Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΣ: ΘΥΜΗΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ (Μέρος Γ΄)

Προφορική αφήγηση του Νίκου Μαρμαρινού (Γύφτου)Του Δημήτρη Π. Καρατζιτζή
συνέχεια από Β΄μέρος
δ) Πως έγινα τακτικός μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Λέσβου
Στο δρόμο πηγαίνοντας στην Αγ. Παρασκευή, σε μια περιοχή «Αγόρατος» το λέγανε, είχε ανέβει μια ομάδα αντάρτες με τους Πέτρο
Μπούρα, Λιμπούτζ(η) - σ.σ το παρατσούκλι του αντάρτη Ηλία Σεβαστού - και άλλους 5 με 6, ήταν στην Καλλονή, εκεί σε μέρος καλυμμένο είχαν ξημερωθεί. Εγώ δεν το ήξερα. Αυτοί, οι ΜΑΥδες, όπως είχανε εμένα μαζί, πήγαιναν κατά φάλαγγα και χτενίζανε την περιοχή. Εγώ ήμουνα με το λοχαγό, τον υπενωμοτάρχη και μερικούς ΜΑΥδες στα δεξιά της ομάδας.
Οι αντάρτες τους είχανε δει που βάζανε φωτιά, που χτενίζανε την περιοχή και σε τέτοιες περιπτώσεις το ριψοκινδυνεύαμε και δεν φεύγαμε για να μην κάνουμε εμφάνιση και πιάσουν όλο τον κόσμο. Γιατί σε κάθε εμφάνιση πιάνανε όλο τον κόσμο και τους ενοχοποιούσαν και έτσι αποφεύγαμε, και όπως ήταν δασωμένο το μέρος, λίγο δεξιά ή λίγο αριστερά να κάνουν δε θα τους δουν, ήταν πίσω από ένα ντουβάρι και ήταν δύσκολο να τους δουν.
Όμως κατά διαβολική σύμπτωση πήγε ένας ΜΑΥς από την Αγ. Παρασκευή. Η ομάδα που ήταν ο ΜΑΥς που χτυπήθηκε πέσανε κάτω, αλλά άρχισαν τώρα και οι άλλοι αντάρτες να βαράνε και αφού ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, συνέχισαν το δρόμο τους.


Εγώ εκείνη την ώρα που έγινε το νταβαντούρι πέταξα τα πράγματα που με είχανε φορτώσει, με πήραν και μένα μαζί, είχα όμως προσχέδιο στο μέρος αυτό, που ήταν δασωμένο, αδιάβατο, θα προσπαθούσα να φύγω, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να με πάνε κάτω σαν τροφοδότη και σαν σύνδεσμο και να γλίτωνα. Τότε ξέραμε στρατοδικείο και θάνατος η ποινή, άλλωστε είχα μια εμπειρία.
Πράγματι πήγαμε 50 με 100 μέτρα, λέει ο λοχαγός στους ΜΑΥδες, είχαν προστεθεί και άλλοι ΜΑΥδες στην πτέρυγα και είχε γίνει καμιά 20ρια: «Πάρτον αυτόν να πάτε κάτω να σας βρει ένα μουλάρι να φορτώσετε τον τραυματία να τον πάτε στο χωριό». Νόμιζαν ότι ήταν τραυματισμένος. Πήγαμε πράγματι, οι ΜΑΥδες ήταν 2-3 γνωστοί από την Αγία Παρασκευή και μόλις πήγαμε και είδανε τον τραυματία κάτω να γογγύζει τα χάσανε. Την ώρα εκείνη, με την πρόφαση να πάω να κατουρήσω, από τον έναν πρίνο στον άλλο, ξεμάκρυνα και τότε πήρα δρόμο, παρόλο που στα πόδια μου κάτω είχαν σπάσει τρία ραβδιά και η πλάτη μου μαυρισμένη.

Έφυγα λοιπόν και όταν βράδιασε πήγα στη μάντρα, τα πάντα ήταν ρημαγμένα. Ήρθε και ο άλλος αδελφός, ο μικρός, μαζέψαμε τα γίδια τα αρμέξαμε, είχανε πολύ γάλα γιατί ήταν Άνοιξη και το βράδυ πήρα το κιουπινέτς(ι) - σ.σ. χοντρή κάπα που χρησιμοποιούσαν συνήθως οι τσομπάνηδες - και πήγα πιο πέρα από το ντάμι, καμιά εκατοστή μέτρα και ξάπλωσα. Είχα ένα σκύλο που γνώριζε τους αντάρτες από μακριά και γάβγιζε φιλικά όταν ερχόταν και εκεί που κοιμόμουν έρχεται ο
Στραβουλέλλης, τον έφερε ο σκύλος και άρχισε να χοροπηδάει πάνω μου, νέος ήταν και αυτός και παλεύαμε, κάναμε πλάκα.
Είχανε ακούσει οι αντάρτες τους πυροβολισμούς και όλη τη φασαρία απ΄ τα «Καβακλιά», εκεί ήτανε και ήρθε και μετά τις πρώτες πλάκες με ρώτησε τι έγινε, είδαν και καμένα όλα και έτσι τους εξιστόρησα το τι έγινε.
«Τι θα γίνει, εγώ τι θα κάνω;» του λέω.
«Κοίτα να δεις, μετά τη μάχη που έγινε σκοτωμό, μπορεί και να μη σε θυμούνται – αφέλεια να το πεις; - κάθισε και αν καταλάβεις ότι σε ζητούν εκεί, θα συνδεθείς, στ΄ Σουλόβαρδου προς το «Καβακλί» μεριά από κάτω σ΄ ένα ντάμι, εκεί θα πας και αυτοί θα σου πούνε».
Δεν θυμάμαι ποιοι ήταν , πάντως μου δώσανε εκεί για σύνδεση, Την άλλη μέρα βγάζουν διαταγή αυτοί, όλα τα γιδοπρόβατα να μαζευτούν στο χωριό. Έξω από το χωριό, «Ντούπα» το λέμε το μέρος ένας Μεράς της Κοινότητας, όλα τα γιδοπρόβατα εκεί!!!
Κρίθηκε όλη η περιοχή απαγορευμένη ζώνη και έπρεπε να κατεβάσουμε κάτω το κοπάδι. Πράγματι το βράδυ τα κατεβάζουμε στο χωριό. Χιλιάδες πρόβατα και γίδια είχαν μαζευτεί. Τα μαντρώσαμε το βράδυ κάπου και πήγα σπίτι μου στο χωριό, δεν είχε αστυνομία το χωριό τότε, ούτε κάποια διμοιρία…
Κάθισα και πρωί - πρωί με τον αδελφό μου πήγαμε τα ζώα να βοσκήσουν και να πάρουν αέρα. Όταν ήρθε η ώρα να αρμέξουμε, μαζί με το Λια (Ηλία) τον αδελφό μου, πήγαμε τα μαντρώσαμε τα γίδια σ΄ ένα μέρος. Εκείνη την ώρα, να οι δυο αγροφύλακες, που εκείνη την εποχή ήταν οπλισμένοι οδηγοί των αποσπασμάτων. Ήρθαν εκεί πέρα οι δυο αγροφύλακες και με μειλίχιο ύφος: «Γεια σου Νίκο, τι κάνεις καλά; Όταν τελειώσεις πάμε μια βόλτα μέχρι την Αγία Παρασκευή, κάτι θέλει να σε ρωτήσει ο λοχαγός, δεν είναι τίποτα και μη φοβάσαι». Εντάξει μπάρμπα Γιάννη - ήτανε και μεγάλοι άνθρωποι - να αρμέξουμε πρώτα τα γίδια και μετά πάμε». «Θα καθίσουμε εκεί πίσω, από πού δεν πιάνει βοριάς, να καπνίσουμε ένα τσιμπούκι και όταν τελειώσεις μας φωνάζεις». Εκείνη την ώρα λέω στο Λια, από κάτω ήταν το σπίτι μας: «Πήγαινε στο σπίτι βάλε ένα ψωμί μέσα σ΄ ένα τρουβά - σ.σ. χωριάτικο ταγάρι - και πάρε και τη χλαίνη».

Πράγματι έτσι έκανε, ούτε πέντε λεπτά δεν χρειάστηκαν. Έφυγα από την αντίθετη κατεύθυνση που κάθονταν οι αγροφύλακες, μάλιστα ο μικρός άρχισε να κλαίει, ήταν 11 χρονών περίπου και πήγα στα λημέρια τα δικά μας.
Αυτοί μετά από λίγο πήγαμε στον Λια, τον ρωτούν που είναι ο Νίκος, αυτός τους απαντά κάπου πήγε προς νερού του. Άρχισαν να φωνάζουν: «Νίκο, βρε Νίκο». Τίποτα.
Τότε κατάλαβαν ότι είχα φύγει. Πήγανε κάτω στην Αγία Παρασκευή, λένε τι έγινε, τους μπαγλάρωσαν μέσα, απ΄ εκεί στη Μυτιλήνη. Ταλαιπωρήθηκαν αλλά μετά τους βγάλανε. Μάλιστα, πριν τους στείλουν στη Μυτιλήνη, περνάνε από το χωριό παίρνουν τον πατέρα μου μαζί και ανέβηκαν στα λημέρια τα δικά μας, στους Μεράδες, και τους βάζανε και φωνάζανε «Νίκο, βρε Νίκο». Τίποτα.

Εγώ ανέβηκα στα «Καμίνια», στην περιοχή τη δικιά μας, με σκοπό να πάω να συνδεθώ, στο ντάμι στα Μανταμαδιώτικα, στα «Καβακλιά», που μου είχανε δώσει σύνδεση. Αλλά πριν πάω προς τα εκεί εντελώς συμπτωματικά, έπεσα πάνω σε μια ομάδα ανταρτών που ήταν απ΄ ότι θυμάμαι ο
Θεοχάρης ο Νίκος, ο Αντωνιάδης και ο Θεολόγος Καραβερβέρης. Κάπου ήταν αποστολή και αυτοί ξημερωθήκανε στην περιοχή αυτή και μένανε εκεί πέρα. Εκεί που πήγαινα, από ένα μονοπάτι γιατί για λόγους ασφαλείας δεν πήγαινα από τον κανονικό δρόμο, ακούω όπλα να οπλίζουν, κατάλαβα ότι ήταν αντάρτες, γιατί ποιοι άλλοι θα ήταν κρυμμένοι μέσα στο ρουμάνι. «Ποιος είσαι;». Γνώρισα τη φωνή, ήταν ο Θεοχάρης. Τους λέω: «Ο Νίκος είμαι» και από εκεί ξεκινήσαμε πια για τη «Σαρακήνα» - σ.σ αγροτική περιοχή του Μανταμάδου - , τον Απρίλη του ΄48, και στο δρόμο μου δώσανε και το όπλο και από τότε ήμουν μέλος του Δημοκρατικού Στρατού Λέσβου.

ε) Η δράση μου στο Δ.Σ. Λέσβου.
Πριν ακόμα συνδεθούμε με τα άλλα τμήματα, πήγαμε στο λημέρι στη «Σαρακήνα», δε βρήκαμε κανέναν για να μάθουμε νέα, ούτε τον Οδυσσέα Γροσομανίδη, ούτε άλλον βρήκαμε. Εγώ βέβαια δεν τον ήξερα τότες. Μου λέει ο Θεολόγος να πάμε στη Λαγκάδα, μήπως βρούμε κάποιον. Εκεί ήταν ένας ψηλός, Ηλία Σελίμη (;) τον λέγανε και είχαν και ένα τσομπάνη, Παρασκευά από την Κάπη, έναν άντρακλα μέχρι κει πάνω. Εγώ ήμουνα νέος και ο Θεολόγος δεν ήθελε να πάω να τους γνωρίσω για λόγους περιφρούρησης και μου λέει: «Κάτσε εδώ από κάτω από τη συκιά, να πάω να δω αν είναι κανένας και θάρθω μετά».
Για μια στιγμή, εκεί που καθόμουνα, κοιτάζω έναν και πηδάει από ένα τοίχο με ένα όπλο στο χέρι. Αρπώ την αραβίδα, δεν είχα εξοικειωθεί, αλλά το χειρισμό τον ήξερα. «Μην κουνηθείς, ψηλά τα χέρια, ποιος είσαι;» «Τσομπάνης» μου λέει. «Πέταξε το όπλο» του είπα, ήταν κυνηγετικό.
Έκατσε ο άνθρωπος εκεί πέρα. Μια τρομάρα που είχε, το ίδιο και εγώ. Ήταν η πρώτη φορά για μένα, έπαθε σοκ ο άνθρωπος, ήταν και νύχτα. Καμιά φορά έρχεται ο Θεολόγος, γνωρίζονταν, αγκαλιάστηκαν, ήταν δικός μας. Για μένα ήταν η πρώτη κρυάδα.
Σε συνέχεια, γνωστή η διαδρομή. Με τις περιπέτειες και τα γεγονότα. Εγώ ήμουνα νέος αντέχανε τα πόδια μου, γνώριζα τον τόπο, ήξερα να περπατάω τη νύχτα γιατί οι άλλοι όσοι δεν είχανε κάνει αγρότες, δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν εύκολα τις δυσκολίες.
Θα πω μια περίπτωση του Μιχάλη
Λιαρούτσου. Ο Μιχάλης είχε μεγάλη μυωπία από τότε. Κάποτε, λοιπόν, βαδίζαμε ένα τμήμα, μετά το χιόνι και την παγωνιά που λιώνουν όλα και απ΄ όπου περνάς αφήνεις σημάδια. Όταν πήγαμε σε τέτοια περιοχή λέει ο πρώτος προσοχή στα ζάλα (σ.σ. ίχνη, πατημασιές) και ο ένας το μετέφερε στον άλλο. Ο Μιχάλης που πήγαινε πίσω από το Χάρο, πλατς, πλουτς τσαλαβουτούσε. Μόλις τον πήρε χαμπάρι ο Χάρος, του λέει: «Ρε συ, τα ζάλα. Τι λέμε τόση ώρα;». «Ποια ζάλα;» ρωτά ο Μιχάλης, που δε γνώριζε τότε τη Μυτιληνιά διάλεκτο. «Να αυτά που αφήνουμε στις λάσπες». «Α! τα ίχνη θέλεις να πεις».
...

Δεν υπάρχουν σχόλια: