Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΑΜΙΔΗΣ ΣΥΜΕΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΑΜΙΔΗΣ ΣΥΜΕΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ του Λεωκράτη και της Πηνελόπης (1828) - Μέρος Ε΄

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ του Λεωκράτη και της Πηνελόπης(1828)

Επιμέλεια Δημήτρη Π. Καρατζιτζή *

 Ε’ ΜΕΡΟΣ
συνέχεια από το προηγούμενο (Δ΄μέρος)

Από το Μεταγωγών της Αθήνας

Στο Μεταγωγών Αθηνών που μας πήγανε, μας βάλανε σε ένα κρατητήριο που ήταν στο υπόγειο και είχε ένα παραθυράκι διαστάσεων 20Χ40, ήταν ψηλά και έβλεπε στο δρόμο, φραγμένο με κάγκελα και σύρμα, εκεί στο δρόμο βάζανε τα αυτοκίνητα, που δουλεύανε συνέχεια, και με την εξάτμιση τους στα παράθυρα, ήταν καλοκαίρι, είχε πολύ ζέστη και μέσα στο κελί έβραζε ο τόπος και σε ερχότανε να λιποθυμήσεις και όλη τη μέρα κάναμε αέρα με το σεντόνι γιατί βρωμούσε και ήταν ανυπόφορα.
Το πρωινό που μας βγάζανε για να πλυθούμε και να πάμε στην τουαλέτα, είχαμε στη διάθεσή μας πέντε λεπτά και ήταν κάποιος Ανθυπομοίραρχος, ονομαζόμενος Μόρφης, που μας έλεγε: «Κύριοι κομμουνιστές, πέντε λεπτά έχετε για πλύσιμο ή χέσιμο, διαλέγεις και κάνεις!!»
Εκεί μας φέρανε ένα κρατούμενο, από άλλες φυλακές, που είχε μεγάλη γενειάδα, το θεώρησαν αντάρτη και θέλανε να τον πάρουν και να το δείρουν, γι’ αυτό μας ζήτησε ξυραφάκι να ξυριστεί, αλλά εμείς δεν είχαμε ούτε σαπούνι, ούτε ξυραφάκι για ξύρισμα, με τα πολλά βρέθηκε ένας που είχε ένα για να ξύνει το μολύβι του και με αυτό τον ξυρίσαμε.

Το 1967, στις 21 Απριλίου

Η τότε τρόικα των συνταγματαρχών, οι πραξικοπηματίες, για να «σώσουν» την Ελλάδα από τον κομμουνισμό, όπως αυτοί έλεγαν, κήρυξαν τη δικτατορία - αυτοί την έλεγαν δημοκρατία γιατί για τον καπιταλισμό δημοκρατία είναι όταν ο λαός δεν μπορεί να μιλήσει… και τότε άρχισαν να μαζεύουν τους κομμουνιστές και έτσι την ίδια μέρα, το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα κατά στις 2 η ώρα χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μου, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας μαζί με 2-3 άλλους ασφαλίτες και μου είπαν να ετοιμαστώ για να με πάρουν για να με πάνε στην ασφάλεια και έτσι και έγινε.

Όταν με πήγανε στην ασφάλεια, που ήταν στο Κιόσκι, με βάλανε στο κρατητήριο μόνο μου γιατί τους άλλους που είχαν μαζέψει από νωρίς τους είχαν πάει στην Ακαδημία. Όταν ξημέρωσε μαζί με δυο άλλους, που φέρανε τις πρωινές ώρες, μας πήγαν και εμάς στην Ακαδημία. Εκεί μαζευτήκαμε γύρω στα 150 άτομα και καθίσαμε καμιά δεκαριά μέρες και εκεί κάναμε Πάσχα.
Στο διάστημα που μας είχαν στην Ακαδημία αρρώστησα και γιατρός δεν υπήρχε, μόνο ένας φαρμακοποιός κρατούμενος από την Αγία Παρασκευή, ο Πάνος Ευαγγελινός, που ήταν συνέχεια κοντά μου γιατί ήμουν σε άσχημη κατάσταση. Διαμαρτυρηθήκαμε στη Διοίκηση και μας φέρανε ένα γιατρό - στο μεταξύ αρρώστησαν και άλλοι - και το μόνο που μας έκανε ήταν να διαπιστώσει την ασθένεια. Είχαμε  πάθει δηλητηρίαση από χαλασμένα φαγητά γιατί δεν υπήρχε ψυγείο για να προφυλάγουμε τα φαγητά.

Ο Διοικητής της φυλακής (κτήριο της Ακαδημίας) όταν διαμαρτυρόμασταν για κάτι - όπως για το φαγητό ή για την παραμονή μας - μας αντιμετώπιζε με ειρωνεία. Όταν ήρθε η ώρα για να μας πάρουν από εκεί, γιατί θα άνοιγε η Ακαδημία μετά τις διακοπές του Πάσχα, μας ειδοποίησαν να ετοιμαστούμε γιατί θα φεύγαμε. Εμείς συμμαζέψαμε τα πράματά μας και περιμέναμε πότε θα μας φωνάξουν για να φύγουμε. Πράγματι το απόγευμα της ίδιας μέρας είδαμε τα φορτηγά του στρατού με μουσαμάδες κλειστοί που μας περιμένανε. Όταν μας βάλανε στα φορτηγά δεν ξέραμε που θα μας πάνε, μόνο βλέπαμε από καμιά χαραμάδα του μουσαμά ότι ανά πέντε με έξη μέτρα είχαν βάλει ένα φαντάρο σκοπό για να μην τυχόν… και δραπετεύσουμε.

Τότε είδαμε ότι η κατεύθυνσή μας ήταν προς τη Μυτιλήνη και έτσι είδαμε το αρματαγωγό που ήταν στο λιμάνι και καταλάβαμε πως για εκεί μας πάνε. Όταν φτάσαμε, μας κατεβάσανε από τα φορτηγά και μας είπανε να πάρουμε τα πράματά μας και να περάσουμε μέσα στο καράβι. Θα έπρεπε να μπορέσουμε να τα πάρουμε όλα με μιας γιατί δεν θα μπορούμε να βγούμε ξανά να πάρουμε τα υπόλοιπα. Εγώ επειδή ακόμη δεν είχα συνέλθει από την αρρώστια και δεν μπορούσα να τα πάρω όλα, περίμενα να τελειώσουν όλα και τότες μου τα έδωσαν αυτοί.
Στο καράβι δεν άφηναν να μας πλησιάσουν οι δικοί μας. Μέσα στο αρματαγωγό βρήκαμε και άλλους 150 που τους φέρανε από τη Μακεδονία. Όταν φτάσαμε στη Χίο το καράβι χάλασε και περιμέναμε μερικές ημέρες ώσπου νάρθει ένα άλλο αρματαγωγό για να μας πάρει. Στο μεταξύ μας φέρανε και από τη Σάμο και από άλλα μέρη άλλους 150 περίπου και όταν ήρθε το άλλο αρματαγωγό μας μεταφέρανε σ’ αυτό για να πάμε εκεί που μας προορίζανε και που δεν ξέραμε ακόμα για πού θα μας πάνε. Μας μοιράσανε και σωσίβια γιατί είχε μεγάλη φουρτούνα. Ρωτούσαμε τους ναύτες για πού μας πηγαίνουν και μας λέγανε: Πιο πολύ ξέρετε εσείς παρά εμείς. Ρωτούσαμε τους Αξιωματικούς, ούτε αυτοί μας λέγανε.
Μας είχανε δεμένους ανά δύο και δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε από τη θέση μας. Το καράβι σηκωνόταν όρθιο και περιμέναμε πότε θα βουλιάξουμε. Τους λέγαμε να μας μιλήσουν, μας έλεγαν πως δε μπορούνε, γιατί αυτή είναι η διαταγή. Δεν μπορούσαμε να πάμε στην τουαλέτα που ήταν στον καταπέλτη, σαν να λέμε στην ύπαιθρο, από κάτω στο αμπάρι που μας είχαν, εκεί που βάζανε τα άρματα και τα αυτοκίνητα.

 Μετά από πολλές ώρες ταλαιπωρία ακούσαμε να ρίχνουν την άγκυρα και τότες ησυχάσαμε, αλλά το καράβι δε μπορούσε να δέσει, γιατί είχε πολύ φουρτούνα. Μάζεψε ξανά την άγκυρα και έφυγε μακριά για να κάνει στροφή για να βρει κατάλληλο μέρος για να δέσει. Εμείς δεν ξέραμε, ακόμη, σε πιο μέρος έχουμε φτάσει γιατί δε μπορούσαμε να δούμε μέσα από το αμπάρι που μας είχαν. Μετά από αρκετή ώρα έριξαν ξανά άγκυρα και τότε πια μας βγάλανε και όταν είδαμε τα κτίρια της φυλακής καταλάβαμε ότι μας φέρανε στα Γιούρα (Γυάρο), στον τέταρτο όρμο. Εκεί βρήκαμε και άλλους που τους είχαν πάει πριν από μας. Μας μοιράσανε σκηνές για να τις στήσουμε εμείς, εκεί τη νύχτα. Έκανε και πολύ κρύο και την ημέρα πολύ ζέστη. Όταν ξεκινήσαμε να στήνομαι τη σκηνή εγώ δε μπορούσα γιατί ήμουν ακόμη άρρωστος και από τη ταλαιπωρία του καραβιού δεν άντεξα και λιποθύμησα. Τότε τρέξανε οι άλλοι που με γνώριζαν από παλιά, με πήρανε στη σκηνή τους για τις πρώτες βοήθειες γιατί ήμουν πολύ εξαντλημένος. Βγήκα στην αναφορά για να με δει ο γιατρός, αλλά δεν είχαν γιατρό στρατιωτικό, παρά μόνο γιατροί δικοί μας, κρατούμενοι, υπήρχαν.

Μετά από 3 μήνες φωνάξανε το όνομά μου, μαζί με άλλους, για να φύγω. Στους 3 μήνες που έμεινα εκεί δεν έγιναν έκτροπα γιατί ο στρατός που ήταν εκεί και μας φύλαγε ένοιωθαν και αυτοί «εξόριστοι». Μετά που άλλαξε η φρουρά ήταν χειρότερα. Όταν έφτασα στη Μυτιλήνη, μετά από λίγες μέρες με φωνάζουν στην Ασφάλεια και μου είπαν να περνάω μια φορά τη βδομάδα από εκεί για να δίνω παρόν και πως δε μπορώ να βγαίνω έξω από τα σύνορα του Δήμου Μυτιλήνης. Μας γράψανε σε ένα κατάλογο, σε ειδικό βιβλίο, με τη φωτογραφία καθενός και εκεί υπογράφαμε και όταν ήταν να βγούμε έξω από τα όρια που μας είχαν καθορίσει θα έπρεπε να μας δώσουνε ειδική άδεια. Άδεια γραπτή για το συγκεκριμένο μέρος που θα πηγαίναμε και εκεί να δείχναμε την άδεια στο Σταθμάρχη να την υπογράφει για να είμαστε «νόμιμοι», γιατί αν δε γινόταν αυτό και μας εύρισκε κάποιος ασφαλίτης θα είχαμε συνέπειες. Και όταν θα φεύγαμε από κει θα έπρεπε να πάμε πάλι στο σταθμό χωροφυλακής να την υπογράψει ξανά ο σταθμάρχης για να τη δείξουμε πάλι στην Ασφάλεια. Εγώ και λόγω της δουλειάς μου - ηλεκτρολόγος - που έπρεπε να βγαίνω τακτικά εκτός πόλης και επειδή δεν ήθελα να μπαινοβγαίνω στην Ασφάλεια, κατάργησα από μόνος μου την άδεια και δεν πήγαινα να δίνω παρών. Και έτσι σιγά-σιγά πέρασε η δικτατορία. Πότε να με καλούν στην Ασφάλεια, πότε να με παρακολουθούν, φτάσαμε στην ανατροπή της δικτατορίας.
 
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέο Εμπρός", φ. 997, 10.4.2013 (http://issuu.com/neoempros/docs/997)

* Ο Δημήτρης Π. Καρατζιτζής είναι εκπαιδευτικός, πρώην Δήμαρχος Μανταμάδου

 Διαβάστε επίσης:
Α΄ μέρος: ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Α΄ ΜΕΡΟΣ
Β΄ μέρος: ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Β΄ ΜΕΡΟΣ
Γ΄ μέρος: ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Γ΄ ΜΕΡΟΣ
Δ΄ μέρος: ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Δ΄ΜΕΡΟΣ

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Μέρος Δ


ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ του Λεωκράτη και της Πηνελόπης (1828)

Επιμέλεια Δημήτρη Π. Καρατζιτζή

Δ’ ΜΕΡΟΣ (συνέχεια από βλ. το Γ΄μέρος εδώ)

Θύμησες και από τις φυλακές της Αίγινας

Όταν μια μέρα στις φυλακές Αίγινας μας φέρανε ένα παπά για να μας βγάλει λόγο, εμείς φύγαμε από το προαύλιο που ήμασταν συγκεντρωμένοι και μπήκαμε μέσα στους θαλάμους και από εκεί τον ακούγαμε. Φύγαμε, γιατί όταν εμείς διαμαρτυρόμασταν στην εκκλησία για τις εκτελέσεις των συντρόφων μας αγωνιστών, θέλαμε να διαμαρτυρηθούν και αυτοί σαν κλήρος στο κράτος για να σταματήσουν οι εκτελέσεις, γιατί κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή του άλλου, η απάντησή τους ήταν: «Το κράτος έχει το δικαίωμα να το κάνει αυτό». Όταν τελείωσε την ομιλία του ο παπάς, τότε εμείς βγήκαμε από τους θαλάμους στο προαύλιο, ο παπάς γύρισε πίσω και μας ρώτησε, γιατί δεν καθίσαμε να ακούσουμε την ομιλία του, τότες το περίλαβαν τα στελέχη μας στη φυλακή και του είπανε για τα αίσχη που γενότανε σε βάρος μας, για τις στημένες κατηγορίες, για τις εκτελέσεις και για τις διάφορες άλλες τρομοκρατικές ενέργειες που γινόταν σε μας και τους δικούς μας ανθρώπους που βρισκόταν έξω.  Τότε ο παπάς, δεν ήξερε τι να μας απαντήσει. Έβαλε κάτω το κεφάλι και έφυγε.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τους συντρόφους μας που τους έπαιρναν μέσα από τα χέρια μας για να τους εκτελέσουν και πολλές φορές τους έπαιρναν με ύπουλο και άνανδρο τρόπο;

Τους φωνάζανε στο Αρχιφυλακείο, δήθεν ότι έχουν κάποιο γράμμα, και δεν τους ξαναβλέπαμε ποτέ. Γιατί όταν τους ειδοποιούσαν ότι θα πάνε για εκτέλεση, περνούσαν από τα κελιά μας και μας χαιρετούσαν έναν-έναν και μετά πιάναμε όλοι μαζί το χορό του Ζαλόγγου.

Αυτά δεν τα θέλανε οι κυβερνήσεις και ορισμένοι φύλακες μας έλεγαν: «Εσείς κάνατε ρεζίλι και το θάνατο!»

Όταν παίρνανε τους μελλοθάνατους από κοντά μας για εκτέλεση, αποβραδίς τους βάζανε στην απομόνωση και τα ξημερώματα ερχόταν ο εισαγγελέας με το εκτελεστικό απόσπασμα να τον πάρουν για τον τόπο της εκτέλεσης. Τότε οι μελλοθάνατοι βάζανε μια φωνή: «Για σας αδέλφια». Εμείς δεν κοιμόμαστε όλη νύχτα, περιμέναμε στα παράθυρα, για να ακούσουμε αυτήν την τελευταία φωνή χαιρετισμού, τους μελλοθάνατους συντρόφους μας, και τότε φωνάζαμε όλοι μαζί: «Γεια σας αδέλφια».

Πολλοί συγκατηγορούμενοί μας που ερχότανε από τις φυλακές Κέρκυρας μας λέγανε ότι: Τους μελλοθάνατους που τους πήγαιναν για εκτέλεση μέσα στα στρατιωτικά αυτοκίνητα τους μαχαιρώνανε, βλέπανε αίματα στη διαδρομή προς τον τόπο εκτέλεσης. Ξεσηκώθηκε ο λαός της Κέρκυρας και από τότε τους μεταφέρανε στην Αθήνα και τους εκτελούσαν στο Γουδή ή σε άλλους τόπους εκτέλεσης αγωνιστών.

Μετά την αναθεώρηση της δίκης

Το 1952 έγινε η αναθεώρηση της δίκης και μας πήγανε πάλι στις φυλακές Βούρλων για να είμαστε κοντά στο δικαστήριο γιατί η δίκη βάσταξε αρκετές μέρες.
Η ποινή μου μετριάστηκε στα 20 χρόνια.

Στα Βούρλα βρήκα και το χωριανό μου Δημητρό Βλάχο και κάναμε αίτηση να μας μεταφέρουν στις φυλακές Μυτιλήνης, αλλά αντί για Μυτιλήνη μας πήγαν στις φυλακές της Αίγινας. Εκεί κάθισα κάμποσο καιρό και όταν έγινε η απόδραση από τις φυλακές Βούρλων, μας είπαν ένα πρωί, ότι πρέπει να ετοιμάσουμε τα πράματά μας γιατί θα φύγουμε αλλά δε λέγανε που θα μας πάνε. Εμείς τότε αντιδράσαμε, κάναμε χωνιά ότι χαρτιά είχαμε- εφημερίδες, περιοδικά - και βγήκαμε στα παράθυρα και καλούσαμε τον εισαγγελέα και μάλιστα επειδή τα παράθυρα ήταν ψηλά και δε φτάναμε ανέβαινε ο ένας πάνω στον άλλο. Τότες ξεσηκώθηκε όλη η Αίγινα, αλλά εισαγγελέα δεν είδαμε.

Ξανά στη Γιούρα

Το απόγευμα μας πήρανε και μας κατεβάσανε στο λιμάνι, μας βάλανε μέσα σ’ ένα αρματαγωγό, δεν ξέραμε που θα μας πάνε, ρωτούσαμε τους ναύτες αλλά και αυτοί δε ξέρανε να μας πούνε. Τελικά φτάσαμε στις φυλακές της Γιούρας. Εμείς δεν περιμέναμε να μας πάνε εκεί γιατί είχαν καταργηθεί. Φορτωθήκαμε πάλι τα πράματά μας και ανεβήκαμε την ανηφόρα για να μας κλείσουν στα κτήρια που είχαμε χτίσει με τα καταναγκαστικά έργα που κάναμε. Εκεί δεν μας άφησαν να βάλουμε τα πράματά μας μέσα στα κτήρια παρά τα αφήσαμε κάτω από ένα υπόστεγο και τότες μας μοιράσανε στρώματα και κουβέρτες που είχε πάει πιο μπροστά ο στρατός. Όποιος ήταν από τους πρώτους στη σειρά έπαιρνε στρώμα και κουβέρτα, οι τελευταίοι πέρανε ή μόνο στρώμα ή μόνο κουβέρτα. Ζητήσαμε νερό να πιούμε και μας έδειξαν κάτι βαρέλια γεμάτα με νερό, αλλά επειδή ήταν νύχτα και δε βλέπαμε, ήπιαμε γιατί διψούσαμε πολύ. Το πρωί όταν πήγαμε και είδαμε τα βαρέλια ήταν μέσα δυο δάχτυλα γράσο. Τότες τα αδειάσαμε, τα πλύναμε, τα ξαναγεμίσαμε και τα σκεπάσαμε.

Τα πράματά μας τα έδωσαν μετά από δυο μέρες, τα είχαν ανοίξει μόνοι τους χωρίς να μας φωνάξουν και όσοι τα είχαν σε τσουβάλια και τα είχαν καλά δεμένα τα σχίσανε με το σουγιά, τα σκόρπισαν για να τα ελέγξουν και ότι έπιανε ο σουγιάς δεν το άφηνε άθικτο. Τα ξυραφάκια, τους νυχοκόπτες και ότι άλλο αιχμηρό αντικείμενο υπήρχε, μας τα πήρανε.
Βγάλαμε έναν κουρέα, αλλά ποιος να πρωτόπαει, ήμασταν 200 άτομα και έτσι μέναμε αξύριστοι αρκετό καιρό, μέχρι που μας δώσανε ένα ξυραφάκι για τρία άτομα, πράγμα που δεν το δεχτήκαμε γιατί ήταν γελοίο και έτσι αναγκάστηκαν να μας επιστρέψουν τα ξυραφάκια και τους νυχοκόπτες.

Ήρθε η 28η Οκτωβρίου, Εθνική Γιορτή, και θέλαμε να τη γιορτάσουμε. Από τις προηγούμενες μέρες φροντίσαμε να φτιάξουμε μια σημαία και όποιος είχε μεταξωτό πουκάμισο άσπρο ή μπλε το έδωσε. Τα κόψανε λουρίδες οι ραφτάδες, το ράψανε και τα κάναμε σημαία.


 Το πρωί της γιορτής μόλις μας μέτρησε ο φύλακας και έφυγε για να δώσει αναφορά, βγήκαμε στο προαύλιο με τη σημαία και τη χορωδία που ήταν έτοιμη και ψάλαμε τον Εθνικό Ύμνο. Τρέξανε σαν λυσσασμένοι οι φύλακες και αμέσως μας πήραν τη σημαία, τη σχίσανε και είπαν να διαλυθούμε γιατί εμείς δεν είμαστε πατριώτες και ότι δε δέχονται αυτά που κάνουμε.

Εμείς το καταγγείλαμε το γεγονός, το γράψανε και οι εφημερίδες, αλλά αυτοί δικαιολογήθηκαν ότι η σημαία ήταν ένα κουρελόπανο και αυτό πρόσβαλε την Εθνική Γιορτή. Λες και αυτοί ήταν οι πατριώτες και σεβόταν την Εθνική Γιορτή και τη σημαία, αφού απ’ αυτούς οι πιο πολλοί ήταν συνεργάτες των κατακτητών, τότες με τους Ιταλό-Γερμανούς και μετά με τους Άγγλο-Αμερικανούς.
Την πρώτη φορά που μας είχαν στη Γιούρα και μέναμε στις σκηνές, ήρθε ένας αξιωματικός Αμερικανός για να κάνει επιθεώρηση και να δει πως περνάμε εκεί. Τότε βγάλαμε τα πουκάμισά μας για να δει τα σκελετωμένα μας κορμιά και του προσφέραμε ένα ποτήρι νερό από το πηγάδι που πίναμε, που ήτανε θάλασσα (τα πηγάδια τα ανοίγαμε εμείς με τους κασμάδες για την επιβίωση μας). Επίσης βγήκε ένας φοιτητής, που ήξερε τη γλώσσα τους, και επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει - από την πολύ «καλοπέραση» - τον πήρε κάποιος στον ώμο του και του τα έψαλε για τα καλά του Αμερικάνου.

Όταν έφυγε ο Αμερικάνος, σε λίγες μέρες ήρθε ένα συνεργείο για να βάλει διπλή σειρά συρματόπλεγμα, μας βρήκε, λέει, ζωηρούς και θα μπορούσαμε να φύγουμε.

Στα κτήρια που μέναμε, το νερό που μας δίνανε ήταν μετρημένο, ο φύλακας καθόταν στη βρύση και μετρούσε πόσο νερό θα πάρουμε, ένα σταμνί (κουμάρι) την ημέρα, με αυτό θα πίναμε, θα πλενόμαστε και θα πλέναμε τα ρούχα μας. Ενώ όταν ερχόταν το αρματαγωγό για να μας φέρει νερό, το έριχνε στη σιδερένια δεξαμενή, έκανε υπερχείλιση και έτρεχε στη θάλασσα και τότες τους λέγαμε: Να πάρουμε λίγο παραπάνω για να μην πάει χαμένο στη θάλασσα και η απάντηση ήταν: «Αυτό δικαιούστε, αυτό θα πάρετε!». Όταν έβρεχε, από την ταράτσα του κτηρίου, από τις υδρορροές έτρεχε το νερό και το βάζαμε σε βαρέλια για να πλενόμαστε και να πλένουμε τα ρούχα μας. Μάλιστα, αυτοί τότες, παίρνανε φωτογραφίες τις υδρορροές που έτρεχαν και τις δημοσίευαν στις εφημερίδες για να δείξουν ότι έχομε μπόλικο νερό και δεν πρέπει να διαμαρτυρόμαστε και ότι περνάγαμε πολύ καλά.

Στην δεκαετία του 1950, βγήκε ένας νόμος να μας απολύουν όσοι είχαμε εκτίσει τα δύο τρίτα της ποινής μας και επειδή και εγώ είχα πλησιάσει τα 2/3, έκανα αίτηση να με μεταφέρουν στη Μυτιλήνη από τη Γιούρα γιατί ήμουν άρρωστος και έπρεπε να πάω εκεί που βρισκόταν και οι δικοί μου άνθρωποι για να με φροντίζουν.
Στη Μυτιλήνη υπήρχε ένας εισαγγελέας ο Πατακιάς, που έδινε το 1/3 με αναστολή, πράγμα που δεν το έκαναν όλοι οι εισαγγελείς, και έτσι η αίτησή μου να μεταφερθώ εγκρίθηκε, αλλά με δικά μου έξοδα να γίνει η μεταφορά. Τα έξοδα όμως ήταν 1000 δραχμές, γιατί θα έπρεπε να πληρώσω, εκτός από τα δικά μου και τα έξοδα των δύο αστυνομικών που θα με συνόδευαν. Επειδή αυτά τα χρήματα δεν τα είχα, αλλά ούτε και οι δικοί μου τα είχανε, έκανα ξανά αίτηση πως είμαι άρρωστος και ότι θα πρέπει να μεταφερθώ και ότι δεν έχω τα χρήματα που χρειαζόταν να πληρώσω και τότε εγκρίθηκε να μεταφερθώ με δαπάνη του κράτους, όπως και τελικά έγινε.

Με φέρανε στη Μυτιλήνη, εγκρίθηκε η αίτηση της αναστολής και έτσι σε λίγο καιρό απολύθηκα.

Το 1961, ύστερα από 13 χρόνια, τα βάσανα δεν τελείωσαν εδώ γιατί όπου πήγαινα να δουλέψω η Ασφάλεια με παρακολουθούσε, πήγαινε στο εργοδότη και του έλεγε να με διώξει γιατί θα έχει συνέπειες με το κράτος -δηλαδή την Ασφάλεια - και έτσι παρατούσα τη δουλειά στη μέση και έφευγα όπως έγινε με το εργοστάσιο του «Καλαμάρη» πήγα με σύμβαση 6 μηνών και σε σαράντα μέρες με σταμάτησαν γιατί επενέβηκε η Ασφάλεια.

Κάποτε έκανα αίτηση να δώσω εξετάσεις για να πάρω άδεια εξάσκησης επαγγέλματος (ηλεκτρολόγος) αλλά το υπουργείο δε δέχτηκε τα χαρτιά μου γιατί με τούς νόμους που είχα δικαστεί – ΑΝ 509 και Γ’ Ψήφισμα - απαγορευόταν να μου δώσουν άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου.

Έπρεπε όμως να ζήσω και γι’ αυτό αναγκάστηκα και πήγα στο Βουλευτή της Ε.Δ.Α. το Θεόφραστο Παππά και τα πήγε ο ίδιος στον υπουργό και με τα πολλά ζόρια, τα δέχτηκε και τότε μπόρεσα και έδωσα εξετάσεις και έτσι πήρα την άδεια.




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέο Εμπρός", φ. 996, 3.4.2013 (http://issuu.com/neoempros/docs/996)
 

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Μέρος Γ

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ του Λεωκράτη και της Πηνελόπης (1828)
 
Επιμέλεια Δημήτρη Π. Καρατζιτζή
Γ’ ΜΕΡΟΣ
 
Στη ΓΙΟΥΡΑ
 
Στα Βούρλα μείναμε γύρω στους 6 μήνες και μετά μας πήρανε και μας πήγανε στα Γιούρα που είναι απέναντι στη Σύρο. Το καράβι μας έβγαλε στη Σύρο και μας πήγανε αμέσως στο Μεταγωγών που ήταν ένα δωμάτιο 3Χ4 και μείναμε μόνο μια μέρα, ευτυχώς, γύρω στα 40 άτομα ώσπου να ‘ρθει το καΐκι για να μας μεταφέρει στη Γιούρα.
 
Στο διάστημα που ήμασταν στο Μεταγωγών μας φέρανε φαγητό από τις φυλακές Σύρου. Το φαγητό το έστειλαν με το συμπατριώτη μας Νίκο Γανίτη που ήταν και αυτός κρατούμενος στις φυλακές του νησιού.  Επίσης στο Μεταγωγών που μείναμε μια μέρα δεν υπήρχε τουαλέτα αλλά ούτε νερό να πλυθούμε.
 
Ήρθε κάποια στιγμή το καΐκι, μας βάλανε μέσα και μας πήγανε στα Γιούρα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας είχαν δεμένους ανά δύο με χειροπέδες και μάλιστα είχε και  φουρτούνα.
 
Φτάσαμε επιτέλους στην περίφημη Γιούρα!! Εκεί μας περίμεναν οι κουρείς και ο φωτογράφος και αφού μας κούρεψαν με την ψιλή μηχανή γουλί, μας υποχρέωσαν να έχουμε πολύ ανοιχτά τα μάτια μας, για να φαινόμαστε αγριάνθρωποι, και μας βγάλανε φωτογραφία που θα τη βάζανε στην ταυτότητα που θα μας βγάζανε και θα μας δίνανε και ένα συγκεκριμένο αριθμό που θα μας ξέρανε με αυτόν.
 
Στη Γιούρα μάς πήγανε στον 4ο όρμο και μας μοίρασαν σε σκηνές και την πρώτη βραδιά μείναμε μέσα, μάλιστα έπιασε ένας αέρας και η σκηνή έπεσε επάνω μας και κανένας δεν μπορούσε να σηκωθεί για να τη φτιάξει, φυσούσε πολύ και έβρεχε.
 


Τη Γιούρα τη λένε το νησί των αέρηδων, των σκορπιών και των ποντικών και όταν δάγκωναν κάποιον τον μετέφεραν στην Αθήνα για θεραπεία και αυτό γινόταν συχνά. Όταν ξημέρωσε πια και σταμάτησε η βροχή, μας φώναξαν να περάσουμε στα μαγειρεία να πάρουμε τσάι και μετά μας βάλανε στη σειρά για να πάμε στην αγγαρεία.
 
Στη σκηνή μέναμε 20 άτομα γιατί ήταν πολύ μεγάλες, πράσινες Αμερικάνικες σκηνές -βλέπετε φρόντισαν οι σύμμαχοι μας και μας προμήθεψαν και από αυτές.
 
Διαμαρτυρηθήκαμε πως η μέση μας έχει πιαστεί και θα πρέπει να μας αφήσουν, να μην πάμε στην αγγαρεία για να συνέλθουμε και η απάντηση ήταν: «Το μεσημέρι που θα γυρίσετε θα ‘ρθει το συνεργείο για να σας τη φτιάξει» γιατί και το συνεργείο ήταν από μας, κρατούμενοι και θα πήγαιναν αυτοί αγγαρεία.
 
Ο 4ος όρμος ήταν εκεί που γινόταν τα έργα για την ανέγερση των φυλακών, αυτές που δείχνουν σήμερα, καμιά φορά, στην τηλεόραση. Στην αγγαρεία, μας μοιράζανε σε ομάδες, άλλους μας πήγαιναν για να μαζέψουμε πέτρες από το βουνό και άλλους στο εργοτάξιο που είχε πολύ δουλειά, άλλους στα καρότσια, άλλους για την λάσπη, άλλους στα βαγόνια και άλλους να σπάνε τις πέτρες, που φέρναμε από το βουνό, σε μικρά κομμάτια και την κάναμε χαλίκι για το μπετόν, όπως αυτές που κάνουν τώρα οι μηχανές στα νταμάρια.
 
Αυτοί που έσπαγαν την πέτρα, γινόντουσαν από τη σκόνη αγνώριστοι και δε μπορούσες να ξεχωρίσεις ποιος ήταν ο διπλανός σου.
 
Αυτό γινότανε κάθε μέρα από Δευτέρα μέχρι και το Σάββατο, την Κυριακή που καθόμαστε θα έπρεπε να πλυθούμε, να πλύνουμε τα ρούχα μας, μας βάζανε και το ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών να ακούσουμε τη Λειτουργία και για το σκοπό αυτό μας υποχρέωναν να βγούμε από τις σκηνές μας και να καθόμαστε προσοχή όση ώρα θα βαστούσε η Λειτουργία και έτσι μας έμεινε λίγος χρόνος για να δούμε και τον εαυτό μας, ούτε μισή μέρα.
 
Στην κορυφή του βουνού θέλανε να χτίσουν ένα φυλάκιο και υλικά θα έπρεπε να τα κουβαλήσουμε στην πλάτη μας μέσα σε τσουβάλια. Βγάζαμε άμμο από τη θάλασσα και όπως ήταν βρεγμένη θα έπρεπε να την κουβαλήσουμε στην κορυφή του βουνού που ήταν μια απόσταση, όση από την παραλία Μυτιλήνης μέχρι τον Προφήτη Ηλία, και οι φύλακες να σε κυνηγούν και να σε βρίζουν και αν διαμαρτυρόσουν σε χτυπούσαν.
 
Πολλές φορές, αν κάτι που μας επιβάλλανε να κάνουμε ήταν αντίθετο με αυτά που πιστεύαμε, τότε διαμαρτυρόμαστε και συνήθως δεν το κάναμε.
 
Η τιμωρία τότε ήταν, να σε πάνε σε ένα απομονωμένο μέρος, σε δένανε σε μια συκιά, που ήταν και η μοναδική – που τη λέγαμε η «Συκιά του Γλάστρα» γιατί έτσι λέγανε το Διευθυντή, Γλάστρα και εκεί σε βασανίζανε όσες μέρες θα σε είχαν εκεί. Μάλιστα έχει γραφτεί και τραγούδι για τη «Συκιά».
 
Όταν είχες κήλη και πήγαινες στο γιατρό για να σε απαλλάξει από την αγγαρεία, να σηκώνεις βαριά αντικείμενα, σου έδινε ένα χαρτί απαλλαγής και αυτό το χαρτί θα έπρεπε να το δείξεις στο Διευθυντή για να απαλλαγείς. Αυτός με τη σειρά του σου επέβαλλε, μπροστά σε όλους τους φυλακισμένους και τους φύλακες, να βγάλεις τα ρούχα σου για: «Να σε δω και εγώ!» έκανε και αυτός το γιατρό.
 
Αυτό βέβαια το έκανε για να σε εξευτελίσει και αν δεν το έκανες ή αν το έκανες και δεν το διαπίστωνε ο Γλάστρας, τότε θα σε πήγαινε στη «Συκιά» για τα γνωστά βασανιστήρια και έτσι απέφευγες να πας στο γιατρό ή αν πήγαινες δεν το έδειχνες του Γλάστρα ή στον Αρχιφύλακα.
 
Τις ημέρες που δεν μαγειρεύανε, γιατί μας δίνανε και ξηρή τροφή - δηλαδή λίγες ελιές και μια κουταλιά λάδι ή λίγη ρέγγα - τους ζητούσαμε να μας επιτρέψουν να μαγειρέψουμε εμείς, δικό μας φαγητό, από αυτά που μας στέλνανε οι δικοί μας στα δέματα –μακαρόνια, τραχανά κλπ - τότε για να μας το επιτρέψουν, μας υποχρέωναν να δώσουμε και στους ποινικούς.
 
Εμείς βέβαια το δεχόμαστε γιατί και αυτοί ήταν άνθρωποι που υπέφεραν όσο και εμείς, γι’ αυτό οι πιο πολλοί, μας εκτιμούσαν και ήταν μαζί μας.
 
Στον 4ο όρμο κάθισα 5 μήνες αλλά αρρώστησα και ήμουν και πολύ αδύνατος και έτσι πήγα στο γιατρό, τον συγκρατούμενό μου, και μετά στο στρατιωτικό και του ζήτησα με στείλει σε άλλο όρμο γιατί εδώ δεν μπορούσα να μείνω. Με εξέτασε και εγκρίνανε και έτσι με στείλανε στον 1ο όρμο.
 
Και εκεί είχε αγγαρεία, αλλά λιγότερη. Ξεφορτώναμε καΐκια που φέρνανε ξύλα για τα μαγειρεία, κουβαλούσαμε πέτρες για διάφορα έργα που γινόταν και μας βάζανε και σκάβαμε για να κάνουμε δρόμο και πολλά άλλα.
 
Ένα Πάσχα, το 1950 θα πρέπει να ήταν, μας άφησαν να επισκεφτούμε τους όρμους που ήταν ένα χιλιόμετρο μακριά γιατί εκεί βρήκαμε άλλους συντοπίτες μας που δεν μπορούσαμε να τους δούμε, αλλά και αδελφός σου να ήταν δεν υπήρχε δυνατότητα μέχρι τότε να το δεις. Νομίσαμε ότι μας άφησαν ελεύθερους, αυτό όμως βάσταξε λίγες μέρες μόνο.
 
Σκόρπιες αναμνήσεις…
 
Στα Γιούρα, όπως και το Μακρονήσι, καθώς και οι άλλες φυλακές την εποχή εκείνη, τα πέτρινα χρόνια, δεν ήταν παράδεισος όπως θέλανε να τον παρουσιάσουν οι τότε κυβερνήσεις. Ήτανε κόλαση.
 
Εμείς όμως προσπαθούσαμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας παρόλα τα εμπόδια που μας βάζανε.
 
Στη φυλακή υπήρχαν άνθρωποι που δεν είχαν πάει καθόλου σχολείο για να μάθουν γράμματα, γιατί ο καπιταλισμός από τότε φρόντιζε τα φτωχά παιδιά να μην μαθαίνουν γράμματα. Εμείς όμως οργανώναμε «σχολές» και ζητούσαμε από την υπηρεσία ένα χώρο για να μπορούμε να τον κάνουμε σχολείο και έτσι μας έδωσαν μια σκηνή και τη χρησιμοποιούσαμε γι’ αυτό το σκοπό. Επιστρατεύαμε όσοι ήταν δάσκαλοι αλλά και άλλους μορφωμένους που είχαμε για να μας κάνουν διάφορα μαθήματα.
 
Εγώ είχα ένα δάσκαλο, το Χρήστο Ρήγα, αλλά γρήγορα μας τον πήραν και τον έστειλαν αλλού, και επειδή δεν μπορούσαν να μας πολεμήσουν αλλιώς έπαιρναν αυτούς που μας βοηθούσαν – δάσκαλοι, γιατροί, δικηγόροι - για να μην μπορούμε να μάθουμε γράμματα. Τότε εμείς βάζαμε αυτούς που ξέρανε κάτι παραπάνω από τους άλλους να διδάξουν αυτούς που δεν ξέρανε ή ξέρανε λιγότερα και έτσι άνθρωποι που δεν ξέρανε να γράφουν ούτε το άλφα, μάθανε να γράφουνε μόνοι τους τα γράμματα στους δικούς τους ανθρώπους.
 
Επίσης άλλοι μαθαίνανε ξένες γλώσσες και μια παρέα, μαζί τους και εγώ, μαθαίναμε ηλεκτρολογία, γιατί θα έπρεπε να σκεφτούμε και τι θα κάνουμε όταν μια μέρα θα βγούμε από τη φυλακή, μας δίδασκε ένας Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος.
 
Όταν μας παίρνανε κάποιον, από αυτούς που μας βοηθούσαν να καλυτερέψουμε τη ζωή μας, τότε μαζευόμαστε όλοι στο προαύλιο και καθόμαστε στη σειρά για να τον αποχαιρετίσουμε και να τον ευχαριστήσουμε για τη βοήθεια που μας έδωσε. Θυμάμαι το γιατρό, το Στάθη Καναβό.
 
Αυτά τα βλέπανε οι φύλακες και σκύλιαζαν από το κακό τους. Όταν ερχόταν γιορτές και θέλαμε να στείλουμε ευχετήριες κάρτες στους δικούς μας ανθρώπους, οι καλλιτέχνες που είχαμε, μας σχεδιάζανε κάρτες με διάφορα σχέδια - ήλιους, περιστέρια, αστέρια κλπ - ανάλογα με τη γιορτή, κατόπιν έπρεπε να τις δώσουμε στη διεύθυνση να τις εγκρίνει για να μπορούμε να τις στείλουμε, γιατί αλλιώς θα τις έκοβε η λογοκρισία. Και μας έκοβαν όσες μιλούσαν για Ειρήνη, το θεωρούσαν επιλήψιμο, εμείς τους λέγαμε: «Μα και ο παπάς, αυτές τις μέρες στην εκκλησία, θα πει το επί Γης Ειρήνη» και μας απαντούσαν: «Θα δούμε αν θα το πει» ήταν όλοι τους άνθρωποι του μίσους και πολεμοχαρείς.
συνεχίζεται_ (Δ΄ Μέρος)
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέο Εμπρός", φ. 995, 20.03.2013 (http://issuu.com/neoempros/docs/995)
προηγούμενα:
 
 

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Μέρος Β

ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ του Λεωκράτη και της Πηνελόπης (1828)
 


Επιμέλεια: Δημήτρης Π. Καρατζιτζής *


 


B’ ΜΕΡΟΣ
…Μαζεύτηκαν όλοι οι Αλφαμίτες και άρχισαν να συζητάν μεταξύ τους φωναχτά για να τα ακούμε εμείς και να τρομοκρατούμαστε. Από αυτά που λέγανε ήταν: «Απόψε πόσοι θα πεθάνουν από τούτους που φέρανε, αφού όλοι τους είναι εγκληματίες!!» και πολλές άλλες βρισιές.
 
Αφού μας ταλαιπώρησαν κάμποσες ώρες μας πήγανε στο στρατόπεδο. Ήταν ένας κλωβός που πήγαιναν τους αριστερούς και σε άλλον κλωβό μένανε οι στρατιωτικοί που ήταν ο Σαράφης, ο Μάντακας και πολλοί άλλοι Αριστεροί στρατιωτικοί και είχαν και έναν κλωβό για τους ποινικούς.
 
Όταν πήγαμε στον κλωβό αντικρίσαμε ένα άλλο θέαμα: Μας είχαν στήσει ορισμένα σκηνάκια για να μείνουμε. Τα σκηνάκια αυτά τα είχαν φέρει από ένα τάγμα (το ΑΕΤΟ) που ήταν στο άλλο άκρο της Μακρονήσου. Εκεί που είχαν γίνει τα επεισόδια και σκότωσαν τους φαντάρους, τους θέρισαν κυριολεκτικά, με τα πολυβόλα όταν τόλμησαν να διαμαρτυρηθούν για τα βασανιστήρια και τα καψόνια που τους κάνανε γι’ αυτό και τα σκηνάκια ήταν τρύπια από τις σφαίρες και καταματωμένα από το αίμα των Ελλήνων στρατιωτών, αλλά επειδή ήταν αριστεροί τους έστειλαν στη Μακρόνησο για να τους σκοτώσει το κράτος της μισαλλοδοξίας. Όταν πια εγκατασταθήκαμε στον κλωβό και το πρωί ακούσαμε το εγερτήριο και το «χαρούμενο» ξεκίνημα με το υβρεολόγιο του περίφημου εκφωνητή του ραδιοφώνου Αθηνών του «κ.» Σβωλόπουλου, ήσουν υποχρεωμένος να σταθείς προσοχή όπου και να ήσουν γιατί αλλιώς θα είχες συνέπειες από τη διοίκηση του στρατοπέδου.
 
 
Μετά το τέλος αυτής της πρωινής προσευχής έβγαινε ένας Αλφαμίτης με ένα τηλεβόα και φώναζε: «Από τον αριστερό κλωβό να έρθουν 200 για αγγαρεία» και ας μην ήμασταν 200 στον κλωβό, ήμασταν μόνο 180 και γι’ αυτό πηγαίναμε όλοι, άλλος με κομμένο χέρι, άλλος με δεκανίκια γιατί όταν πολεμούσε με τον Ε.Λ.Α.Σ. τους κατακτητές έχασε το ένα του πόδι.
Η δουλειά που κάναμε στην αγγαρεία ήταν να κουβαλάμε πέτρες από το βουνό να τις πηγαίνουμε σε ένα μέρος πεντακόσια μέτρα μακριά και μετά να τις γυρίζουμε πίσω. Αυτό γινόταν. Κάθε μέρα όταν πηγαίναμε στο βουνό για να μαζέψουμε πέτρες εκεί μας περιμένανε κάτι Μαυροσκούφηδες– διαλεγμένα φασιστόμουτρα – διάλεγαν τους αδύναμους νέους, μας απομάκρυναν από τους άλλους και μας έκαναν καθοδήγηση κατά του κομμουνισμού.
Εγώ βέβαια επειδή ήμουν νέος και πολύ αδύνατος καθημερινά γινόμουνα ο στόχος και όταν δεν ικανοποιούνταν από τη στάση μας – γιατί μας κάνανε ερωτήσεις αν αποκηρύσσουμε τον κομμουνισμό - τότε άρχιζε η κακοποίηση με ξύλο και βρισιές και πολλές φορές σε πηγαίνανε στη θάλασσα και σε βουτούσαν μέσα λέγοντας: «Εδώ θα πεθάνεις!!»
 
Οι άλλοι που είχαν φορτωθεί πέτρες και πηγαίνανε να τις ρίξουν στο καθορισμένο μέρος, έκαναν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα να γυρίσουν πίσω για να δουν τι γίναμε εμείς, να μας αναζητήσουν γιατί υπήρχε κίνδυνος και για εξαφάνιση.
 
Όταν οι Μαυροσκούφηδες βλέπανε ότι οι άλλοι γυρίζουν, τότε διάλεγαν μια μεγάλη πέτρα που να μην μπορείς να τη σηκώσεις και τότες άρχιζε πάλι το ξύλο μέχρι που ερχόταν ένας από τους δικούς μας, που ήταν πιο δυναμωμένος και έπαιρνε αυτός την πέτρα και έτσι γλίτωνες από τα βασανιστήρια.
 
Τέτοιου είδους περιστατικά συμβαίνανε καθημερινά και καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας στη Μακρόνησο που ήταν γύρω στον ένα χρόνο.

 
Ήρθε η ώρα που θα φεύγαμε από την Μακρόνησο. Από εδώ αρχινάει άλλου είδους Γολγοθάς, γιατί θα πηγαίναμε στο στρατοδικείο και η διοίκηση του στρατοπέδου έκανε ότι μπορούσε για να μας ξευτελίσει - βάζοντας τον πατέρα να χτυπάει το γιο του ή το αντίθετο, το χωριανό να χτυπάει το συγχωριανό του, τον κατηγορούμενο να χτυπάει το συγκατηγορούμενο του - και όλα αυτά για να πάρει ένα συγχωροχάρτι για να μην καταδικαστεί σε βαριά ποινή ή και να αθωωθεί δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο καλή διαγωγή.
 
Βέβαια οι πολλοί το αρνήθηκαν και μόνο ελάχιστοι φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι το δεχόταν αλλά μετά συνήθως το μετάνιωναν και ζητούσαν συγνώμη.
 
Στον έλεγχο που έγινε στα πράματά μας ότι έμοιαζε με στρατιωτικό το παίρνανε λέγοντας, αυτό δεν σας ανήκει και αν αρνιόσουν να το δόσεις σε χτυπούσαν και αν τρέχανε αίματα σε στέλνανε στη θάλασσα να πλυθείς και μετά να ‘ρθεις να πάρεις τα πράματά σου, όπως έγινε με τον μπάρμπα Αχιλλέα Κοντάρα που τον έστειλαν πολλές φορές να πλυθεί στη θάλασσα.
 
Τα βάσανα της Μακρονήσου δεν είχαν τελειωμό. Από την πρώτη μέρα που πήγαμε μείναμε μέσα σε μια ατομική σκηνή επτά (7) άτομα!
 
Τη νύχτα, στην είσοδο της σκηνής βάζαμε όλα μας τα πράματα για να μην μπορούν να μπουν μέσα οι Αλφαμίτες, που γυρνάγανε όλη νύχτα μέσα στο στρατόπεδο για να βρουν κάποιον έξω από τη σκηνή για να το δείρουν και αν δεν έβρισκαν κανέναν τότε, έκαναν τους χτυπημένους αυτοί για να βγούμε να τους βοηθήσουμε και τότε άρχιζαν σ’ εμάς το ξύλο γιατί δείχναμε αλληλεγγύη και αυτό δεν τους άρεσε. Και έτσι τη νύχτα δεν μπορούσες να πας στην τουαλέτα που βρισκόταν 150 μέτρα μακριά, αλλά και ούτε να μπορείς να κοιμηθείς. Την ημέρα πήγαινες αγγαρεία, περπατούσες και κοιμόσουνα.
 
Στη Μακρόνησο το φαγητό ήταν άθλιο γιατί αυτοί που αναλάμβαναν την προμήθεια μας έφερναν ότι το χειρότερο υπήρχε στην αγορά και επειδή τα ψυγεία ήταν ανύπαρκτα για να τα βάλουν μέσα, τα βάζανε σε μια αποθήκη και έτσι γινόταν ακόμη χειρότερα. Τα λαχανικά σάπιζαν, το κρέας - που μας δίνανε κάθε Κυριακή - όταν το έπιανες ωμό στο χέρι σου και το τραβούσες λίγο άφηνε …ίνες. Οι γιατροί οι δικοί μας το βγάζανε ακατάλληλο, αλλά ο στρατιωτικός γιατρός το έβγαζε κατάλληλο και το έδινε για μαγείρεμα.
 
Εμείς πεινούσαμε και επειδή δεν είχαμε τι άλλο να φάμε, το τρώγαμε και επόμενο ήταν να μας πιάνει μετά κόψιμο και να είμαστε άρρωστοι για δυο μέρες τουλάχιστον. Αυτό γινόταν συχνά. Την ημέρα αν δεν πήγαινες αγγαρεία μπορούσες να πας στην τουαλέτα, που και εκεί υπήρχε μεγάλη σειρά γιατί ήμασταν όλοι άρρωστοι. Τη νύχτα όμως φοβόσουν, γιατί οι Αλφαμίτες μας περίμεναν, και έτσι η νύχτα γινόταν ανυπόφορη!
 
Σε άλλους υπήρχαν και χειρότερα γιατί δεν τους είχαν καθόλου σε σκηνή, τους λεγόμενους ψιλικατζήδες, γιατί όλα τους τα πράματα τα βάζανε μέσα σε μια κουβέρτα και τα κάνανε ένα μπόγο και μοιάζανε σαν και αυτούς που γύριζαν στα χωριά για να πουλήσουν την πραμάτεια τους γι’ αυτό τους λέγανε ψιλικατζήδες. Αυτοί το βράδυ μένανε έξω από το κτήριο της Α.Μ. (Αστυνομία Μονάδος) που το φύλαγε ο σκοπός και όλη νύχτα δεν τους αφήνανε να κοιμηθούν. Μέσα σε αυτούς ήταν και ο Μυτιληνιός ο Γιάννης Κυπαρίσης που τράβηξε τα πάνδεινα.
 
Με λίγα λόγια η ζωή στη Μακρόνησο ήταν κόλαση, γιατί έπρεπε να ξεχάσεις πως είσαι άνθρωπος και εκτός από τους δικούς μας ανθρώπους -τους φυλακισμένους - δε μπορούσες να έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν. Υπήρχαν και στρατιώτες που από τα βασανιστήρια και το ξύλο που τους δώσανε στην Α.Μ. - όπου οι πιο πολλοί Αλφαμίτες ήταν στα Τάγματα Ασφαλείας - ή τρελαινόταν και τους στέλνανε στο τρελάδικο ή γινότανε και αυτοί τρομοκράτες και μπαίνανε όπως μας λέγανε στον ίσιο δρόμο, όπως ο περιβόητος Κοθράς, που παλιότερα υπηρετούσε στην Πολιτοφυλακή και έγινε ο υπ’ αριθμόν ένας τρομοκράτης και όποιος έπεφτε στα χέρια του έπρεπε να μαρτυρήσει το γάλα της μάνας του.
 
Όποιος άντεχε σε αυτά τα βασανιστήρια θεωρείτο ήρωας. Είχαμε έναν που υπηρετούσε στην Αεροπορία και το βασάνιζαν μέρα-νύχτα, τον είχαν κλείσει μέσα σε ένα τετραγωνικό μέτρο με συρματόπλεγμα γύρω – γύρω και τον υποχρέωναν να σηκώνει τα πράματά του νύχτα – μέρα στον ώμο του και να κάθετε όρθιος και να το χτυπούν οι φύλακες όταν τους το έλεγε ο αξιωματικός.
 
Τέτοιοι, ήρωες, υπήρχαν πολλοί όπως ο Τατάκης και τόσοι άλλοι που δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματά τους γιατί πέρασαν πολλά χρόνια από τότες.
 
Με λίγα λόγια η Μακρόνησος ήταν το κολαστήριο της Ελλάδας, που το λέγανε Αναμορφωτήριο, και τώρα πάνε να κάνουν κολαστήριο όλη τη χώρα με τα οικονομικά και ασφαλιστικά μέτρα που παίρνουν για τους εργαζόμενους.
 
Η καταδίκη από το στρατοδικείο
 
Όταν το καράβι μας έφερε στη Μυτιλήνη, 150 άτομα, μας βάλανε μέσα σε στρατιωτικά φορτηγά για να μας πάνε στις φυλακές στη Λαγκάδα. Σε όλο το δρόμο είχαν βάλει σκοπούς από 3-4 μέτρα δεξιά και αριστερά, από το Στρατό, Χωροφυλακή, Αγροφυλακή και όποια άλλη υπηρεσία είχαν.
 
Στο στρατοδικείο πολλοί καταδικάστηκαν σε θάνατο, όπως ο Γιάννης Βασάλος, η Έλλη Σβώρου, ο Ανδρέας Χαραλαμπίδης, ο Αχιλλέας Κοντάρας, ο Στρατής Καρακίτσος… Βέβαια δεν μπορώ να θυμηθώ άλλους. Εγώ δικάστηκα ισόβια και ο Μαρίνος Βόμβας σε θάνατο με 3 υπέρ και 2 κατά και γι’ αυτό δεν εκτελέστηκε.
 
Άλλοι πάλι δικάστηκαν 2 χρόνια εξορία και άλλοι απαλλάχτηκαν και έφυγαν.
 
Εμείς οι κατάδικοι πήραμε το δρόμο της επιστροφής και μας πήγανε στις φυλακές στα Βούρλα, που ήταν στον Πειραιά και μας βάλανε σε κάτι κελιά που ήταν για να μένουν 3 άτομα και εκεί μέσα στρίμωξαν να μείνουμε 12.
 
συνεχίζεται_ (Γ΄ Μέρος)
 
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέο Εμπρός", φ. 994, 20.03.2013 (http://issuu.com/neoempros/docs/994)
Μπορείτε να διαβάστε το Α΄μέρος από εδώ: ΣΥΜΕΩΝ (ΜΕΝΙΟΣ) ΑΔΑΜΙΔΗΣ - Α΄ ΜΕΡΟΣ