Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΟΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΟΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας και η κρατική πολιτική διαχείρισής της

του Γρηγόρη Λιονή *

Τόσο η εγχώρια όσο και η διεθνής καπιταλιστική οικονομία βρίσκονται, εδώ και μερικούς μήνες, σε κρίση, με τις αναφορές για το μεγάλο βάθος της να πολλαπλασιάζονται όσο περνάει ο καιρός. Ήδη, το 2ο τρίμηνο του 2020 (στο οποίο ο τουρισμός έχει σχετικά μικρή συμμετοχή) η εγχώρια οικονομία καταγράφει μείωση ΑΕΠ που προσεγγίζει το 15% σε ετήσια βάση.

Στο πλαίσιο αυτό, ξετυλίγεται μια εκτεταμένη επικοινωνιακή προσπάθεια στην οποία μετέχει ένα ευρύτατο φάσμα που ξεκινά από διάφορα αστικά επιτελεία αλλά και από τον οπορτουνιστικό χώρο, αντικείμενο της οποίας είναι μια προσπάθεια εμφάνισης της κρίσης ως κρίσης που οφείλεται στον κορονοϊό, μιας κρίσης που δήθεν προέρχεται από εξωγενείς προς τον καπιταλισμό παράγοντες.

Παράλληλα, αξιοποιώντας και αυτήν την επικοινωνιακή προσπάθεια, τα αστικά επιτελεία προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις λαϊκές μάζες που βιώνουν, για μια ακόμα φορά, μετά από ελάχιστα χρόνια, τις συνέπειες μιας καπιταλιστικής κρίσης και να τις στοιχίσουν πίσω από τη σημαία της αναμονής των μέτρων διαχείρισης. Στην ίδια κατεύθυνση είναι και η προσπάθεια του οπορτουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας να ρυμουλκήσουν το εργατικό κίνημα σε μια αδιέξοδη πορεία, που αναλώνεται σε μια δήθεν εναλλακτική κυβερνητική διαχείριση της κρίσης.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ

Ο πραγματικός χαρακτήρας της τρέχουσας οικονομικής κρίσης και η απάντηση στο ερώτημα αν πρόκειται για «κορονοκρίση» ή όχι μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός αν εξετάσει κανείς την πορεία της οικονομίας πριν την εμφάνιση του ιού.

Τα στατιστικά στοιχεία που πλέον είναι διαθέσιμα αποτυπώνουν με γλαφυρό τρόπο πως η εγχώρια καπιταλιστική οικονομία βρισκόταν σε κατάσταση συρρίκνωσης ήδη απ’ τα τέλη του 2019, πολύ πριν την εμφάνιση του κορονοϊού.

Ειδικότερα, το εποχικά και ημερολογιακά διορθωμένο ΑΕΠ1 του 4ου τριμήνου του 2019 μειώθηκε κατά 0,9% σε σχέση με το 3ο τρίμηνο του 2019 ενώ το επόμενο τρίμηνο, το 1ο του 2020 μειώθηκε περαιτέρω κατά 0,7% σε σχέση με το 4ο τρίμηνο του 2019, με τη συνολική μείωση σε επίπεδο εξαμήνου να κυμαίνεται στο 1,6% του ΑΕΠ, ενώ η οικονομία βρισκόταν, πρακτικά, σε σταστιμότητα ήδη απ’ το 3ο τρίμηνο του 2019 που σημείωσε 0,2% μεταβολή σε σχέση με το 2ο τρίμηνο.

Το συνολικό ΑΕΠ σε επίπεδο έτους σημείωσε αύξηση κατά 1,9% μειωμένο ακόμα και απ’ την ήδη αναθεωρημένη προς τα κάτω εκτίμηση για 2% που είχε γίνει μόλις στα μέσα Νοέμβρη όταν η κυβέρνηση κατέθεσε τον προϋπολογισμό του 2020. Υπενθυμίζουμε πως τον Απρίλη του 2019 υπήρχε εκτίμηση για 2,3% ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.

Η σχετική αδυναμία αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου φαίνεται πιο έκδηλα αν εξετάσει κανείς τους επίσημους δείκτες βιομηχανικής παραγωγής εκείνης της περιόδου. Το 2019 ως σύνολο έκλεισε με μείωση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής κατά 0,6% σε σχέση με το 2018 έναντι αύξησης 1,6% το 2018, ενώ ο δείκτης της μεταποίησης σημείωσε για το σύνολο του έτους οριακή αύξηση 1,2% έναντι αύξησης 2,8% το 2018. Μάλιστα η αύξηση συγκαλύπτει α) μεγάλη κλαδική ανισομετρία, αφού ο κλάδος των τροφίμων σημείωσε αύξηση 1,5%, ο δυναμικός κλάδος του φαρμάκου αύξηση 23% ενώ η βιομηχανία μετάλλου σημείωσε συρρίκνωση και ο κλάδος της μεταποίησης που συγκεντρώνει την τελευταία δεκαετία τη μερίδα του λέοντος των τοποθετήσεων κεφαλαίου, ο κλάδος πετρελαίου, σημείωσε συρρίκνωση 8,6% για το σύνολο του έτους και β) μεγάλη «χρονική» ανισομετρία, αφού τα στοιχεία υποδηλώνουν μια σαφέστατη επιδείνωση της βιομηχανικής παραγωγής και της παραγωγής στη μεταποίηση προς το τέλος του έτους (το 2ο εξάμηνο).

Έτσι, τα επίσημα κρατικά στοιχεία αποσαθρώνουν το κυβερνητικό επιχείρημα για «αυξανόμενη δυναμική της εγχώριας οικονομίας» που είχε διατυπωθεί στην εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού του 2020.

Τα αναλυτικά στοιχεία διάρθρωσης του ΑΕΠ, που αποτυπώνουν τις επιμέρους συνιστώσες του, υπογραμμίζουν πως η συρρίκνωση του ΑΕΠ αντανακλά κατά κύριο λόγο τη μείωση των εξαγωγών, σε μείωση των επενδύσεων ήδη το 4ο τρίμηνο του 2019 και, απ’ το 2020 σε ελαφριά μείωση και της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών.

Εύκολα γίνεται κατανοητό πως η στασιμότητα στην Ευρωζώνη, η επιβράδυνση του παγκόσμιου ΑΕΠ και η απότομη επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου που χαρακτήρισαν το 2019 πολύ πριν εμφανιστεί στην επικαιρότητα το ζήτημα του κορονοϊού,2 σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των κυβερνητικών και άλλων απολογητών της αστικής πολιτικής, όχι απλά εμφανίστηκαν και στην ελληνική οικονομία, αλλά είχαν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσκολιών στην καπιταλιστική οικονομία ήδη απ’ το 2019.

Σημειώνουμε επίσης πως το 1ο τρίμηνο του 2020 η επίδραση του κορονοϊού στην κοινωνική και οικονομική ζωή ήταν σχετικά περιορισμένη, ειδικά στην Ελλάδα. Η πρώτη ανακοίνωση του ΕΟΔΥ για τον κορονοϊό γίνεται στις 28 Φλεβάρη 2020 και αναφέρεται σε μέτρα προφύλαξης που πρέπει να λαμβάνονται. Ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, ο ΟΟΣΑ εκτιμούσε, στις αρχές του Μάρτη του 2020, πως ο κορονοϊός θα είχε μια επίπτωση της τάξης του 0,5% στο διεθνές ΑΕΠ.

Αξίζει να αναφέρουμε πως το ΚΚΕ είχε πολλαπλά προειδοποιήσει για αυτές τις αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής της λεγόμενης εξωστρέφειας. Είχαμε, πολύ έγκαιρα, χαρακτηρίσει υπεραισιόδοξες τις προβλέψεις για ισχυρή ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας το επόμενο μεσοπρόθεσμο διάστημα, οι οποίες συσκότιζαν την αντικειμενική κατάσταση και το δεδομένο της ανάπτυξης αντιθέσεων στον καπιταλισμό διεθνώς, που θα είχαν αντανάκλαση στην εγχώρια οικονομία.3

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Το δημοσιονομικό πλεόνασμα, το δημοσιονομικό κενό και το κενό στην κάλυψη των αναγκών μας…

Του Γρηγόρη Λιονή *
 
Κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται, το τελευταίο διάστημα, να διασταυρώνουν τα ξίφη τους, μεταξύ τους και με την τρόικα με επίκεντρο της αντιπαράθεσης τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Στην πραγματικότητα, και οι δύο πόλοι του νέου διπολισμού δίνουν συνεχείς εξετάσεις στην άρχουσα τάξη για το ποιος είναι αποτελεσματικότερος διαπραγματευτής των δημόσιων οικονομικών με την ΕΕ και ποιος προτείνει το καλύτερο μείγμα διαχείρισης.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται να θέτει κόκκινη γραμμή την τήρηση του υφιστάμενου προγράμματος, ως η φωνή που θα πείσει την ΕΕ να προχωρήσει σε μια ήπια επιμήκυνση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας, με ένα συναινετικό τρόπο που εγγυάται την ομαλότητα στην ΕΕ. Απ' την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως ο αποτελεσματικότερος διαπραγματευτής προς όφελος της άρχουσας τάξης, που θα πετύχει μεγάλη μείωση του κρατικού χρέους, εξασφαλίζοντας περισσότερους πόρους για τη χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων. Ωστόσο, λαός και μονοπώλια έχουν αντίθετα συμφέροντα, και το παράδειγμα των δημόσιων οικονομικών είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό για αυτήν την ασυμβατότητα.

Η ταξική σημασία του «δημοσιονομικού κενού»
 
Το «δημοσιονομικό κενό», για το οποίο γίνεται όλος ο θόρυβος είναι, με απλά λόγια, η διαφορά ανάμεσα στις δαπάνες και τα έσοδα του κράτους. Φυσικά, ο «λογιστικός ορισμός» αυτός συγκαλύπτει την πραγματικότητα, αφού ο κρατικός προϋπολογισμός έχει σαφή ταξικό χαρακτήρα, που προκύπτει από την ίδια τη φύση του αστικού κράτους. Απ' τη μια, οι κρατικές δαπάνες περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων, με τη μορφή επιχορηγήσεων κάθε είδους, των δαπανών για τα δημόσια έργα που αυξάνουν την κερδοφορία των κατασκευαστικών ομίλων, μια σειρά κρατικές δαπάνες με το κράτος να αποτελεί το πιο σίγουρο και εξασφαλισμένο πελάτη για μεγάλες επιχειρήσεις, τόκους και χρεολύσια προς τραπεζικούς ομίλους και τους λοιπούς δανειστές. Αφορούν, επίσης, τη χρηματοδότηση του κρατικού μηχανισμού που αποτελεί το όργανο διασφάλισης της κοινωνικής κυριαρχίας του κεφαλαίου, ενώ οι όποιες δαπάνες κοινωνικής πολιτικής για την Υγεία, την Παιδεία, τα ασφαλιστικά ταμεία μειώνονται δραματικά.

Απ' την άλλη, τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού προέρχονται, πρακτικά εξ ολοκλήρου, από τη φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων, μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, μικροαγροτών, με σωρεία άμεσων και έμμεσων φόρων. Η φορολόγηση των μονοπωλιακών ομίλων αποτελεί λιγότερο από το 5% των συνολικών κρατικών εσόδων λόγω των πολλαπλών φοροαπαλλαγών για το μεγάλο κεφάλαιο. Χαρακτηριστικά, οι φόροι του εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι μόλις 11 εκατομμύρια ευρώ. Ο κρατικός προϋπολογισμός αποτελεί εργαλείο αναδιανομής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου σε βάρος του λαού προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων.

Αυτό εξηγεί και τον κομπασμό της κυβέρνησης, το προηγούμενο διάστημα, για το πρωτογενές πλεόνασμα. Πέρα απ' τις λογιστικές αλχημείες, αποτύπωνε την επιτυχία της κρατικής πολιτικής στη φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων. Αντανακλούσε την εκτόξευση της φορολογίας των λαϊκών στρωμάτων, το τσάκισμα των συντάξεων, τις περικοπές, τις ιδιωτικοποιήσεις. Γι' αυτό η επιτυχία του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι επιτυχία της άρχουσας τάξης. Σηματοδοτεί κλιμάκωση της επίθεσης προς τα λαϊκά στρώματα.

Δεμένη με την τρέχουσα δημοσιονομική διαχείριση βρίσκεται και η διαχείριση του κρατικού χρέους. Πρόκειται για χρέος που δε δημιούργησαν τα λαϊκά στρώματα και δεν ωφελήθηκαν απ' αυτό, αλλά, αντίθετα, οφείλεται στον πακτωλό χρηματοδότησης προς τους μονοπωλιακούς ομίλους τα προηγούμενα χρόνια. Το χρέος αυτό, όπως και κάθε άλλο δάνειο, απαιτεί κάθε χρόνο πληρωμή τόκων και χρεολυσίων που προέρχονται από τη φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων και θα χρησιμοποιηθούν, για να αυγατίσουν τα κέρδη των δανειστών του ελληνικού κράτους. Το κρατικό ταμείο της τρέχουσας χρονιάς, χωρίς να συμπεριλάβουμε τόκους και χρεολύσια, είναι το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού.

Συγχρόνως, η άρχουσα τάξη βλέπει μακριά. Η αστική πολιτική στο σύνολό της, και μέσα σ' αυτή και ο κρατικός προϋπολογισμός, στοχεύει στη διαμόρφωση όλων εκείνων των κατάλληλων όρων και προϋποθέσεων, ώστε το κεφάλαιο να μπορεί να βρίσκει κερδοφόρες τοποθετήσεις, να ικανοποιεί τον μοναδικό όρο ύπαρξής του, την αυτοαύξησή του. Συγχρόνως, τα διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου αναπτύσσονται με διαφορετικό τρόπο, έχουν διαφορετικές επιμέρους προτεραιότητες και οι διαφοροποιήσεις αυτές εκφράζονται με την όξυνση της ενδοαστικής διαπάλης για όλες τις λεπτομέρειες της αστικής πολιτικής. Η διαπάλη για το καλύτερο δημοσιονομικό μείγμα εκφράζει αυτές τις αντιθέσεις. Στη φάση της καπιταλιστικής κρίσης, η διαπάλη στο εσωτερικό του εχθρικού στρατοπέδου της άρχουσας τάξης, αφορά, ανάμεσα σε άλλα, και τη διαπάλη για τον καταμερισμό των ζημιών. Η καπιταλιστική κρίση οδηγεί σε καταστροφή, απαξίωση ενός τμήματος του κεφαλαίου. Κλείνουν επιχειρήσεις, εμπορεύματα ξεπουλιούνται κ.λπ. Η μείωση της τιμής των ελληνικών κρατικών χρεογράφων εκφράζει τελικά την εκδήλωση της κρίσης στον ελληνικό καπιταλισμό. Ωστόσο, ενώ η απαξίωση αυτή είναι αντικειμενική, η κατανομή της στα διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου δε γίνεται αυτόματα.

Η διαπάλη σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση
 
Η διαπάλη σχετικά με το εάν η επιμήκυνση ή η διαγραφή του ελληνικού κρατικού χρέους είναι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης είναι διαμάχη για τον τρόπο επιμερισμού των ζημιών και των κερδών της καπιταλιστικής κρίσης μεταξύ των μονοπωλιακών ομίλων και για το μείγμα διαχείρισης που θα ακολουθηθεί.

Η κυβέρνηση, θέλοντας να εμφανιστεί ως δυναμικός και επιτυχημένος διαπραγματευτής, εμφανίζεται να συγκρούεται με την ΕΕ, σχετικά με το ύψος του δημοσιονομικού κενού για το 2014. Υποστηρίζει πως, με βάση τις μέχρι τώρα συμφωνίες, τα υπόλοιπα κράτη - μέλη της ΕΕ οφείλουν να μειώσουν τους τόκους που πρέπει να καταβάλει το ελληνικό κράτος και ότι το πραγματικό δημοσιονομικό κενό, «είναι πολύ μικρό και μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς οριζόντια μέτρα». Η ΕΕ, από τη μεριά της, μεταθέτει τη συζήτηση για το συγκεκριμένο ζήτημα σε νέα σύσκεψη που θα γίνει το Δεκέμβρη του 2014, ενώ και στο εσωτερικό της ΕΕ εμφανίζονται διαφορετικές απόψεις σχετικά με τον τρόπο επιμερισμού του δημοσιονομικού κενού.
Απ' την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει τη θέση του ΔΝΤ για «κούρεμα» σημαντικού τμήματος του δημόσιου χρέους των υπερχρεωμένων κρατών της ΕΕ.

Στο βάθος της, η συγκεκριμένη αντιπαράθεση έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση και δεν αφορά μόνο την περίπτωση των λίγων δισ. ευρώ της Ελλάδας για το 2014, αλλά αφορά συνολικά τη διαχείριση της υπερχρέωσης των κρατών - μελών της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, η εν λόγω αντιπαράθεση αφορά τον επιμερισμό των βαρών της καπιταλιστικής κρίσης και της αναγκαίας απαξίωσης κεφαλαίου που τη συνοδεύει, με το ΔΝΤ να πιέζει τις οικονομικά ισχυρές χώρες της ΕΕ να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο από τα απαξιούμενα κεφάλαια. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι αδιάφορη ούτε για τις ΗΠΑ, το δημόσιο χρέος των οποίων ξεπέρασε ήδη το 100% του ΑΕΠ.

Κυρίως, όμως, η συγκεκριμένη αντιπαράθεση δεν αφορά στα λαϊκά στρώματα. Η όλη αντιπαράθεση αφορά στον επιμερισμό των ζημιών μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου, μεταξύ ιμπεριαλιστικών κέντρων, στον καλύτερο τρόπο στήριξης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων. Ολοι τους συμφωνούν στο στόχο της στήριξης της κερδοφορίας, και στην ανάγκη λήψης αντιλαϊκών μέτρων, ώστε να επέλθει αυτή η κερδοφορία.

Κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης
 
Στην πραγματικότητα, η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης στα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα είναι ήδη δρομολογημένη, ανεξάρτητα από τυχόν νέα μέτρα που θα επιβληθούν και θα επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση. Ο μόνος που μπορεί να βάλει φρένο σ' αυτήν την πορεία σφαγής είναι ο ίδιος ο λαός.

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2014 περιλαμβάνει επιπλέον μέτρα 5,1 δισ. ευρώ από το 2013 που θα προκύψουν, από τη μείωση των κρατικών δαπανών σε Παιδεία, Υγεία και ασφαλιστικά ταμεία και από την αύξηση της φοροεπιδρομής στα λαϊκά στρώματα. Μέσα στα ήδη δρομολογημένα νέα μέτρα βρίσκονται:
1. Το νέο «ενιαίο τέλος ακινήτων» μονιμοποιεί και διευρύνει το χαράτσι πάνω στη λαϊκή στέγη και τη μικρή περιουσία και ταυτόχρονα ελαττώνει τη φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου, οδηγεί σε περίπου 2δισ. ευρώ νέους φόρους για τα λαϊκά στρώματα.
2. Προωθούνται οι ιδιωτικοποιήσεις μιας σειράς κρατικών επιχειρήσεων, ξεκινώντας απ' τις βιομηχανίες ΕΑΣ - ΕΛΒΟ - ΛΑΡΚΟ.
3. Προωθούνται οι απολύσεις δεκάδων χιλιάδων υπαλλήλων στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα.
4. Αυξάνεται κατά 2.1 δισ. ευρώ η φορολογία των λαϊκών στρωμάτων λόγω της κατάργησης φοροαπαλλαγών και αφορολόγητων ορίων για μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και συνταξιούχους.

Η προώθηση τέτοιων αντιλαϊκών μέτρων δεν αφορά στενά την αναγκαία δημοσιονομική εξυγίανση, την εξίσωση δαπανών και εσόδων του κράτους. Αντίθετα, υποστηρίζει την ανάγκη θωράκισης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων μέσα από την εξασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης. Γι' αυτό και τέτοια μέτρα λαμβάνονται σ' ολόκληρη την ΕΕ, τόσο σήμερα στη φάση της κρίσης, όσο και στην προηγούμενη περίοδο, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και κωδικοποιούνται στη στρατηγική ΕΕ 2020 που αποτελεί και το βασικό μπούσουλα για την επόμενη δεκαετία.

Ακόμα και αν προωθηθεί μια ευνοϊκή ρύθμιση του ελληνικού κρατικού χρέους, η προώθηση τέτοιων μέτρων είναι αναγκαιότητα για τους μονοπωλιακούς ομίλους.

Μάχη για τους όρους σφαγής μας ή οργάνωση της ανασύνταξης του κινήματος;
 
Στην πραγματικότητα κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ επιμένουν τελικά στην ανάγκη προώθησης των αναδιαρθρώσεων, στην ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης. Απ' αυτήν την άποψη είναι αποκαλυπτική η θέση του ΣΥΡΙΖΑ που κατηγορεί την κυβέρνηση για «λογιστικές αλχημείες σχετικά με το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος» και για έλλειψη διαπραγματευτικής πυγμής προς τους δανειστές. Ουσιαστικά, η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική πολιτική δεν αφορά την ουσία του κρατικού προϋπολογισμού και της ταξικής φύσης του κάθε αποτελέσματος, αλλά στέκεται στο εάν έχει προκύψει πρωτογενές πλεόνασμα.

Οι κάθε λογής διαπραγματεύσεις που εμφανίζονται ως φιλολαϊκές λύσεις αφορούν, στην καλύτερη περίπτωση, στους όρους με τους οποίους θα προχωρήσει η σφαγή μας, στο ρυθμό προώθησης των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων. Για τα λαϊκά στρώματα δεν αποτελούν λύση, γιατί οι εργαζόμενοι δεν θα διαπραγματευτούν τους όρους σφαγής τους.

Κάθε λύση τους εντός των τειχών της ΕΕ και της εξουσίας των μονοπωλίων προϋποθέτει ολοένα και μεγαλύτερα «κενά στην ικανοποίηση των αναγκών μας», γιατί μόνο μέσα απ' αυτά τα κενά μπορούν να θωρακίσουν την κερδοφορία τους. Κάθε λύση τους προϋποθέτει τη δική μας εξαθλίωση. Αυτός είναι ο δικός τους δρόμος.

Ο δικός μας δρόμος είναι στον αντίποδα. Με μπροστάρη το ΚΚΕ, ανασυντάσσουμε το εργατικό κίνημα, οργανώνουμε τον αγώνα μας για να αναχαιτίσουμε την επίθεση, με αφετηρία την κρίση να πληρώσουν τα μονοπώλια προετοιμάζουμε τις δυνάμεις μας για τη δική μας αντεπίθεση, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας με αποδέσμευση απ' την ΕΕ και μονομερή διαγραφή του χρέους με εργατική - λαϊκή εξουσία.

* Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ