για να γίνω σκηνοθέτης, αλλά γιατί έτσι μου άρεσε. Ονειρευόμουν για τον εαυτό μου ένα τρελό επάγγελμα, άγνωστο και καινούργιο, τουλάχιστον στην Ελλάδα: αυτό του επαγγελματία… αναγνώστη! Και χρησιμοποίησα τον κινηματογράφο ως σημείο αναφοράς των πάντων Έτσι γλίτωσα εγκαίρως από την αποβλακωτική κινηματογραφοφιλία, όχι όμως κι απ’ τον κινηματογραφικό επαγγελματισμό, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει, αλλά μόνο σε μια και μοναδική περίπτωση: αν κέρδιζα το λαχείο, ώστε να λύσω μια και καλή το φοβερό και το τρομερό βιοποριστικό πρόβλημα· πράγμα που δε συνέβη, δυστυχώς, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Ωστόσο, συνεχίζω να πιστεύω αφελώς στο νόμο των πιθανοτήτων και να θεωρώ την ανάγκη για βιοπορισμό ως τη μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να βρει έναν άνθρωπο.
        Λοιπόν, δούλεψα για βιοπορισμό στον κινηματογράφο κάπου τέσσερα χρόνια εδώ και στο Αλγέρι, όπου βρέθηκα το 1964, κυνηγώντας περιπέτειες και μεροκάματο. Στο Αλγέρι γνώρισα τον τρίτο σπουδαίο μου δάσκαλο, τον Μιχάλι Ράπτη (Μισέλ Πάμπλο). Είναι αυτός που μου ‘μαθε την αξία του ζην επικινδύνως και του αγωνίζεσθαι ακατάπαυστα, μπας κι αλλάξει κάτι σε τούτο τον κόσμο που βαδίζει σαν τον κάβουρα πάνω στην ανθρακιά. 
        Στο Αλγέρι, βρέθηκα ξαφνικά με τρία επαγγέλματα: του κινηματογραφιστή, του δημοσιογράφου και του κριτικού. Επιστρέφοντας διαπίστωσα πω τρία επαγγέλματα είναι πολλά για έναν ουσιαστικά ανεπάγγελτο, και κράτησα, και κράτησα μόνο το τρίτο: έγινα επαγγελματίας κινηματογραφικός κριτικός κατά το τέλος του 1965. Όμως, ήμουν ήδη ερασιτέχνης κινηματογραφικός κριτικός από το 1963. Και να πως προάχθηκα κατά λάθος από φανατικός κινηματογραφόφιλος σε ερασιτέχνη κριτικό: το 1963, μια ομάδα κινηματογραφιστών, που ανήκαμε όλοι στην ΕΔΑ, βρεθήκαμε στο πολύ έγκυρο και σοβαρό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Μας πήραν εκεί για να οργανώσουμε τον τομέα «κινηματογράφος». Όμως ενώ όλοι μας μιλούσαμε για κινηματογράφο, κανείς δεν ήθελε να γράψει για κινηματογράφο. Με τα πολλά, και ύστερα από μια αποφασιστική επέμβαση του Δημήτρη Δεσποτίδη και του Κ. Πορύρη (και οι δυο πεθαμένοι σήμερα), κατάφεραν να πείσουν εμένα. Κι έτσι έγραψα κατ’ ανάθεσιν το πρώτο μου κινηματογραφικό κείμενο: ήταν μια μελέτη για τη Δίκη του Όρσον Γουέλς (Orson Welles). Ο Δεσποτίδης πήρε υπέρ το δέον στα σοβαρά εκείνο το κείμενό μου και με βάφτισε κριτικό. Το… παρατσούκλι μου έμεινε…

        Το 1965, λοιπόν, κι ενώ είχα επιστρέψει από το Αλγέρι με την προοπτική να ξαναφύγω σύντομα προς άγνωστον κατεύθηνσιν, ζήτησα δουλειά, με τα διαπιστευτήρια της «Επιθεώρησης Τέχνης» στην απογευματινή εφημερίδα της ΕΔΑ «Δημοκρατική Αλλαγή». Μου την έδωσαν αμέσως. Κι έτσι έγινα επαγγελματίας κινηματογραφικός κριτικός. Μέχρι την απριλιάτικη συμφορά του 1967, όταν έκλεισε η εφημερίδα, κρατούσα σ’ αυτήν την στήλη της κινηματογραφικής κριτικής, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.
        Τα πηγαίναμε θαυμάσια σ’ αυτήν την εφημερίδα, μέχρι που εμφανίστηκαν οι πρώτες ιδεολογικές δυσκολίες: άρχισαν οι έντονες επιπλήξεις για ιδεολογικές παρακλήσεις, που σίγουρα υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν. Χωρίς την επέμβαση της Έλλης Παππά, που καταλάβαινε πως οι παρακλήσεις δεν ήταν δα και προς καταστροφή του κόμματος, κατά πάσα πιθανότητα θα εγκατέλειπα και αυτό το επάγγελμα που το βρήκα καθυστερημένα ή, μάλλον, που με βρήκε εκείνο με τη μεσολάβηση του Δεσποτίδη.

        Το 1966, παρέα με τον Αλέξη γρίβα και με συνεργάτες που όλοι τους είχαν σχέση με τη «Δημοκρατική Αλλαγή», εκδώσαμε το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος». Το τεύχος 6, επιτέλους σωστά τυπωμένο απ’ το Θεμέλιο, που είχε αναλάβει την έκδοσή του, χάρις στην επιμονή του καλού φίλου και φανατικού κινηματογραφόφιλου Μίμη Δεσποτίδη, μπλοκαρίστηκε στο βιβλιοδετείο από τη χούντα και πολτοποιήθηκε μαζί με τα όνειρά μας.
        Το 1968, μετά την αποφυλάκισή μου, βάζουμε μπροστά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος», που ήταν η συνέχεια του προηγούμενου με άλλον τίτλο, δια του φόβου των Ιουδαίων. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 1969…

        Τώρα ξέρετε πως γίνεται κανείς κινηματογραφικός κριτικός: από σύμπτωση, όπως όλα σε τούτο τον συμπτωματικό τόπο, όπου έτυχε να ζούμε εντελώς συμπτωματικά.

Βασίλης Ραφαηλίδης, από τον πρόλογο στο «Λεξικό ταινιών», Α’ τόμος, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982. Αναδημοσιεύεται στο «Βασίλης Ραφαηλίδης» εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης - Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου - Αιγόκερως, Αθήνα 2000

 www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis.JPG www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_2.JPG www.koinotopia.gr_Vasilis_Rafilidis_3.JPG
Βιβλία του Βασίλη Ραφαηλίδη


































Η μυθική ιστορία των Εβραίων


Video με τον Βασίλη Ραφαηλίδη (επιλογή)
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης “Ο ρόλος και η χρήση της μουσικής στην τέχνη του κινηματογράφου: Κλικ εδώ
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην εκπομπή Κίτρινος Τύπος του Μ. Τριανταφυλλόπουλου: Κλικ εδώ

αναδημοσίευση από koinotopia.gr
 

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Αγγελος Λυκιαρδόπουλος: Διάδοση της μαρξιστικής αντίληψης για την Ερευνα

Αγγελος Λυκιαρδόπουλος, εκ μέρους του Ερευνητικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών
 
Δεν θα μιλήσω γενικά για το νομοσχέδιο, αλλά έχω να κάνω συγκεκριμένες προτάσεις προς το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η πρώτη πρόταση αφορά το εξής: Μας παρουσιάσατε και πολύ σωστά τη μαρξιστική τοποθέτηση για το ρόλο της Ερευνας και της Τεχνολογίας στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι ούτε ευρέως γνωστό σε μας τους ερευνητές, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι και πολύ κατανοητό. Κι αυτό είναι λογικό, σε μια καπιταλιστική χώρα η κυρίαρχη αντίληψη και ιδεολογία δεν μπορεί να είναι η μαρξιστική. Και με δεδομένο ότι πάρα πολύς κόσμος δεν έχει καν επαφή με το μαρξισμό, είναι πολύ λογικό και να μην πολυκαταλαβαίνει αυτά τα οποία αναπτύξατε, που αποτελούν μια πολύ συνεκτική και συγκεκριμένη ιδεολογία.

Με την ευκαιρία του νομοσχεδίου, θα πρότεινα το ΚΚΕ να διοργανώσει ημερίδες στα ερευνητικά κέντρα και να αναπτύξει τη μαρξιστική αντίληψη για την Ερευνα και την Τεχνολογία. Να γίνει μέσα στα ερευνητικά κέντρα και να μπορεί να έχει συμμετοχή ο κόσμος, είτε ερευνητικό, είτε τεχνικό, είτε οποιοδήποτε προσωπικό και να αποκτήσει μια πιο συγκεκριμένη εικόνα ώστε να μπορέσει να συζητήσει πάνω στα συγκεκριμένα θέματα.
Σχετικά με το νομοσχέδιο, όλοι συμφωνούμε ότι κινείται σε μια κατεύθυνση αρνητική, κινείται προς το χειρότερο. Δεν θα μπορούσε νομίζω να περιμένουμε και κάτι άλλο. Η ανατροπή αυτού του νομοσχεδίου θα ήταν καθήκον του κινήματος των ερευνητικών κέντρων, το οποίο δυστυχώς, όπως έχετε καταλάβει, δεν είναι σε καλή κατάσταση. Παρόλο που όλοι συμφωνούν και είναι αντίθετοι με το νομοσχέδιο, δεν βλέπουμε και κάτι συγκεκριμένο στην πράξη, στη δράση, ώστε να ματαιώσουμε κάποιες πλευρές σε αυτό το νομοσχέδιο, γιατί δεν μπορούμε σε καπιταλιστικές συνθήκες να περιμένουμε σοσιαλιστικές νησίδες ή συνολικά θετικά νομοσχέδια μόνο και μόνο για την Ερευνα. Απ' αυτή την άποψη, αυτοί που θα μπορούσαν κάτι να κάνουν είναι τα κινήματα μέσα στα ερευνητικά κέντρα και την κοινωνία.
Αυτό που θα μπορούσε να κάνει το ΚΚΕ, λόγω της κοινοβουλευτικής του παρουσίας, είναι πριν ψηφιστεί το νομοσχέδιο να γίνει άλλη μια τέτοιου είδους σύσκεψη, ώστε ενδεχομένως να διαμορφωθούν και συγκεκριμένες τροπολογίες, να δώσει τη μάχη το ΚΚΕ μέσα στη Βουλή ούτως ώστε να συμβάλει τουλάχιστον προς τους εργαζόμενους και τους ερευνητές κάποια πράγματα να αμβλυνθούν ή να πάνε προς θετική κατεύθυνση.
 
από την εκδήλωση της ΚΟ του ΚΚΕ στη Βουλή (22/01/2014) για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη περισσότερα εδώ:
ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
 

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (www.komep.gr): 5ο τεύχος - περιέχομενα και σημείωμα της Σύνταξης



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ τ.5/2013
 
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ
 
- Τάσου Τραβασάρου: Το ΚΚ Χιλής στην κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας. Διδάγματα για το σήμερα.
- Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΟ Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ: Για τη λεγόμενη αυτοδιαχείριση των εργοστασίων. Η περίπτωση της ΒΙΟ.ΜΕ.
- Κώστα Σκολαρίκου: Με αφορμή ένα συνέδριο: Ζητήματα μεθοδολογίας της ιστορικής έρευνας.
 
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
 
- Γρηγόρη Λιονή: Για τις τελευταίες εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα

ΠΑΙΔΕΙΑ

- Τμήμα Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ: Το σχολείο και ο ρόλος του κομμουνιστή εκπαιδευτικού στη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς.
 
 
Σημείωμα Της Σύνταξης:
 
Έξι μήνες μετά το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις επιβεβαιώνουν βασικές θέσεις και εκτιμήσεις του Συνεδρίου για το προς τα πού οδηγείται η κατάσταση.
 
Σε αυτό το διάστημα πραγματοποιήθηκαν τα συνέδρια των δύο βασικών κομμάτων που διεκδικούν τον κυρίαρχο ρόλο στην αστική διακυβέρνηση, επιδιώκοντας να προωθήσουν την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος με τη διαμόρφωση του νέου δίπολου, κεντροδεξιάς - κεντροαριστεράς, στην εναλλαγή συμμαχικών κυβερνητικών σχημάτων.
 
Η ΝΔ, έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη σημερινή κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, επιδιώκει να κατοχυρώσει αυτό το ρόλο αξιοποιώντας και τη στήριξη διεθνών κέντρων (βλ. επίσκεψη Σαμαρά στις ΗΠΑ), να διευρύνει την επιρροή της προς τα «δεξιά» (περιορίζοντας την απώλεια της επιρροής της σε δυνάμεις που προσέγγισαν τη «Χ.Α.» αλλά και τους «ΑΝ.ΕΛ.»), αλλά και προς το «κέντρο» (σε δυνάμεις που μετακινούνταν μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ).
 
Από την άλλη, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις όποιες φαινομενικά ριζοσπαστικές διακηρύξεις και αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του, επιβεβαίωσε την πορεία σοσιαλδημοκρατικοποίησής του, που εκφράστηκε και με τη διαμόρφωσή του σε ενιαίο πολυτασικό κόμμα.
 
Το γεγονός ότι στα όργανά του μειοψήφησαν τα προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ στελέχη, δεν αναιρεί αυτή την εξέλιξη. Η ανασυγκρότηση της σοσιαλδημοκρατίας γίνεται και μέσω της ανανέωσης του στελεχικού της δυναμικού και μάλιστα με στελέχη που έχουν «αριστερές», ακόμα και «κομμουνιστογενείς» περγαμηνές και πιο έντονες αντικαπιταλιστικές αναφορές.
 
Δεν είναι έξω από την ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας φαινόμενα όπως: Η συνύπαρξη στο εσωτερικό της «αριστερών» και «δεξιών» τάσεων που εμφανίζουν και ορισμένη δημόσια διαφοροποίηση σε θέσεις. Η επιρροή σε εργατικές και λαϊκές συνδικαλιστικά οργανωμένες δυνάμεις που κινητοποιούνται για άμεσες διεκδικήσεις (π.χ. κατάργηση φορολογικών χαρατσιών, ενάντια σε πλειστηριασμούς-κατασχέσεις, σε ιδιωτικοποιήσεις) και πολιτικά κατευθύνονται στη διεκδίκηση εκλογών για την ανάδειξη σοσιαλδημοκρατικού κυβερνητικού σχήματος.
 
Αυτά τα φαινόμενα δεν αναιρούν την ουσία, το χαρακτήρα της πολιτικής τους ως σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δηλαδή ως κομμάτων που οι ορισμένες σοσιαλιστικές αναφορές τους απλά περιτυλίγουν την πολιτική που έχει ως βάθρο τα συμφέροντα, την οικονομική κυριαρχία και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίες ούτε οι προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ περί «υγιών» καπιταλιστικών επιχειρήσεων ούτε η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλου, ότι «ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σ’ ενιαία παράταξη συμβάλλει στη δική του ωρίμανση και στην πολιτική σταθερότητα».
 
Στις σημερινές συνθήκες, όπου η εμφανής επιδείνωση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος είναι η σκληρή πραγματικότητα, το παραπάνω επιχείρημα αποκτά αληθοφάνεια, αποκτά δύναμη η λογική του «μικρότερου κακού». Επομένως χρειάζεται με τη βοήθεια της ιστορικής διερεύνησης ν’ απαντήσουμε εάν πράγματι η «ανανεωμένη», η «έντιμη» σοσιαλδημοκρατία μπορεί να είναι το μικρότερο κακό για την εργατική-λαϊκή πλειοψηφία σε σχέση με τη φιλελεύθερη αστική πολιτική της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, του κυβερνητικού σχήματος υπό την ηγεσία της καγκελαρίου Α. Μέρκελ στη Γερμανία κλπ.
 
Βέβαια, η διαμόρφωση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου δεν έχει κριθεί, όσο και αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την πλειοψηφούσα πολιτική δύναμη. Σε κατεύθυνση ανασυγκρότησης του σοσιαλδημοκρατικού χώρου με πρωταγωνιστές άλλες δυνάμεις φαίνεται να κινούνται και συγκροτήματα του αστικού Τύπου όπως ο ΔΟΛ με τις αντίστοιχες παρεμβάσεις μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων του.
 
Τα νέα μέτρα που προωθούνται από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αποτελούν αντικειμενικά το έδαφος πάνω στο οποίο θα ξετυλιχτεί η προσπάθεια οργάνωσης αγώνων αντίστασης στην αντιλαϊκή πολιτική το επόμενο διάστημα. Οι εξελίξεις στην υγεία, την παιδεία, την τοπική διοίκηση, η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων αντικειμενικά διαμορφώνουν αιχμές της αντιπαράθεσης.
Θα χρειαστεί επιμονή και υπομονή για να πειστούν μεγαλύτερα τμήματα μισθωτών και λαϊκών στρωμάτων ότι η διαρκής αντιλαϊκή επίθεση δεν είναι στοιχείο πολιτικής ανικανότητας ή ιδεολογικού δογματισμού μιας κυβέρνησης ή μιας αστικής πολιτικής δύναμης.
Η επίσκεψη Σόιμπλε και τα όσα ανοιχτά ειπώθηκαν τον προηγούμενο Ιούλη ήταν διαφωτιστικά για το εξής ζήτημα:
Σε συνθήκες σκληρού διεθνούς ανταγωνισμού με δυνάμεις όπως η Ινδία, η Κίνα, η Βραζιλία (με μισθούς πείνας), η αστική πολιτική σε όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα προσπαθεί να διασφαλίσει φθηνότερη εργατική δύναμη και νέα πεδία κερδοφορίας του κεφαλαίου με ιδιωτικοποιήσεις και αναδιαρθρώσεις.
Το ξεζούμισμα των εργαζομένων, η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, το άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στην παραγωγικότητα και στο ύψος του μισθού είναι μονόδρομος για να συγκρατηθεί η πτώση του ποσοστού κέρδους τόσο στην ΕΕ (που εφαρμόζεται η περιοριστική συνταγή διαχείρισης της Μέρκελ) όσο και στις ΗΠΑ με την επεκτατική πολιτική Ομπάμα.
 
Αυτή η κατεύθυνση πολιτικής αντιλαϊκού μνημονίου διαρκείας αφορά όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, κλιμακώνεται σε συνθήκες ύφεσης στην Ευρωζώνη, αποτυπώνεται σε κοινοτικές αποφάσεις όπως η στρατηγική για την ΕΕ 2020, το Σύμφωνο Σταθερότητας, καθώς και σε νέες προτάσεις όπως του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την «αποφασιστική συμφωνία μιας βαθιάς οικονομικής ένωσης που θα βασίζεται στην πολιτική ένωση».
 
Η θέση για αναδιαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων με στόχο την παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους, που υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ, εκφράζει την άποψη μέρους αστικών δυνάμεων στην Ελλάδα, αλλά και στην ΕΕ -ακόμα και στις ΗΠΑ- που ακόμα δεν έχουν την αντίστοιχη στήριξη, κυρίως στη Γερμανία και επομένως δεν κυριαρχούν στην Ευρωζώνη. Ακόμα κι αν αλλάξει ο ενδοαστικός συσχετισμός στη Γερμανία ή και στην Ευρωζώνη, τα προβλήματα και οι αντιθέσεις είναι τέτοιες που σε καμία περίπτωση η αναθεώρηση των δανειακών συμβάσεων, του χρέους κλπ. δε θα οδηγήσει σε κυβερνητική πολιτική ανάκτησης των απωλειών του εργατικού-λαϊκού εισοδήματος ως αποτέλεσμα του ότι το εργατικό κίνημα θα έχει στείλει τους δικούς του αντιπροσώπους στην κυβέρνηση. Κυβέρνηση και εργατικό κίνημα θα είναι αντίπαλες και μόνο οι απώλειες της πρώτης θα συνιστούν κατακτήσεις του δεύτερου. Η κυβέρνηση, και η «αριστερή» με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, όπως ήδη το υποστηρίζει, θα εκφράζει την ανταγωνιστικότητα και επιχειρηματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας, που οδηγεί στην κρίση και σε νέο κύμα φτώχειας.
 
Η υπεράσπιση του μισθού, της σύνταξης, των Συλλογικών Συμβάσεων, της λαϊκής κατοικίας, του δικαιώματος στις δωρεάν σύγχρονες και αναβαθμισμένες υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας, παιδείας είναι στόχοι πάλης και αναμέτρησης του εργατικού κινήματος και της λαϊκής συμμαχίας με οποιαδήποτε κυβέρνηση στο καπιταλιστικό έδαφος κι όχι κυβερνητικό πρόγραμμα διαχείρισής του.
 
Το εργατικό κίνημα και η λαϊκή συμμαχία βρίσκονται αντιμέτωπα και με την όξυνση των αντιθέσεων στην περιοχή της Μεσογείου - Μέσης Ανατολής με τη σχεδιαζόμενη ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη πραγματοποίησης την ώρα που γράφεται αυτό το σημείωμα. Το ΚΚΕ, στις Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο (ΚΟΜΕΠ, τ.1/2013, σελ. 22), εκτιμούσε ότι: «Η διαπάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τη συγκεκριμένη περίοδο, εστιάζεται στον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς τους, των πηγών νερού, των θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων, με χαρακτηριστικές εστίες έντασης την Κασπία, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αφρική, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και την Αρκτική. Δυναμώνει ο κίνδυνος και πιο γενικευμένων περιφερειακών συγκρούσεων, ακόμα και ενός γενικότερου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Σε αυτά τα πλαίσια αναδιατάσσονται ιμπεριαλιστικοί άξονες για τον έλεγχο αγορών και εδαφών».
 
Η κυβέρνηση -και με δηλώσεις της- είναι έτοιμη να στηρίξει την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Συρία (άμεσα ή έμμεσα, δεν έχει σημασία), να γίνει πιο ενεργός παράγοντας σε μια γενικευμένη περιφερειακή πολεμική σύρραξη. Οι ανοιχτές εστίες στην περιοχή (στην Αίγυπτο, στο Ιράκ, στο Ιράν, στην όξυνση του Κουρδικού κλπ.) δείχνουν τη διαπλοκή και περιπλοκή μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών αντιφάσεων και προβλημάτων. Δείχνουν πώς διαπλέκονται οι αντιθέσεις μέσα στις αντιδραστικές κοινωνικές δυνάμεις με τη διαπάλη για τη διαμόρφωση ή αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος σε σχέση και με κατάλοιπα του παρελθόντας, πώς σχετίζονται με αναδιατάξεις στις συμμαχίες με ισχυρά καπιταλιστικά κράτη.
 
Σ’ αυτό το κουβάρι των αντιθέσεων, το εργατικό κίνημα της κάθε χώρας σε συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα οφείλει να δρα με πλήρη αυτοτέλεια σε σχέση με τις αστικές δυνάμεις, να προπαγανδίζει και να οργανώνει τη δική του, εργατική πολιτική λύση.
 
Οπως εκτιμήσαμε στο 19ο Συνέδριο, ο ελληνικός καπιταλισμός, επιδιώκοντας να βελτιώσει τη θέση του στην ΕΕ, στην περιοχή και γενικότερα στη διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα, έχει ως στρατηγικούς στόχους: Την ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων από την Ασία προς την ΕΕ. Τη συνεκμετάλλευση των πλούσιων ενεργειακών κοιτασμάτων (Αιγαίου - Ιονίου - Νότιας Κρήτης). Την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του μεγάλου κεφαλαίου και της διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας στην ευρωατλαντική ιμπεριαλιστική συμμαχία.
 
Αυτές τις επιδιώξεις προβάλλει η αστική προπαγάνδα, επιμένοντας στην αναγκαιότητα συμμετοχής της Ελλάδας λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, με στόχο την ισχυροποίηση της συμμαχίας Ελλάδας-Ισραήλ-Κύπρου. Δίνει άλλοθι στην ιμπεριαλιστική επίθεση στη Συρία με το πρόσχημα της ανθρωπιστικής της παρέμβασης, της «τιμωρίας της χρήσης χημικών όπλων», της «αποκατάστασης της δημοκρατίας».
 
Το ελληνικό κεφάλαιο είναι έτοιμο να μπλέξει το λαό και τους εργαζόμενους σε επικίνδυνα ιμπεριαλιστικά σχέδια για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του στην περιοχή.
Αυτές οι επιδιώξεις είναι ξένες και αντίθετες με τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα, πάνε χέρι- χέρι με την πολιτική χτυπήματος των εργατικών λαϊκών δικαιωμάτων, έντασης της εκμετάλλευσης.
Το εργατικό κίνημα και οι δυνάμεις της λαϊκής συμμαχίας, απερίφραστα, μαζικά και μαχητικά οφείλουν ν’ αντιδράσουν στη συμμετοχή της Ελλάδας στο νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να καταδικάσουν κάθε μορφή συμμετοχής της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, σε άλλες ιμπεριαλιστικές ενώσεις.
Η στάση κάθε κόμματος απέναντι στους στρατηγικούς στόχους της αστικής τάξης της χώρας αναδεικνύει μια βαθιά ταξική διαχωριστική γραμμή.
Και σε αυτό το ζήτημα η ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας προσφέρει διαχρονικά διδάγματα, αφού πρόδωσε το εργατικό κίνημα.
 
Η ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας κατά τον 20ό αιώνα αποδεικνύει ότι οι εργατικές και σοσιαλιστικές της αναφορές έγιναν το σωσίβιο για τη διάσωση του καπιταλισμού σε συνθήκες παρατεταμένης και βαθιάς οικονομικής κρίσης, σε συνθήκες ανόδου του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος. Η πυρόσβεση των πρώτων διαφαινόμενων στοιχείων απόσπασης εργατικών και λαϊκών δυνάμεων από την αστική ιδεολογική-πολιτική χειραγώγηση γίνεται με «αριστερά» διλήμματα και ιδεολογήματα, όπως: «δεν μπορεί από την κυβέρνηση της αριστεράς να απαιτείται ένα πρόγραμμα της λαϊκής εξουσίας αφού η κυβέρνηση της αριστεράς είναι η αφετηρία, η αρχή σε μια πορεία συγκρούσεων και ρήξεων που θα φέρει σε μια προοπτική τις ριζικές αλλαγές και σε επίπεδο εξουσίας και οικονομίας».
 
Στις 11 Σεπτέμβρη του 2013 συμπληρώνονται 40 χρόνια από την ανατροπή με στρατιωτικό πραξικόπημα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας υπό τον Πρόεδρο Σ. Αλιέντε στην Χιλή. Η ανατροπή αυτή οδήγησε στην εγκαθίδρυση μιας από τις σκληρότερες στρατιωτικές δικτατορίες, τσακίζοντας το εργατικό κίνημα στην Χιλή. Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας, στην οποία συμμετείχε το ΚΚ Χιλής, αξιοποιείται από διάφορους κύκλους του οπορτουνισμού ως παράδειγμα συμμετοχής του ΚΚ σε μια αριστερή κυβέρνηση. Βεβαίως γίνονται αναφορές σε λάθη που έγιναν τότε και που δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν σήμερα. Οι αναφορές αυτές αναπαράγουν εκτιμήσεις που διαμορφώθηκαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα (ΔΚΚ) τις δεκαετίες του 1970 και του 1980.
Τα συμπεράσματα από την τραγική έκβαση του λεγόμενου «χιλιανού πειράματος» απασχόλησαν πολύ το ΔΚΚ στις δεκαετίες 1970 και 1980. Κάτω από το βάρος των σοβαρών προβλημάτων στρατηγικής του ΔΚΚ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί σε βάθος χρόνου και ιδιαίτερα μετά την οπορτουνιστική στροφή της δεκαετίας του 1950 με ορόσημο το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, δε βγήκαν σωστά συμπεράσματα. Σε μεγάλο τμήμα του ΔΚΚ επικράτησε η αντίληψη ότι η κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας προχώρησε πιο πολύ απ’ ό,τι έπρεπε. Ως συνέχεια αυτής της εκτίμησης, το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα που εκείνη την περίοδο κυριαρχούσε στα ΚΚ της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας υιοθέτησε τη «γραμμή του ιστορικού συμβιβασμού», δηλαδή το συμβιβασμό της εργατικής τάξης με το λεγόμενο «δημοκρατικό φιλελεύθερο» τμήμα της αστικής τάξης με σκοπό την αντιμετώπιση ενδεχόμενου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Σε άλλες αναλύσεις γίνεται κριτική για αναποφασιστικότητα σε ζητήματα τακτικής, για έλλειψη σωστής εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων, αποπροσανατολίζοντας από το κύριο πρόβλημα που ήταν το πρόβλημα στρατηγικής του ΚΚ Χιλής.
 
Η ήττα του εργατικού κινήματος στην Χιλή δεν μπορεί να αξιολογηθεί χωρίς να συσχετιστεί με τη στρατηγική του ΚΚ Χιλής. Οχι γιατί με επαναστατική στρατηγική του ΚΚ θα ήταν οπωσδήποτε εξασφαλισμένη η νίκη. Σε αυτό το ζήτημα άλλωστε έχει τοποθετηθεί το Κόμμα μας, εξετάζοντας τη δική του ιστορία, τη δική του στρατηγική και τις συμμαχίες κατά τη δεκαετία του 1940. Εχει όμως διαφορετικό αποτέλεσμα στην ανασύνταξη του κινήματος, ακόμα και σε συνθήκες υποχώρησης, μιας έστω και σημαντικής ήττας. Αλλοίμονο, αν αφοριστούν πραγματικές επαναστατικές εργατικές-λαϊκές εξεγέρσεις, οι οποίες δεν οδήγησαν στη νίκη εξαιτίας πλήθους παραγόντων που διαμορφώνουν το συσχετισμό δυνάμεων στην ταξική πάλη.
 
Θα είχε διαφορετική έκβαση στο κίνημα εάν το εργατικό κίνημα στην Χιλή έχανε στα πλαίσια μιας ηρωικής ανοιχτής σύγκρουσης με τον ταξικό αντίπαλο. Το πρόβλημα είναι ότι το εργατικό κίνημα στη Χιλή, με ευθύνη του ΚΚ, ηττήθηκε εγκλωβισμένο σε μια συμμαχία με τμήμα της αστικής τάξης, συμμετέχοντας σε μια αστική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας θερμά τη στρατηγική των σταδίων και του κοινοβουλευτικού δρόμου για το σοσιαλισμό, ακόμα και μετά το πραξικόπημα.
Το παράδειγμα της Χιλής αποδεικνύει ότι η συμμετοχή του ΚΚ σε μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού (όποιος και αν είναι ο επιθετικός της προσδιορισμός: αριστερή, αντιμονοπωλιακή κλπ.) όχι μόνο δεν μπορεί να αποτελέσει κρίκο για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, αλλά αντικειμενικά οδηγεί στον εγκλωβισμό του εργατικού κινήματος, στην αποθέωση των κοινοβουλευτικών αυταπατών, στην υποχώρηση της ανόδου του ριζοσπαστισμού. Από τη στιγμή που το ΚΚ Χιλής είχε αυτή τη στρατηγική και συμμετείχε σε μια τέτοια κυβέρνηση, η σειρά υποχωρήσεων απέναντι στους αστούς συμμάχους του, στο όνομα της κατοχύρωσης των εκλογικών επιτυχιών, της διατήρησης της κυβέρνησης κλπ. ήταν φυσικό επακόλουθο.
Και από το «χιλιανό πείραμα» προκύπτει το επίκαιρο πολιτικό δίδαγμα: Οσο η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν είναι αποφασισμένα να κάνουν το βήμα σύγκρουσης με την αστική εξουσία, όσο ευελπιστούν σε μια θετική αλλαγή μέσω του κοινοβουλίου και των αστικών θεσμών, τότε θα μένουν εγκλωβισμένα στη στήριξη της αστικής εναλλαγής.
 
Σε αυτές τις συνθήκες, το επαναστατικό κόμμα είναι υποχρεωμένο να δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι η αστική εναλλαγή, αλλά η αλλαγή της τάξης στην εξουσία και έτσι να προβάλλει τη δική του αντίληψη «διακυβέρνησης» με την εργατική τάξη και τους συμμάχους της στην εξουσία, δηλαδή της εργατικής-λαϊκής εξουσίας, για την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό κλπ. Στις σημερινές συνθήκες, το Κομμουνιστικό Κόμμα οφείλει να δείξει την ανάγκη ισχυρής εργατικής-λαϊκής αντιπολίτευσης στο κεφάλαιο, την εξουσία του και τις κυβερνήσεις του, την ανάγκη οργάνωσης του κινήματος της εργατικής τάξης, στην προώθηση της Λαϊκής Συμμαχίας.
 
Σε αυτά τα ζητήματα αναφέρεται το άρθρο με τίτλο «Η συμμετοχή του ΚΚ Χιλής στην κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας. Διδάγματα στο σήμερα» που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ στην ενότητα «Ιδεολογία- Πολιτική». Στο άρθρο επίσης γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η άνοδος της Λαϊκής Ενότητας στη διακυβέρνηση, καθώς και η ανατροπή της από το πραξικόπημα του Πινοτσέτ. Χωρίς να πραγματοποιείται μια ανάλυση του χιλιάνικου καπιταλισμού και της θέσης του στην περιφέρεια της Λατινικής Αμερικής, αναδεικνύονται ορισμένα στοιχεία των τάσεων διαπάλης και συμμαχίας της χιλιάνικης αστικής τάξης με τις ΗΠΑ, σε συνθήκες μάλιστα που είχε εκδηλωθεί διεθνής οικονομική κρίση, συντελούνταν αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, ενώ ταυτόχρονα διεξαγόταν πάλη ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό σε διεθνές επίπεδο.
 
Στην ίδια ενότητα δημοσιεύεται κείμενο με τίτλο «Για την αυτοδιαχείριση των εργοστασίων. Η περίπτωση της ΒΙΟΜΕ». Πρόκειται για κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΟ Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ, που αναδεικνύει το πώς η λογική της αυτοδιαχείρισης που προβάλλουν μια σειρά δυνάμεις ως απάντηση στο κλείσιμο εργοστασίων συνδέεται με την κατεύθυνση ιμπεριαλιστικών ενώσεων και διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών, όπως η ΕΕ και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, για δημιουργία συνεταιρισμών ως στοιχείων της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας.
Στο κείμενο απαντώνται από τη σκοπιά της μαρξιστικής θεωρίας τα επιχειρήματα ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν να αποτελέσουν μορφές ιδιοκτησίας που θα υπερβαίνουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, το κίνητρο του κέδρους και της απόσπασης υπεραξίας. Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις στον καπιταλισμό, σε όποιο τομέα της παραγωγής και αν δραστηριοποιούνται, υπόκεινται στις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής.
Με αφορμή το παράδειγμα της ΒΙΟΜΕ αναδεικνύεται ότι η υιοθέτηση από τους φορείς του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της γραμμής της αυτοδιαχείρισης, της δημιουργίας συνεταιρισμών εργατών, ανεξάρτητα αν το εγχείρημα θα είναι ή όχι βιώσιμο, συνιστά γραμμή εγκλωβισμού και ενσωμάτωσης, διεκδίκησης ενός καπιταλισμού προς τα πίσω.
Στο κλείσιμο επιχειρήσεων ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, της διαδικασίας συγκεντροποίησης κεφαλαίου, της εκδήλωσης κρίσης κλπ. οι εργαζόμενοι πρέπει να δουν την ανάγκη ν’ αλλάξει στόχο η παραγωγή, να γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών, πράγμα που προϋποθέτει κοινωνική ιδιοκτησία (και όχι συνεταιριστική) στα μέσα παραγωγής, προϋποθέτει Κεντρικό Σχεδιασμό. Αυτό σημαίνει το σύνθημα «εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά».
Στο κείμενο αναδεικνύεται ότι το ΚΚΕ και οι δυνάμεις που στηρίζει στο ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, στο ΠΑΜΕ, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να στηρίζουν τα δίκαια αιτήματα και τον αγώνα των εργαζομένων της ΒΙΟ.ΜΕ., ενώ ταυτόχρονα ανοιχτά έκαναν και κάνουν κριτική σε αδιέξοδες επιλογές, αποκαλύπτοντας τις ψευδαισθήσεις και αυταπάτες που καλλιεργούν οπορτουνιστικές και ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες και πολιτικές δυνάμεις.
Το ΚΚΕ αποκαλύπτει στους εργαζομένους ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αναγκαία ανασυγκρότηση και αναζωογόνηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι η διάσπαση, ο συντεχνιασμός, η απόσπαση από το ενιαίο στο μέτωπο αντίκρουσης της αντιλαϊκής επίθεσης και στο πέρασμα στη δυναμική αντεπίθεση.
 
Η ιδεολογική παρέμβαση της αστικής τάξης και του οπορτουνισμού έχει ειδικό στόχο τμήματα νέων επιστημόνων που ειδικεύονται ιδιαίτερα στις «κοινωνικές επιστήμες». Υπολογίζει ότι το έργο τους μπορεί να έχει ευρύτερη ιδεολογική επίδραση στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα μέσω της εκδοτικής δραστηριότητας, των διάφορων τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών κλπ. Ειδικά συστηματική παρέμβαση έχει γίνει στο τομέα της Ιστορίας. Δεκάδες σεμινάρια, συμπόσια, συνέδρια διοργανώνονται με θέματα Ιστορίας, μεγάλος όγκος των εκδόσεων αφορά ζητήματα Ιστορίας κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις τα θέματα αφορούν την ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας μας, την ιστορία του ΚΚΕ.
 
Με αφορμή ένα συνέδριο ιστορικών θεμάτων που διοργανώθηκε πριν μερικούς μήνες, γράφτηκε το άρθρο που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ με τίτλο «Με αφορμή ένα συνέδριο. Ζητήματα μεθοδολογίας της ιστορικής έρευνας». Στο άρθρο αναδεικνύεται η αντιπαράθεση από τη σκοπιά της μαρξιστικής μεθοδολογίας με τα διάφορα επιχειρήματα που αναδεικνύονται τόσο από κυρίαρχες σχολές της αστικής ιστοριογραφίας όσο και από διάφορες αναθεωρητικές-οπορτουνιστικές ερμηνείες γύρω από ζητήματα της ιστορίας του εργατικού κινήματος, αλλά και του ρόλου του στον ιμπεριαλιστικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διαπάλη πάνω στα ιστορικά συμπεράσματα είναι ζήτημα που συνδέεται με τη σύγχρονη ιδεολογικοπολιτική διαπάλη γύρω από ζητήματα στρατηγικής του Κομμουνιστικού Κινήματος.
 
Στην ενότητα «Οικονομία» δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Για τις τελευταίες εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα». Στο άρθρο αναδεικνύονται οι εξελίξεις που έχουν συντελεστεί στο τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και ειδικά στις συνθήκες εκδήλωσης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Αναδεικνύεται ο αντικειμενικά κεντρικός ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην καπιταλιστική οικονομία, αποκαλύπτοντας τη σαθρή βάση των επιχειρημάτων διάφορων αστικών και οπορτουνιστικών αναλύσεων που διαχωρίζουν το «υγιές βιομηχανικό» κεφάλαιο από το «σάπιο τραπεζικό» (π.χ. περί «καζινοκαπιταλισμού», ελέγχου των τραπεζών κλπ). Ταυτόχρονα αναδεικνύεται η σχέση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος με το διεθνές και τις εξελίξεις σε αυτό στο πλαίσιο της «τραπεζικής εποπτείας». Αναδεικνύονται οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ, αλλά και των ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων με εκείνους των ΗΠΑ, καθώς και άλλων ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Τέλος γίνεται κριτική παρουσίαση των θέσεων των άλλων πολιτικών δυνάμεων σχετικά με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως αυτές εκφράζονται και μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα των τραπεζοϋπαλλήλων.
 
Στην ενότητα «Παιδεία» δημοσιεύεται κείμενο του Τμήματος Παιδείας με τίτλο «Το σχολείο και ο ρόλος του κομμουνιστή εκπαιδευτικού στη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς». Το κείμενο ανοίγει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που αφορά το ρόλο του κομμουνιστή εκπαιδευτικού στην ιδεολογική παρέμβαση του Κόμματος στη νέα γενιά της εργατικής τάξης. Δε δίνει έτοιμες συνταγές, έχει ως σκοπό να βοηθήσει στην κατανόηση της αναγκαιότητας του ανάλογου προσανατολισμού πρώτα απ’ όλα από τις κομματικές δυνάμεις, τους φίλους του ΚΚΕ και ταυτόχρονα να ορίσει τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις για μια τέτοια δουλειά. Αυτή η δουλειά αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες που προωθούνται αντιδραστικές αλλαγές στο σχολείο. Σίγουρα η συζήτηση και η αξιοποίησή του από τους κομμουνιστές εκπαιδευτικούς θα δώσει πολύ περισσότερο υλικό για να δοθεί συνέχεια σε αυτό το ζήτημα.
 
Στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 2.7.2013 έως 29.8.2013.
 
 
Διαβάστε επίσης: