Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ: Ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις με τα μονοπώλια της Ενέργειας

Εντονες διεργασίες πραγματοποιούνται το τελευταίο διάστημα στα κυβερνητικά και επιχειρηματικά επιτελεία καθώς πλησιάζει η στιγμή που θα παρθούν πολύ σημαντικές αποφάσεις σχετικά με το ενεργειακό κόστος των βιομηχανιών, αποφάσεις που συνδέονται και με ανταγωνισμούς ανάμεσα στον τομέα της Ενέργειας και στις ενεργοβόρες βιομηχανίες που επιδιώκουν μείωση του ενεργειακού τους κόστους, αλλά αυτό είναι σε βάρος των κερδών των μονοπωλίων της Ενέργειας. Κι όλα αυτά εν μέσω ύφεσης της οικονομίας, που παρά τα ευχολόγια της κυβέρνησης, προς το παρόν δε λέει να κοπάσει. 

Ειδικότερα, στην αγορά Ενέργειας η φετινή χρονιά θα είναι καθοριστική αφού βαδίζουμε ταχέως προς το καθεστώς πλήρους «απελευθέρωσης», στην ηλεκτρική ενέργεια καταρχήν αλλά και στο φυσικό αέριο, μόνο που στο φυσικό αέριο επειδή υπάρχουν σημαντικοί «παίκτες», τα μονοπώλια της ολλανδο-βρετανικής SHEL και της ιταλικής «Eni», οι όποιες αλλαγές φαίνεται ότι θα έρθουν σε δεύτερο χρόνο και αφού εξασφαλιστεί η απαιτούμενη κερδοφορία των επενδύσεών τους.

Το καθεστώς πλήρους απελευθέρωσης της ηλεκτρικής ενέργειας ανησυχεί τους επιχειρηματικούς ομίλους της ενεργοβόρου βιομηχανίας, που αναζητούν τρόπους δραστικής μείωσης της τιμής που αγοράζουν ρεύμα, ενώ ήδη απολαμβάνουν ένα καθεστώς εκπτώσεων.

Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες εκτιμούν ότι η απαίτησή τους για φτηνή Ενέργεια δυσκολεύεται να πραγματοποιηθεί επειδή προχωρά παραπέρα η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ΑΕ, δηλαδή μειώνεται ακόμη παραπέρα η συμμετοχή του κράτους στο ιδιοκτησιακό καθεστώς (η ΔΕΗ έχει εδώ και πολλά χρόνια ιδιωτικοποιηθεί στο 49%), ενώ ιδιωτικοποιείται και ο ΑΔΜΗΕ, άρα η διανομή ηλεκτρικής ενέργειας.

Παράλληλα με αυτήν τη συνθήκη, από τον περασμένο Δεκέμβρη καταργήθηκε και η μεσοσταθμική έκπτωση 20% στα τιμολόγια υψηλής τάσης, σύμφωνα με όσα προέβλεπε η συμφωνία του Αυγούστου με τους «εταίρους» και, πλέον, για τα τμήματα εκείνα του ντόπιου κεφαλαίου που η Ενέργεια συνιστά βασικό κόστος δημιουργούνται συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Αντί αυτής της έκπτωσης η Γενική Συνέλευση της ΔΕΗ ΑΕ, τον περασμένο Δεκέμβρη, ενέκρινε εκπτώσεις ύψους έως και 15% στα βιομηχανικά τιμολόγια, ανάλογα με το συνολικό όγκο κατανάλωσης. 


Σε συνέχεια αυτής της απόφασης διεξάγονται διαπραγματεύσεις με κάθε επιχείρηση υψηλής τάσης ξεχωριστά, στη βάση των συνολικά 56 τιμοκαταλόγων που έχουν διαμορφωθεί για τη σύναψη συμβάσεων τιμολόγησης που θα ισχύσουν για την επόμενη διετία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα αποφασίστηκαν, η έκπτωση στις βιομηχανίες ξεκινά από το 4% για κατανάλωση από 10 έως 50 GWh και φτάνει κλιμακωτά στο 15% για τις βιομηχανίες που ξεπερνούν τις 2.000 GWh.

Παράλληλα, λίγο πριν «κλείσει» το 2015, στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης δημοσιεύθηκε απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας περί της «Υπηρεσίας Διακοπτόμενου Φορτίου», δηλαδή της «διακοψιμότητας». Πρόκειται για τη διακοπή λειτουργίας των εργοστασιακών μονάδων για συγκεκριμένες περιόδους υψηλής ζήτησης, με αντάλλαγμα εκπτώσεις στην τιμή του ρεύματος υψηλής και μέσης τάσης που καταναλώνουν, καθώς υποτίθεται πως έτσι θα επιβαρύνουν λιγότερο το σύστημα, ενισχύοντας την ευστάθειά του.

Το συνολικό ποσό που θα εξασφαλιστεί από το μέτρο αυτό υπολογίζεται στα 50 εκατ. ευρώ και θα προέρχεται από την επιβολή του ειδικού «Μεταβατικού Τέλους Ασφάλειας Εφοδιασμού», που θα πληρώνεται βάσει συντελεστή επί του τζίρου όλων των μονάδων παραγωγής ηλεκτρισμού. Πιο συγκεκριμένα, 0,9% θα καταβάλλουν τα αιολικά, 1,8% τα φωτοβολταϊκά, εκτός από τις στέγες, 0,4% τα μικρά υδροηλεκτρικά, 0,3% οι σταθμοί γεωθερμίας και οι σταθμοί βιομάζας - βιοαερίου, 0,2% οι μονάδες λιγνίτη και φυσικού αερίου, 0,1% οι πετρελαϊκές και 0,4% οι υδροηλεκτρικές. Ομως, όπως φαίνεται, το ποσό αυτό δεν φαίνεται να επαρκεί στους βιομήχανους... 

Η είσοδος ιδιωτών στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος οξύνει αντιθέσεις 

Την ίδια στιγμή, φέτος, αναμένεται η έναρξη δημοπρασιών στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος κατ' εφαρμογή του γαλλικού μοντέλου δημοπρασιών, σύμφωνα με το οποίο ιδιώτες προμηθευτές ρεύματος θα αγοράζουν ρεύμα που έχει παραχθεί από τα λιγνιτικά και υδροηλεκτρικά εργοστάσια της ΔΕΗ. Οι οριστικές πτυχές του ζητήματος δεν έχουν μέχρι τώρα διασαφηνιστεί, καθώς βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβέρνησης και «θεσμών», κυρίως σε ό,τι αφορά την τιμή έναρξης των δημοπρασιών, με το ενδεχόμενο η ΔΕΗ να πουλά ακόμη και κάτω του κόστους της να βρίσκεται μεταξύ των σεναρίων.

Η «απελευθέρωση» της αγοράς προβλέπει, επίσης, ότι μέχρι το 2018 η ΔΕΗ θα πρέπει να έχει παραχωρήσει υποχρεωτικά το 25% του πελατολογίου της σε ιδιώτες προμηθευτές και το 50% μέχρι το 2020, από το 97% περίπου που κατέχει σήμερα. Σε αντίστοιχα ποσοστά πρέπει να κινηθεί το μερίδιο της ΔΕΗ και στη χονδρική αγορά, με στόχο, επίσης μέχρι το 2020, να μην παράγει, αλλά ούτε και να εισάγει περισσότερο από το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται ετησίως.

Αυτές οι εξελίξεις θα οξύνουν τους ανταγωνισμούς μεταξύ παραγωγών Ενέργειας και ενεργοβόρων βιομηχανιών, που απολάμβαναν ήδη ένα ευνοϊκό καθεστώς στήριξης του ενεργειακού τους κόστους, από τη ΔΕΗ ΑΕ, ενώ απαιτούν νέες δραστικές μειώσεις της τιμής του ρεύματος. «Κύκλοι» της βιομηχανίας εκφράζουν την ανησυχία τους για τις τελευταίες εξελίξεις καθώς εκτιμούν ότι πιθανόν να μην τα καταφέρουν να πετύχουν νέες μειώσεις, αλλά και ότι το τωρινό ευνοϊκό καθεστώς που απολάμβαναν στην τιμολόγηση του ρεύματος που κατανάλωναν οι επιχειρήσεις τους θα πάψει να ισχύει με το «μπάσιμο» ιδιωτών στην προμήθεια και σε δεύτερο χρόνο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό προκαλεί ένταση της κόντρας.

Ετσι, στη συνάντηση που πραγματοποίησε την περασμένη Τετάρτη ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Π. Σκουρλέτης, με τη διοίκηση της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) τέθηκαν για μια ακόμη φορά όλα τα ζητήματα που αφορούν τους συντελεστές διαμόρφωσης του συνολικού βιομηχανικού ενεργειακού κόστους, με έμφαση στον υπολογισμό των χρεώσεων στα τιμολόγια βιομηχανικού ρεύματος, στην επίσπευση υλοποίησης του μέτρου της «διακοψιμότητας», στη μείωση των φόρων στην ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και στο κόστος φυσικού αερίου. Ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι στις προθέσεις της κυβέρνησης είναι το ζήτημα του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας να αντιμετωπιστεί συνολικά, στο πλαίσιο του σχεδιασμού της για τη λεγόμενη «παραγωγική ανασυγκρότηση», που συμπεριλαμβάνει το νέο αναπτυξιακό νόμο, αλλά και το νέο φορολογικό καθεστώς των επιχειρήσεων. 

Ζητούν επιπλέον μέτρα... 

Στο υπόμνημα που κατέθεσαν στον Π. Σκουρλέτη κατά την πρόσφατη συνάντησή τους οι εκπρόσωποι των ενεργοβόρων βιομηχανιών δηλώνουν ευθύς εξαρχής «αδυναμία» να αντεπεξέλθουν στα νέα τιμολόγια υψηλής τάσης και στο πλαίσιο αυτό ζητούν, μεταξύ άλλων, τη μείωση των χρεώσεων ΕΤΜΕΑΡ (πρώην τέλος ΑΠΕ), την εξασφάλιση πόρων για την αντιστάθμιση του κόστους εκπομπών ρύπων, για την επόμενη τετραετία, αλλά και να δοθεί η δυνατότητα εισαγωγών από βιομηχανίες για αυτοπρομήθεια και ταυτόχρονα άρσης επιβάρυνσης των εισαγόμενων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας για ιδιοκατανάλωση από άλλες χρεώσεις.

Σε ό,τι αφορά την αγορά φυσικού αερίου η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί πως οι ρυθμίσεις του Ν. 4336/2015, δηλαδή το τρίτο μνημόνιο, για την απελευθέρωση της αγοράς «βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση», ωστόσο διαπιστώνει την ύπαρξη ρυθμίσεων στο νόμο οι οποίες, όπως επισημαίνει, ενισχύουν τη μονοπωλιακή θέση των εταιρειών παροχής αερίου και «νομοτελειακά θα αυξήσουν υπέρμετρα τη συνολική τιμή του φυσικού αερίου για τις βιομηχανίες». Σημειώνουμε ότι σήμερα λειτουργούν στη χώρα τρεις εταιρείες παροχής αερίου, στις οποίες συμμετέχει η κρατική ΔΕΠΑ κατά 51% και το υπόλοιπο 49% στην Αττική κατέχει η ολλανδο-βρετανική «Shell» και σε Θεσσαλονίκη και Θεσσαλία η ιταλική «Eni». Σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, στον εν λόγω νόμο προβλέπεται η οριζόντια αύξηση του Τέλους Διανομής κατά 500%, ρύθμιση που, όπως λέει, γίνεται ξεκάθαρα «προς όφελος των μονοπωλίων των ΔΕΠΑ, "Shell" και ENI»...

Επίσης, ζητά τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΚΦ) στην Ενέργεια (Ηλεκτρισμός, Φυσικό Αέριο), εφαρμογή της απαλλαγής από τον ΕΦΚ συγκεκριμένων βιομηχανικών κλάδων, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ν. 4261/2014, επέκταση των προβλέψεων του νόμου και στον κλάδο της ορυκτολογικής κατεργασίας, επέκταση και σε βιομηχανίες που είναι συνδεδεμένες στη Μέση Τάση ευνοϊκών ρυθμίσεων. Τέλος, ζητά να απαλλάσσονται από τον ΕΦΚ οι εξαγωγικές επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες και να υπάρχει κλιμακωτή μείωση του ΕΦΚ ανάλογα με την αύξηση της κατανάλωσης. 

Πιέσεις και εκατέρωθεν επιθέσεις 

Οπως φαίνεται, οι «πιέσεις» που ασκούνται από κάθε επιχειρηματικό όμιλο προς την κυβέρνηση ξεχωριστά, θα ενταθούν, όπως και οι αναμεταξύ τους κόντρες, το αμέσως επόμενο διάστημα, οπότε και θα ληφθούν πολύ σοβαρές αποφάσεις και σε άλλα επίπεδα πολιτικής, όπως η διαχείριση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων, ο νέος αναπτυξιακός νόμος, το φορολογικό καθεστώς των επιχειρήσεων.

Ηδη, οι εκατέρωθεν επιθέσεις μεταξύ μονοπωλιακών ομίλων του χώρου της Ενέργειας (παραγωγών, προμηθευτών, παραγωγών μέσων ΑΠΕ κ.ά.) και βιομηχανιών, για το ποιος θα ωφεληθεί περισσότερο από τις εξελίξεις στον τομέα Ενέργειας και μάλιστα σε περίοδο μεγάλων δυσκολιών λόγω της κρίσης, εκτοξεύονται ακόμη και σε δημόσιες συζητήσεις. Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η συζήτηση για την παραπέρα ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ΑΕ, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι επιχειρηματίες που εξέφρασαν ανοιχτά τη διαφωνία τους, όπως επίσης εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ στη συνέχεια από τη σημερινή κυβέρνηση.

Ολα όσα προαναφέρθηκαν δείχνουν όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών με επίκεντρο την Ενέργεια για τους οποίους ο λαός αντικειμενικά θα «πληρώσει τα σπασμένα», αφού όποια μείωση της τιμής στη βιομηχανία θα σημαίνει αύξηση στα λαϊκά νοικοκυριά. Επίσης, την όποια αύξηση ή μη μείωση του κόστους οι καπιταλιστές την αντισταθμίζουν με μείωση μισθών, αυτό έχει δείξει η πολιτική που ακολουθούν και οι κυβερνήσεις τούς έχουν στρώσει το έδαφος να το κάνουν.

Κόντρα σε όλα αυτά έρχεται η πρόταση του ΚΚΕ ως η μόνη πραγματικά φιλολαϊκή διέξοδος, που η υλοποίησή της μπορεί να εξασφαλίσει τη λαϊκή ευημερία, μέσω της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της ύπαρξης κεντρικού σχεδιασμού στην οικονομία και της ίδρυσης ενιαίου φορέα Ενέργειας που θα είναι λαϊκή ιδιοκτησία, θα λαμβάνει υπόψη τις λαϊκές ανάγκες και θα αξιοποιεί όλες τις παραγωγικές δυνατότητες του λαού και της χώρας. Αυτός ο φορέας θα διασφαλίζει την κάλυψη των αναγκών της κεντρικά σχεδιασμένης βιομηχανίας, τη σχεδιασμένη ανάπτυξη συγκεκριμένων περιοχών και κλάδων και την ασφάλεια των εργαζομένων και γενικότερα την ισόρροπη παρέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλλον και φτηνό ρεύμα στο λαό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: