Του Τηλέμαχου Λουγγή *
Συνέχεια από το Α΄ ΜΕΡΟΣ
ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΡΩΙΜΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (ΤΕΛΗ 4ου ΑΙΩΝΑ - 602)
Στις 8 Σεπτέμβρη του 324, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος θεμελίωνε τη
νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην αρχαία αποικία των Μεγαρέων με το όνομα
Βυζάντιο. Τα εγκαίνια της νέας αυτής πόλης, η οποία μετονομάζεται σε
Κωνσταντινούπολη, έγιναν στις 11 Μάη του 330. Αυτή η ημερομηνία λογίζεται
συνήθως ως αφετηρία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ή Ανατολικής Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας), η οποία διαδεχόταν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα ανατολικά εδάφη
της τελευταίας. Ωστόσο, η οριστική διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε
δυτική και ανατολική (Βυζάντιο) επήλθε μόλις το 395 από τον αυτοκράτορα
Θεοδόσιο Α΄.
Η ΑΡΧΟΥΣΑ ΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Η πρώτη περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία εκτείνεται από τα
τέλη του 4ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, χαρακτηρίζεται από την αργή
κατάρρευση του αρχαίου δουλοκτητικού συστήματος. Η πολυπλοκότητα της βυζαντινής
κοινωνίας κατά την πρώιμη αυτή εποχή συνίσταται, πρώτα απ’ όλα, στο ότι
μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της άρχουσας τάξης της Αυτοκρατορίας. Αυτό συμβαίνει
παράλληλα με τη μακρόχρονη και γεμάτη αναστολές προσχώρησή της στο
Χριστιανισμό, που είχε ήδη επικρατήσει στην πλειοψηφία του φτωχού πληθυσμού ως
θρησκεία των καταπιεζόμενων μαζών{1}.
Το κύριο σώμα αυτής της άρχουσας τάξης, που προερχόταν από το δουλοκτητικό
κοινωνικό σύστημα, αποτελούσε η παραδοσιακή υστερορωμαϊκή συγκλητική
αριστοκρατία{2}
στην οποία ενσωματώνονταν όλο και περισσότερο τα ανώτερα, πλουσιότερα στρώματα
των βουλευτών των παρακμάζοντων επαρχιακών πόλεων{3}. Οι αρχαίες πόλεις άλλωστε
όφειλαν την όποια ακμή και μακροημέρευσή τους στο σύστημα της δουλοκτησίας, με
συνέπεια να παρακμάσουν μαζί με αυτό. Η ανάπτυξη του θεσμού του colonatus{4} –ο οποίος αποτελούσε μια πρώιμη μορφή δουλοπάροικων σχέσεων– αφορούσε
άλλωστε αποκλειστικά την ύπαιθρο, η οποία αναπτυσσόταν μαζί με αυτόν.
Ως τάξη, η παραδοσιακή συγκλητική αριστοκρατία δεν είχε το παραμικρό
συμφέρον να προσχωρήσει στο Χριστιανισμό, παρά το γεγονός ότι η νέα θρησκεία
απογυμνωνόταν όλο και περισσότερο από το κοινωνικό της περιεχόμενο και ότι στις
γραμμές της συγκλητικής αριστοκρατίας προσχωρούσαν όλο και περισσότερο και οι
επίσκοποι, δηλαδή η ηγεσία του χριστιανικού κλήρου από την εποχή του
Κωνσταντίνου Α΄.
Εξετάζοντας την πορεία της πρωτοβυζαντινής άρχουσας τάξης μέσα στο χρόνο,
διατυπώθηκε η αρχή της ανάπτυξης όλο και μεγαλύτερης ομοιογένειας ανάμεσα στους
ανώτατους υπαλλήλους της Αυτοκρατορίας (honorati), στους συγκλητικούς (senatores) και στους ιδιώτες -
μεγάλους γαιοκτήμονες (potentes). Η συνένωση των τριών αυτών κοινωνικών κατηγοριών αποτέλεσε τον πυρήνα
της πρωτοβυζαντινής αριστοκρατίας{5}. Από αυτό το συμπέρασμα απορρέει και μια
δεύτερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η υστερορωμαϊκή (=πρωτοβυζαντινή) άρχουσα
τάξη είχε τη μόνιμη τάση να μεταβληθεί σε μια τάξη γαιοκτημόνων της υπαίθρου{6}.
Μιλώντας, π.χ., για τη συγκλητική αριστοκρατία της Ρώμης κατά τον 6ο αιώνα, ο
βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος αναφέρει ως χαρακτηριστικά της 1) μέγιστον κτῆμα ἐν τῇ οὐσία{7} και 2) μέγα τι χρῆμα{8}.



