Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Η συζήτηση περί «διαφθοράς» ως «πλυντήριο» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης

Η προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση στη Βουλή, την περασμένη Τρίτη, για τη Δικαιοσύνη, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ήταν μία ακόμα από εκείνες τις συζητήσεις που τα αστικά κόμματα, νιώθοντας τη λαϊκή πίεση και δυσαρέσκεια, θέλοντας να συσκοτίσουν τη σύγκλισή τους σε θέσεις και προτάσεις διαχείρισης, ανέσυραν από τα συρτάρια τη γνωστή και πάντα προσφερόμενη για αντιπερισπασμούς σκανδαλολογία, την πάταξη της διαφθοράς, «τα καθαρά χέρια». Ο «καβγάς» ήταν φανερό πως έγινε για το «πάπλωμα», συν τοις άλλοις κι απ' την ταύτιση των αιχμών της προπαγάνδας τους, στοχευμένων στην υπεράσπιση συνολικά του συστήματος που υπηρετούν απ' τη θέση που τους έχει αναθέσει.
 
Αιχμή 1η: Η διαφθορά ως αιτία της κρίσης
«Η έξοδος από την κρίση, η ανασυγκρότηση και ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της χώρας είναι αδύνατο να επιτευχθούν αν το σύστημα διαπλοκής, διαφθοράς δεν ξεριζωθεί αποφασιστικά» (Αλ. Τσίπρας).

Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί μόνιμη επωδό των αστικών κομμάτων απ' όταν ξέσπασε η καπιταλιστική κρίση. Την κρίση δεν την προκάλεσαν η διαφθορά και τα σκάνδαλα, δεν έφαγαν τα λεφτά κάποιοι και έτσι «φαλίρισε» η οικονομία. Η κρίση βρίσκεται στο DNA του καπιταλισμού, οφείλεται στην ίδια του τη βασική λειτουργία, την παραγωγή με σκοπό το κέρδος, στον ανταγωνισμό, στην αναρχία της παραγωγής, όλα αυτά δηλαδή που οδηγούν σε υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο κερδοφόρα όσο θα ήθελαν οι καπιταλιστές. Ο ισχυρισμός αυτός, στην ουσία, υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρξει ένας υγιής καπιταλισμός, αδιάφθορος, χωρίς κρίσεις. Αυτό είναι το μέγα ψέμα.


Καταρχήν, ακόμα και ο «αδιάφθορος» καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το μέγα σκάνδαλο των σκανδάλων, την καπιταλιστική εκμετάλλευση, που είναι η αιτία της φτώχειας, της ανεργίας, των διαλυμένων εργασιακών σχέσεων, του χτυπήματος δικαιωμάτων και κατακτήσεων.

Ετσι, όταν αναφέρονται στη «διαφθορά» οι απολογητές του σάπιου αυτού συστήματος, δεν εννοούν ως τέτοια, για παράδειγμα, τη διατήρηση απ' όλες τις κυβερνήσεις του νόμου 27/1975, που καθορίζει τις 60 ειδικές φοροαπαλλαγές που απολάμβαναν και απολαμβάνουν οι εφοπλιστές και ευθύνονται για το γεγονός ότι το κράτος έχει λιγότερα έσοδα από τους εφοπλιστές απ' ό,τι από τα παράβολα των μεταναστών. Ούτε εννοούν τη μείωση των φορολογικών συντελεστών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, ταυτόχρονα με την εκτίναξη της φορολόγησης των λαϊκών στρωμάτων. Ούτε την αδρή κρατική στήριξη των τραπεζών, τη στιγμή που πετσοκόβονται οι κρατικές δαπάνες για Παιδεία, Υγεία, Ασφάλιση. Ούτε θεωρείται γι' αυτούς διαφθορά η ψήφιση νόμων που μειώνουν μισθούς και συντάξεις, αυξάνουν τη φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων και προσαρμόζουν τις εργασιακές σχέσεις στις ανάγκες των καπιταλιστικών κερδών.

Ο ...τίμιος καπιταλισμός στον οποίο ομνύουν δεν είναι παρά το σύστημα όπου τα κέρδη, ο ασύλληπτος πλούτος των λίγων είναι η άλλη όψη της ανείπωτης φτώχειας και ανέχειας των πολλών. Πάνω σ' αυτή τη μέγιστη ατιμία απ' τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων, αναπτύσσονται και διακλαδώνονται και οι υπόλοιπες. Μάλιστα, αυτό που στην Ευρώπη θεωρείται σκάνδαλο δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοιο στις ΗΠΑ. Εκεί π.χ. είναι καθ' όλα νόμιμο να χρηματοδοτούν τα μονοπώλια το πολιτικό τους προσωπικό, ενώ στη Γερμανία το «σκάνδαλο» της δεκαετίας του 1990 ήταν η χρηματοδότηση του καγκελαρίου Χ. Κολ και του σημερινού υπουργού Οικονομικών, Β. Σόιμπλε, με δύο εκατομμύρια μάρκα από τον μεγαλέμπορο όπλων Χ. Σράιτερ.

Αυτή η επιχειρηματολογία όχι μόνο αθωώνει την επιδίωξη του μέγιστου κέρδους ως πηγής των λαϊκών δεινών, αλλά και την καθαγιάζει στα μάτια του λαού, διαχωρίζοντας σε υγιή και μη υγιή την επιχειρηματικότητα, ωθώντας τον επί της ουσίας να στρατευτεί υπέρ των επιδιώξεων της υποτιθέμενης υγιούς. Η απαίτηση για άμεση και μέχρι τέλους διαλεύκανση όλων των σκανδάλων, που έρχονται στην επιφάνεια, δεν πρέπει να οδηγεί σε αποπροσανατολισμό το λαό, για να συγκαλυφτούν οι πραγματικές αιτίες των λαϊκών προβλημάτων. Τα διάφορα σκάνδαλα αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος της αντιλαϊκής πολιτικής που τον φορτώνει με νέα βάρη.

Αιχμή 2η: Υπάρχει δυνατότητα για τίμιο καπιταλισμό
«Ο ΣΥΡΙΖΑ θα τελειώσει το καθεστώς της ανομίας» (Ρ. Σβίγκου).
«Στο τέλος της τετραετίας θα κριθούμε όλοι, αλλά αφ' ότου έχουμε βγάλει τη χώρα από την κρίση, με την κοινωνία όρθια και με τον λαό να έχει επιτέλους δει αυτή η χώρα να έχει δικαιοσύνη και δικαίωση, να αναπνέει με δικαιοσύνη» (Αλ. Τσίπρας).

Οσο περισσότερο αποκαλύπτεται το αποκρουστικό πρόσωπο του συστήματος της εκμετάλλευσης, τόσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλλει το πολιτικό του προσωπικό να πείσει το λαό ότι είναι δυνατόν το σάπιο αυτό σύστημα να γίνει τίμιο, πιο ενάρετο, φιλικό προς τους εργαζόμενους.

Η ίδια η πείρα έχει επιβεβαιώσει ότι σε μία κοινωνία, όπου κάνουν κουμάντο τα συμφέροντα των λίγων, που αλληλοδιαπλέκονται και συνεργάζονται νόμιμα με το κράτος, δηλαδή πάνω από το τραπέζι, είναι νομοτελειακό να αναπτύσσονται οι συναλλαγές τους και κάτω από το τραπέζι. Συναλλαγές που αφορούν όλα τα όργανα του κράτους και την κυβέρνηση, τη διοίκηση, τη Βουλή, τη Δικαιοσύνη κ.ο.κ.

Η λεγόμενη διαφθορά αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα της νόμιμης επιδίωξης του καπιταλιστικού κέρδους. Η παράβαση του αστικού δικαίου προς όφελος της κερδοφορίας φαίνεται ότι αποτελεί απλώς την άλλη όψη του νομίσματος της παραγωγής δικαίου προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα φαινόμενα αυτά αγκαλιάζουν ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο.

Από όλα τα παραπάνω απορρέει το συμπέρασμα ότι όποια πολιτική δύναμη δεν αμφισβητεί την κυριαρχία του κεφαλαίου στην οικονομία, οποιαδήποτε πολιτική δύναμη αποδέχεται ως αιώνιο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, στηρίζει αντικειμενικά το πλαίσιο στο οποίο γιγαντώνονται αυτά τα φαινόμενα και γίνεται αναπόφευκτα μέρος - το θέλει δεν το θέλει, το επιδιώκει δεν το επιδιώκει - αυτής της διαπλοκής.

Αυτό το συμπέρασμα οφείλει να βγάλει ο λαός που αντιμετωπίζει καθημερινά στη ζωή του τα μεγαλύτερα σκάνδαλα, τις μεγαλύτερες τελικά αδικίες που έρχονται με μορφή ξανά χιονοστιβάδας, ως συνέχεια των προηγούμενων, και αφορούν το Ασφαλιστικό, το Φορολογικό, τα «κόκκινα» δάνεια, το σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων που βάζουν ταφόπλακα σε δικαιώματα, στο ήδη εξαφανισμένο λαϊκό εισόδημα, στην ίδια τη ζωή του.

Η επιχειρηματολογία τους προσπαθεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τα φαινόμενα αυτά με το κυνήγι του κέρδους, παρουσιάζοντάς τα ως ζητήματα ηθικής, η καταπολέμηση των οποίων εξαρτάται από τη σχετική πολιτική βούληση. Γι' αυτό και όλοι τονίζουν την ανάγκη ενίσχυσης και βελτίωσης της λειτουργίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους και της Δικαιοσύνης, αφήνοντας άθικτο ή - ακόμα πιο σωστά - συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του θερμοκηπίου μέσα στο οποίο ευδοκιμούν αυτά τα φαινόμενα.

Ταυτόχρονα, οι επιθέσεις εναντίον της διαφθοράς και η επίκληση της διαφάνειας αξιοποιούνται και για την προώθηση μιας σειράς επιδιώξεων του αστικού κράτους. Για παράδειγμα, η όλη συζήτηση για τη φοροδιαφυγή επικεντρώνεται στις μικρές επιχειρήσεις και αξιοποιείται ως μέσο επιτάχυνσης της συγκεντροποίησης της παραγωγής σε μια σειρά κλάδων, αλλά και αύξησης των κρατικών εσόδων. 'Η στο όνομα της καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαπλοκής έχουν παρθεί μια σειρά από μέτρα, που μπορούν να γενικευθούν και να στραφούν και κατά λαϊκών ελευθεριών, όπως ευρείας κλίμακας παρακολουθήσεις, άρσεις απορρήτων των επικοινωνιών, σωματικές και κατ' οίκον έρευνες, χωρίς την τήρηση ούτε και αυτών των στοιχειωδών εγγυήσεων νομιμότητας.

Ο λαός σοφά θα πράξει να ανατρέξει και στη διεθνή εμπειρία, που επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα επιχειρήσεων «κάθαρσης». Μία τέτοια στην Ιταλία, η επονομαζόμενη και «καθαρά χέρια», έφερε τον Μπερλουσκόνι. Σαν τη λερναία ύδρα, ένα περιστατικό διαφθοράς αντιμετωπίζεται και δέκα ξεφυτρώνουν ακριβώς γιατί παραμένει ανέγγιχτη η «μήτρα» που τα «γεννάει».

Αιχμή 3η: Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη
«Θέλω να εξηγήσω την αντίληψή μας και να περιγράψω σε αδρές γραμμές το στρατηγικό μας σχέδιο για μια πραγματικά ανεξάρτητη και θεσμικά ισχυρή και προστατευμένη δικαστική εξουσία. Χρέος και αποστολή της εκτελεστικής αλλά και της νομοθετικής εξουσίας, με βάση το ίδιο το Σύνταγμα, είναι ακριβώς να εγγυάται την ανεξαρτησία, τη θεσμική κατοχύρωση, την εύρυθμη λειτουργία και την προστασία της Δικαιοσύνης από κάθε είδους παρεμβάσεις» (Αλ. Τσίπρας).

Η Δικαιοσύνη ποτέ δεν ήταν ούτε θα είναι ανεξάρτητη από την εκάστοτε κυβέρνηση, ούτε ουσιαστικά ούτε διαδικαστικά. Ουσιαστικά γιατί είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει, να ερμηνεύει τους νόμους που αποφασίζει η εκτελεστική εξουσία και ψηφίζονται στο Κοινοβούλιο. Διαδικαστικά γιατί η ηγεσία της Δικαιοσύνης διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και γιατί η Δικαιοσύνη αποτελεί θεσμό του κράτους και παίζει το δικό της ρόλο στο πλαίσιο του ενιαίου καταμερισμού αρμοδιοτήτων αυτού του κράτους και τελικά πάντα στόχο έχει την επιβολή του «δικαίου» της άρχουσας τάξης, που έχει και την πραγματική εξουσία.

Είναι γνωστός ο ρόλος και η θέση της Δικαιοσύνης στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας και οικονομίας. Κι αυτό δεν αναιρείται από συγκρούσεις που γίνονται και για τον έλεγχο κρίσιμων θέσεων και μηχανισμών στο χώρο της Δικαιοσύνης. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνει και η άρνηση των άλλων κομμάτων να υιοθετήσουν την πρόταση που το ΚΚΕ είχε καταθέσει στο πλαίσιο της προηγούμενης αναθεώρησης του Συντάγματος, για εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από ένα ευρύτερο εκλεκτορικό Σώμα, ως ένα ελάχιστο βήμα, για να χαλαρώσει κάπως ο ασφυκτικός εναγκαλισμός με την εκάστοτε κυβέρνηση που διορίζει την ηγεσία της και μέσω αυτής βεβαίως ελέγχει όλους τους κρίσιμους κρίκους.

Τα τελευταία χρόνια έγινε πιο απροκάλυπτος ο ταξικός ρόλος της, δηλαδή η αξιοποίησή της για την επιβολή της αντιλαϊκής πολιτικής, την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, σε βάρος των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων. Ως προς αυτό αψευδής μάρτυρας είναι η συνέχιση και ένταση της ποινικοποίησης των εργατικών και λαϊκών αγώνων, αλλά και ο νέος αντιδραστικός Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, που ψήφισε εσπευσμένα η κυβέρνηση, μαζί με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και άλλα κόμματα, το περασμένο καλοκαίρι, ως προαπαιτούμενο του 3ου μνημονίου.

Γενικότερα, την τελευταία πενταετία περίπου, έχουν γίνει σημαντικές αλλαγές στην απονομή της δικαιοσύνης, σε αντιδραστική όμως κατεύθυνση, που αφορούν τις διαδικασίες σε όλα τα δικαστήρια. Αξιοποιώντας ως πρόσχημα το υπαρκτό πρόβλημα των σοβαρών καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων, οι μεταρρυθμίσεις αυτές έχουν στόχο την πιο αποτελεσματική προσαρμογή της Δικαιοσύνης στις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου, για γρήγορη, φθηνή και αποτελεσματική, για τα συμφέροντά του όμως, επίλυση των διαφορών και διευκόλυνση των επενδύσεών του.

Βασικές κατευθύνσεις είναι η ενίσχυση των εξωδικαστικών μορφών επίλυσης διαφορών (π.χ. διαμεσολάβηση, διαιτησία κ.ά.), δηλαδή μορφές ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης, διαδικασίες «fast track» για τη διεκπεραίωση υποθέσεων με σημαντικό οικονομικό ενδιαφέρον για ομίλους, όπως π.χ. στρατηγικές επενδύσεις, φορολογικές υποθέσεις και άλλα, εξασφάλιση της γρήγορης εφαρμογής των αντιλαϊκών νόμων.

Ταυτόχρονα, ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για τους εργαζόμενους, για τα λαϊκά στρώματα, για το φτωχό κόσμο, προκειμένου να υπερασπιστούν τα όποια δικαιώματα έχουν απομείνει, γίνεται πανάκριβη και εξαιρετικά δύσκολη, αφού αυξάνονται διαρκώς τα κάθε είδους παράβολα, άλλα έξοδα, ενώ μπαίνουν και νέα τυπικά - δικονομικά εμπόδια.

Αιχμή 4η: Ηθική υπεροχή του ενός έναντι παρεμβάσεων του άλλου...
«Αυτές είναι παρεμβάσεις, χωρίς προσχήματα, χωρίς ντροπή και χωρίς αυταπάτες. Αυτό ήταν και το σύστημα της συγκυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας - ΠΑΣΟΚ της τριετίας 2012 - 2015, που σήμερα έχει και το θράσος να κατηγορεί εμάς για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη» (Αλ. Τσίπρας).

Κάθε φορά που το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου άνοιγε μια τέτοια συζήτηση, οι διεκδικητές της ρομφαίας της κάθαρσης ήταν πολλοί. Ολοι πρόβαλλαν τη δική τους ηθική υπεροχή έναντι των ανταγωνιστών τους για το ρόλο του διαχειριστή της αστικής εξουσίας. Πιστεύουν πως έτσι είναι δυνατόν να αποκρυφτεί το προφανές, ότι η ηθική του καθενός έχει άμεση σχέση και με το περιεχόμενο της πολιτικής που εφαρμόζει. Το ποιο κόμμα είναι εξαρτημένο από μεγάλους επιχειρηματίες, είναι κάτι που φαίνεται και αποδεικνύεται όχι από τα παραπολιτικά σχόλια των διαφόρων «κίτρινων» ή άλλων φυλλάδων, αλλά από το ποιες αποφάσεις παίρνει, για ποιους επιχειρηματικούς ομίλους, τι νομοσχέδια φέρνει στη Βουλή, ποιους ενισχύουν αυτά τα νομοσχέδια. Φαίνεται, δηλαδή, και αποδεικνύεται μέσα από την όλη στάση του, τις θέσεις και την πολιτική δράση του και μέσα στη Βουλή και έξω από αυτήν.

Το «προφίλ» πολέμιου της διαφθοράς «πουλάει», σε συνδυασμό και με την προπαγάνδα ότι αυτή ευθύνεται ως και για το προπατορικό αμάρτημα. Ισως έτσι εξηγείται ότι δεν υπάρχει πρόγραμμα προεκλογικό κανενός αστικού κόμματος δίχως διακηρύξεις για τη δήθεν καταπολέμηση της διαφθοράς, για την ανάγκη εδραίωσης της αξιοκρατίας στο κράτος, στην οικονομία γενικότερα. Κι από την άλλη, δεν υπήρχε σκάνδαλο που να μην ήρθε στο φως της δημοσιότητας, και εδώ στην Ελλάδα και αλλού, από τα ανταγωνιζόμενα μονοπώλια διεθνούς εμβέλειας.

Η σύγκλιση των κομμάτων αυτών σε θεμελιώδη ζητήματα, πάντα τα έσπρωχνε να προσπαθούν να στοιχειοθετήσουν τη δήθεν υπεροχή τους έναντι των υπόλοιπων πολιτικών αντιπάλων τους πάνω στη βάση της ονομαζόμενης ηθικής τους, της ακεραιότητάς τους, της ικανότητας των στελεχών τους, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την έλλειψη αυτών των χαρακτηριστικών πάντα από άλλους.

Ετσι ακριβώς, με τον ίδιο τρόπο, συμπεριφέρονται σήμερα οι ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, όπως ακριβώς και η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και τα πρόθυμα εξαπτέρυγά τους πριν. Αυτό, άλλωστε, είχε αποτυπωθεί και στο κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, «Ξεμπερδεύουμε με το παλιό, κερδίζουμε το αύριο», που έθετε ουσιαστικά ως διαχωριστική γραμμή τη διαφθορά των προηγούμενων κυβερνήσεων και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.

Η ΝΔ είχε «σηκώσει το γάντι» προεκλογικά, αναδεικνύοντας την ενσωμάτωση στον ΣΥΡΙΖΑ πλατιών τμημάτων του παλιού «κατεστημένου», στελεχών κυρίως του ΠΑΣΟΚ, αλλά και γνωστών εργατοπατέρων, ενώ 21 βουλευτές της είχαν προχωρήσει στα τέλη Ιούλη σε Ερώτηση στον πρωθυπουργό και τους συναρμόδιους υπουργούς με θέμα: «Διαφθορά και το ήθος της "πρώτη φορά" αριστερής διακυβέρνησης».

Β. Ν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: