Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

“2.500 χρόνια ελληνική μουσική * Από τον Όμηρο μέχρι σήμερα”, Λάκης Χαλκιάς

2.500 χρόνια Ελληνική Μουσική - Λάκης Χαλκιάς

(από την ιστοσελίδα του Λάκη Χαλκιά - www.lakischalkias.gr -) 

mousikorama xalkias 111Όπως και του πατέρα του, έτσι και του Λάκη έρωτας είναι το ελληνικό λαϊκό τραγούδι, το καλώς νοούμενο δημοτικό τραγούδι, αυτό που διαπερνά μέσα από τη μακρόχρονη ελληνική παράδοση. Ο ίδιος είναι ταυτόχρονα εραστής τη γνήσιου βυζαντινού μέλους, που εκφράζεται καθαρά περισσότερον από χίλια χρόνια με την λατρεία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Ρήση του Λάκη Χαλκιά είναι, ότι το δημοτικό τραγούδι των Νεοελλήνων είναι δεμένο απευθείας με την αρχαιοελληνική μουσική, αρχής γενομένης από το έπος και ότι η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, επίτηδες επιμελημένη από τους Πατέρες της Εκκλησίας μέσα από τη σοβαρή ιερατική αρχαιοελληνική μουσική, την άλλως καλούμενη μεγάλη μουσική, απέκτησε δικό της ήθος και δομή ενταχθείσα στην τέχνη του υψηλού. 

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
... ένα γεράκι δύναμη
Πέντε χρόνια απουσίας συμπληρώνονται σήμερα 7 Ιανουαρίου
 
 
Η Μαρία Δημητριάδη είναι πάντα στην καρδιά μας ως η τροβαδούρος της επανάστασης.
Στις 7 Γενάρη συμπληρώνονται 5 χρόνια που αποχαιρετήσαμε την ξεχωριστή ερμηνεύτρια, που η φωνή της ταυτίστηκε με το επαναστατικό τραγούδι. Δεν την ξεχνάμε στις φοβερές εκείνες συναυλίες της 10ετίας του '70 και τις δεκαετίας του '80 στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ και του ΟΔΗΓΗΤΗ. Τα τραγούδια που ερμήνευσε με τον ξεχωριστό δικό της τρόπο εμπνέουν πάντα τους κομμουνιστές και τους συνοδεύουν στις πορείες και τις κινητοποιήσεις.
 
«Οι συνεργασίες μου είχαν πάντα και κάποιον άλλο λόγο, εκτός από τον καλλιτεχνικό. Υπήρχε ταύτιση, έστω σε κάποιο βαθμό, ιδεολογική, αισθητική. Και χωρίς να υπερηφανεύομαι δηλώνω ότι δεν έχω κάνει ποτέ ούτε μισή υποχώρηση στη δουλειά μου. Ούτε μισή! Και αυτό το πληρώνω. Υπήρξαν φορές που δεν είχα να καπνίσω τσιγάρο. Αλλά υποχώρηση δεν έχω κάνει. Ούτε μία καλημέρα δεν έχω πει σε κάποιον που δε θέλω να του την πω...», είχε εξομολογηθεί η Μαρία Δημητριάδη στο «Ριζοσπάστη» (17/2/2002).
 
 
Το ήθος, η ποιότητα, η αξιοπρεπής και αγωνιστική στάση της σφράγισαν τη ζωή της ασυμβίβαστης τραγουδίστριας με την υπέροχη φωνή, η οποία έφυγε πρόωρα από τη ζωή.Από μικρή προς μια μεγάλη πορεία Ξεκίνησε να τραγουδά από παιδί. Στα 16 της χρόνια έκανε δίσκο, τα «Κορίτσια στον Ηλιο» του Σταύρου Ξαρχάκου. Μετά ήρθε ο «Ηλιος ο Πρώτος» και το «Χρονικό» του Γιάννη Μαρκόπουλου. Στο ενδιάμεσο είχε γνωρίσει τον Μίκη Θεοδωράκη, που τον είχαν σε κατ' οίκον περιορισμό. Κάνανε συνέχεια πρόβες... Δισκογραφεί το «Ενα πρωινό η Παναγιά μου» του Ξαρχάκου και μετά συναυλίες με τον Θεοδωράκη σε όλο τον κόσμο για δύο χρόνια. Ακολούθησαν δίσκοι της με τους Γιάννη Γλέζο, Νίκο Μαμαγκάκη. Ηδη έχει γνωρίσει τον Θάνο Μικρούτσικο, που έπαιζε πιάνο σε μια μπουάτ, τους «Δον Κιχώτες». Μετά από τη μεταπολίτευση (1975) κάνει και τον πρώτο του δίσκο, τα «Πολιτικά Τραγούδια», με τα οποία ξεκίνησε η δημιουργική συνεργασία τους.
Ακολούθησαν η «Καντάτα για τη Μακρόνησο», «Φουέντε Οβεχούνα», «Τροπάρια για φονιάδες», «Τα τραγούδια της λευτεριάς». Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι από την κασετίνα των οκτώ δίσκων με τα πολιτικά τραγούδια του συνθέτη που έβγαλε η «Λύρα», πριν λίγα χρόνια, στους πέντε τραγουδάει μόνο η Μαρία Δημητριάδη. Μετά από κάποια χρόνια, κάνει πάλι συναυλίες με τον Μίκη, τον Μαρκόπουλο. Δισκογραφικά συνέχισε με το «Δελτίο καιρού», με τραγούδια πολλών συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, τα «Λιανοτράγουδα» του Θεοδωράκη, τον πρώτο δίσκο του Γιώργου Σταυριανού, την «Ελένη» του Χατζιδάκι, το «Εμπάργκο» του Μικρούτσικου, με άλλους τραγουδιστές, κ.ά.
 
Μετά από το '90-'91 και δύο πολύ μεγάλες περιοδείες με τον Μίκη, άρχισε να αποτραβιέται. Ακολούθησαν δύο χρόνια δουλειάς της στο Βελιγράδι, την περίοδο του εμπάργκο. Εκανε συναυλίες κι ένα δίσκο, που με τη βοήθεια του υπουργείου Πολιτισμού της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τα έσοδά του πήγαν για τους πρόσφυγες. Δύο χρόνια πηγαινοερχόταν στη Γιουγκοσλαβία. Τελευταία δισκογραφική της δουλειά ήταν οι «Δον Κιχώτες» των Παρασκευά Καρασούλου (στίχοι) και Θοδωρή Οικονόμου (μουσική). Οπως έλεγε, πολύ σημαντική ήταν η στιγμή της γνωριμίας της με τον Μίκη Θεοδωράκη, που από μικρό παιδάκι και λόγω οικογένειας ήταν το ίνδαλμά της. Επίσης, η συνεργασία της με τον Θάνο Μικρούτσικο και η γνωριμία της με τον Μάνο Χατζιδάκι.
Φωνή δυναμική και ταυτόχρονα τρυφερή, με μεγάλο ερμηνευτικό εύρος, η Μαρία Δημητριάδη υπήρξε μια από τις σημαντικότερες και πιο εκφραστικές Ελληνίδες τραγουδίστριες. Εβαλε το στίγμα της στο πολιτικό τραγούδι, ερμήνευσε μοναδικά στίχους κορυφαίων ποιητών και δημιουργίες μεγάλων Ελλήνων συνθετών, στρατεύτηκε στο κομμάτι εκείνο της τέχνης που αφουγκράζεται, οραματίζεται, αντιστέκεται στην εκμετάλλευση και το σκοτάδι της καταπίεσης, γι' αυτό μας λείπει πιο πολύ.Με το κεφάλι πάντα ψηλά
 
Για τη σύνδεσή της με το πολιτικό τραγούδι, όπως είχε πει σε συνέντευξή της στο «Ριζοσπάστη»: «Αυτές είναι ετικέτες που στις βάζει ο κόσμος για πολλούς λόγους. Μπορεί την ίδια ετικέτα να σου τη βάλει και για καλό και για κακό. Εμένα μου έβαλαν την ετικέτα πολιτική τραγουδίστρια για κακό, τις εποχές που το πολιτικό τραγούδι ήταν υπό διωγμόν. Τη δεκαετία '70-'80 μέχρι αυγά στο κεφάλι έφαγα από διάφορους αντιδραστικούς. Στο Κιλκίς μας πετούσαν πέτρες... Κάναμε πολιτική δουλειά, καθώς οι συναυλίες μας δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικά γεγονότα αλλά και μέσο πάλης. Πηγαίναμε στη Λάρυμνα πρωί πρωί, χειμώνα, σε ένα σινεμά καλοκαιρινό και τραγουδούσαμε. Κάθε Κυριακή πρωί τραγουδούσαμε σε κινηματογράφους της Αθήνας για απεργούς, παρόλο το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στις μπουάτ. Το "πολιτική τραγουδίστρια" σήμαινε λοιπόν μέσα στα γεγονότα... Ομως, μετά από το '80 έγινε βρισιά. Δηλαδή, εσύ είσαι πολιτική τραγουδίστρια, έξω από εδώ. Δε θα τραγουδήσεις άλλο, τελείωσες. Κι έχανα το τρένο της ευκολίας, του να ελίσσεσαι... Δεν υπάρχουν, λοιπόν, ετικέτες. Υπάρχουν ερμηνευτές. Μόνο έτσι μπορείς ν' αφήσεις στίγμα. Και βέβαια πρέπει να έχεις και πολύ καλή φωνή...»
 
Ερμήνευσε δραματικά, υπέροχα, μοναδικά, την ποίηση των Ναζίμ Χικμέτ και Βολφ Μπίρμαν, που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος στα «Πολιτικά Τραγούδια» (1975). Το ίδιο μοναδικές και οι επόμενες συνεργασίες της με το συνθέτη, στους αξεπέραστους δίσκους «Καντάτα για τη Μακρόνησο» (βασισμένη στον «Πέτρινο Χρόνο» του Ρίτσου), «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι», στην εξεγερμένη «Φουέντε Οβεχούνα», στα «Τροπάρια για Φονιάδες», όπου ζωντανεύουν οι μορφές των Τσε Γκεβάρα, Ρόζας Λούξεμπουργκ, Καρυωτάκη, Πλουμπίδη, στα «Τραγούδια της Λευτεριάς» σε στίχους Μπρεχτ, Αναγνωστάκη, Ρίτσου, Φώντα Λάδη, Αλκη Αλκαίου.Ερμηνείες αξεπέραστες, πότε λυρικές, τρυφερές, ψιθυριστές και πότε δυναμικές και αγέρωχες. Είτε τραγουδώντας για τους γερόντους της Μακρονήσου που «...δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη/ ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη/ κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους/ που δε σηκώνει τ' άδικο...», είτε πως «το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είν' ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει», είτε πως «έτσι κι αλλιώς η Γη θα γίνει κόκκινη...».
 
Η Μαρία Δημητριάδη αντιστάθηκε με τόλμη και παρρησία στην ευκολία και στα κυκλώματα που λυμαίνονται το χώρο της τέχνης, με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με τις αντιξοότητες που δημιουργεί το σύστημα στους καλλιτέχνες που δεν υποτάσσονται στις επιδιώξεις του. Δε λύγισε... Πάντα παρούσα μέσα στα γεγονότα, συνόδευσε με τα τραγούδια της τους εργατικούς - αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των δεκαετιών '70 - '80 αλλά και αργότερα, μέχρι τέλους, ανταποκρινόμενη στα αγωνιστικά καλέσματα. Τραγουδώντας στις συναυλίες αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους και διωκόμενους λαούς, στους απεργιακούς αγώνες, στα μπλόκα των αγροτών. Με πίστη στο όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας, συμπορεύτηκε με το ΚΚΕ, στηρίζοντας τις θέσεις του και παλεύοντας μαζί του.
 
Η Μαρία Δημητριάδη είναι πάντα μαζί μας. Η φωνή της θα μας ταξιδεύει πάντα στις πιο όμορφες θάλασσες. Τις θάλασσες του αγώνα και της αισιοδοξίας:
«Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών/ είμαστε μες στο δικό μας κόσμο/ Η πιο όμορφη θάλασσα/ είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει/ Τα πιο όμορφα παιδιά/ δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα/ Τις πιο όμορφες μέρες μας/ δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα/ Κι αυτό που θέλω να σου πω/ το πιο όμορφο απ' όλα/ δε στο 'χω πει ακόμα...»
 
 

 

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

"Του Αδόλφου τα εγγόνια" - Ένα υπέροχο τραγούδι από τους "Υπεραστικούς"

9 Μάη 1945 - 9 Μάη 2013 68 χρόνια από τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών.
 
 
 
"Του Αδόλφου τα εγγόνια"
Στίχοι-Μουσική: Υπεραστικοί
Ενορχήστρωση-Κιθάρες-Τζουράς: Αντώνης Βαρτζάκης
Ηχοληψία-Μίξη: Casanos Riwada
Video Editing: wrong media lab



"Του Αδόλφου τα εγγόνια"

Του Αδόλφου τα εγγόνια, η σαβούρα του ντουνιά,
κάνουνε πως δε θυμούνται του παππού τους τον νταλκά.
Του '45 Απρίλης κι ο Αδόλφος με λυγμό:
«Ρε τι μου 'κανε ο Στάλιν με τον Κόκκινο Στρατό,
το σφυρί έχω στο κεφάλι, το δρεπάνι στο λαιμό».

«Τσάμπα οι αστοί με σπρώχναν, να τους σβήσω τον καημό
και μπελάδες θα 'χουν πάλι, με το Γεωργιανό».
Κι όλο έσκουζε ο Αδόλφος, μες στου Απρίλη τις φωτιές:
«Μες στο Βερολίνο μπαίνουν, μπαίνουν οι κομμουνιστές
και οι άριοι λακίζουν, αντιλόπες παρδαλές. Ωχ, Εύα μου».

Του Αδόλφου τα εγγόνια, τούτη η βρώμα του καιρού,
κάνουνε πως δε θυμούνται ποιοι του δείξαν του παππού.
Κι οι αστοί που εξουσιάζουν και τη βρώμα συντηρούν,
για την κόκκινη σημαία πα' στο Ράιχσταγκ δε μιλούν

και ας δάγκωνε ο Αδόλφος το μουστάκι το κοντό
κι ας του φώναζε ο Γκαίρινγκ, «πα' να φύγουμε από δω»
και ας έσκουζε ο φύρερ απ' της Μπράουν την ποδιά:
«Ε ρε φάπα που θα πέσει απ' του Ζούκοφ τα παιδιά».

Του Αδόλφου τα εγγόνια, η σαπίλα του ντουνιά,
ξαναμπήκαν στη μαρκίζα στων αστών τον τσαμπουκά.
Η εξουσία των λεφτάδων, δίχως τα φτιασίδια της,
πότε χίτης κι ασφαλίτης, πότε ταγματασφαλίτης,
πότε γερμανοτσολιάς, χρυσαυγίτης φωνακλάς.

Μα το δείχνει η ιστορία, σαν θελήσει ο λαός
και το φίδι το τσακίζει κι όσους κλώσησαν τ' αυγό.
Κι όλο έσκουζε ο Αδόλφος και οι άριοι λαγοί
που τους κλείσανε το σπίτι του Βλαδίμηρου οι γιοι.

Και ξανά θα τους το κλείσουν κι ας λυσσάνε οι αστοί.


 
http://yperastikoi.blogspot.gr/
http://www.facebook.com/yperastikoi
 

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

Από τις κορυφαίες αυθεντικές ερμηνεύτριες του λαϊκού μας τραγουδιού, η Σωτηρία Μπέλλου σφράγισε με τη μοναδική φωνή της δεκάδες μουσικές δημιουργίες. Οι ερμηνείες της δυνατές, συγκλονιστικές, δεν περιορίστηκαν στο να ψυχαγωγήσουν, αλλά κατάφεραν να συνεπάρουν, αγγίζοντας πολύ συχνά ευρύτερες κοινωνικές καταστάσεις. Η φωνή της, για μισό περίπου αιώνα, έδωσε φτερά σε δεκάδες τραγούδια, κάνοντάς τα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ψυχής.
 

Ασυμβίβαστη, με αγωνιστική διάθεση, δέθηκε με το λαό, όχι μόνο μέσα από τα τραγούδια της αλλά και με κοινούς αγώνες. Με αγωνιστική συνεισφορά στα χρόνια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, διακινούσε τον παράνομο «Ριζοσπάστη». Δηλώνοντας αριστερή, δε δίστασε ακόμη και σε «μαύρες» εποχές να υπερασπιστεί τις πεποιθήσεις της. Το '48, η Σ. Μπέλλου βρίσκεται στου «Τζίμη του Χοντρού», στην Αχαρνών, δίπλα στον Τσιτσάνη. Μαζί τους και οι Περιστέρης, Κασιμάτης, Κερομύτης, Στέλιος, Ρούκουνας, Τουρκάκης. Η άρνησή της να ανταποκριθεί σε μια παραγγελιά και να πει το «βασιλικό τραγούδι, όπως τότε το έλεγαν οι χίτες», «Του αϊτού ο γιος», έχει ως αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό της και την αποχώρησή της από την ταβέρνα. Ποτέ δεν ξέχασε ότι κανείς από τους άντρες συναδέλφους της δε σηκώθηκε να την υπερασπιστεί. Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις στο «Ριζοσπάστη» (27/2/94), θυμόταν: «Και "Ριζοσπάστη" διακινούσα... Ήμουν, είμαι και θα είμαι αριστερή. Το λέω και το φωνάζω... Πέρασα πολλά. Και ξύλο και φυλακές».
 
 
Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1921 στα Χάλια (Δροσιά) Χαλκίδας. Το πρώτο ερέθισμα ν' ασχοληθεί με το τραγούδι τής δόθηκε σε ηλικία δέκα χρόνων, βλέποντας τη Σοφία Βέμπο να πρωταγωνιστεί στην ταινία «Προσφυγοπούλα». Μια μέρα μετά την κήρυξη του πολέμου (29.10.40) θα βρεθεί στην Αθήνα, αντιμετωπίζοντας προβλήματα επιβίωσης. Αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλιές, ενώ οι πολιτικές της πεποιθήσεις την οδηγούν να διακινεί κρυφά το «Ριζοσπάστη». Παράλληλα, παίζει κιθάρα και τραγουδά σε ταβέρνες. Συλλαμβάνεται, γιατί έκλεψε μια κουραμάνα. Αργότερα συμμετέχει στα Δεκεμβριανά και τραυματισμένη στο χέρι ξανασυλλαμβάνεται.
 
Αποφυλακίζεται μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Μετά την Απελευθέρωση κι αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ηχογραφούν μαζί δύο τραγούδια (τα πρώτα της), «Οταν πίνεις στην ταβέρνα» και «Το παιδί που είχες φίλο». Η επιτυχία μεγάλη, την καθιερώνει ως λαϊκή τραγουδίστρια. Μετά τη φυγή της από του «Τζίμη του Χοντρού» πηγαίνει στου «Παναγάκη», στην οδό Αλκαμένους, με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Εκεί τους συναντά ο νεαρός τότε Μάνος Χατζιδάκις και τους ζητά να εμφανιστούν στο «Μουσούρη», όπου αποθεώνονται. Τα χρόνια ακμής του κλασικού λαϊκού τραγουδιού τη βρίσκουν στο ζενίθ της καριέρας της. Ολα τα μαγαζιά τη ζητάνε. Περιζήτητη είναι και στη δισκογραφία. Ηχογραφεί σε πρώτη εκτέλεση πολλά τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Απόστολου Χατζηχρήστου, Καλδάρα, Καπλάνη κ.ά. Ανάμεσά τους τα «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω», «Κάτω απ' το σβηστό φανάρι», «Είπα να σβήσω τα παλιά», «Σαν απόκληρος γυρίζω» κ.ά.
 
Στεκόταν σαν παλικάρι απέναντι σε ό,τι δεν ταίριαζε με τα «θέλω» της. Δε χρωστούσε σε κανέναν τα «πρέπει» των άλλων. Εκείνη είχε τα δικά της. Η ζωή ήταν δική της και θα την υπερασπιζόταν, θα τη ζούσε όπως εκείνη ήθελε και μπορούσε. Ηθελε να είναι υπεύθυνη για τα δικά της λάθη και όχι για εκείνα που κάποιοι με τα δικά τους μάτια τα έβλεπαν λάθος. Ηθελε να μετανιώνει γι' αυτά που έκανε και όχι για όσα δεν έκανε.
 
Με την παρακμή του κλασικού λαϊκού τραγουδιού (αρχή δεκαετίας '60) η καριέρα της γνωρίζει κάμψη. Ακολουθεί το περιθώριο και ο αγώνας της επιβίωσης. Ο αλκοολισμός, η ανεργία, η φτώχεια την οδηγούν σε ψυχιατρική κλινική. Μόλις στάθηκε στα πόδια της, μετά τη νοσηλεία της, προσπαθεί να επιβιώσει κάνοντας διάφορες δουλιές. Από κεριά στις εκκλησίες μέχρι πλύσιμο πιάτων σε ταβερνάκια στο Περιστέρι για ένα πιάτο φαγητό. Στη δουλιά ξαναβγαίνει το '63. Θ' ακολουθήσει η επανεμφάνισή της στη δισκογραφία και η συνεργασία της με τον Τσιτσάνη, στο «Χάραμα».
Μπορεί να ήταν η «αρχόντισσα του ρεμπέτικου», αλλά η Σωτηρία Μπέλλου το ίδιο ανεπανάληπτα ερμήνευσε και κομμάτια του έντεχνου τραγουδιού. Εχοντας στο ενεργητικό της τραγούδια των Παπαϊωάννου, Χιώτη, Μητσάκη, Καπλάνη, Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Καλδάρα, Χατζηχρήστου, Περιστέρη κ.ά., δε δίστασε να καταθέσει - με εξαιρετική επιτυχία - τη λιτή, δωρική φωνή της σε δημιουργίες των Ξαρχάκου, Σαββόπουλου, Μούτση, Ανδριόπουλου, Λάγιου, Κουνάδη κ.ά.
 

«Ο,τι έχω πει», έλεγε σε συνέντευξή της στο «Ριζοσπάστη» (6/12/87), «είναι βγαλμένο απ' τη ζωή. Κράτησα μια ποιότητα, γιατί για να πω ένα τραγούδι κάθομαι και το μελετώ. Το διαβάζω, το ξαναδιαβάζω, να δω την έννοιά του, πού καταλήγει... Γιατί πώς αλλιώς θα επιλέξω... Άντε, επειδή μας έφεραν ένα τραγούδι θα το πούμε... Υστερα, όλα τα τραγούδια που 'χω πει τα 'χω αγαπήσει. Ορισμένα τα 'χω αγαπήσει πιο πολύ, όπως κι ο κόσμος. Είναι δεμένα μαζί μου. Έχω ένα που το 'χει γράψει ο Τσιτσάνης: "Ποια καρδιά δε θα ραΐσει". Αυτό το τραγούδι κάτι μου λέει. `Η το "Η κοινωνία μ' έχει αδικήσει", το "Σταμάτησε μανούλα μου". Ολα τα τραγούδια τα ένιωθα όταν τα έλεγα. Ολα είναι βγαλμένα από μέσα μου».
 
Η αντιφατικότητα του χαρακτήρα της, τα πάθη για τα οποία ποτέ δε μετάνιωσε, έδιναν συχνά λαβές για σχόλια. Εκείνη, όμως, με όλο της το δίκιο, ήθελε να την αγαπούν γι' αυτό που ήταν. Οσοι της έδιναν αυτή την αγάπη, την κέρδιζαν για πάντα. Κι εκείνοι που περισσότερο την αγάπησαν γι' αυτό που ήταν, είναι ο κόσμος. Ωστόσο, η Σωτηρία Μπέλλου ήξερε να εκτιμά, να αγαπά, ακόμη και να συγχωρεί αυτούς που την πίκραναν. Οι άλλοι δυσκολεύονται ακόμη και σήμερα που δεν υπάρχει να πουν ένα καλό λόγο. Το μόνο σίγουρα που δεν μπορούν να αμφισβητήσουν ήταν η φωνή της και η ερμηνευτική της δύναμη, που μένει ανεξίτηλη.
 
Χτυπημένη από τον καρκίνο, τα τελευταία χρόνια της ζωής της βρέθηκε αντιμέτωπη με τη φτώχεια και τη μοναξιά. Η πίκρα της έσβησε μαζί με τη ζωή της στις 27 Αυγούστου 1997.
 
 
Δείτε ακόμα:
 

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΡΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΠΛΕΚΤΗ - ΓΚΑΖΙ

Στο Συμπλέκτη στο Γκάζι - Για τα βράδυα της παρέας
 
Για τα βράδυα της παρέας με όλα τα τραγούδια που τραγουδάμε με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.


Βόλτα στο ελληνικό τραγούδι, από τον Άκη Πάνου και τον Τσιτσάνη μέχρι το Μαχαιρίτσα, το Σαββόπουλο και το Μάνο Λοίζο.

Μαζί και τα όποια καλά δικά μου θυμηθούμε όλοι μαζί.
 
 
Μαζί με την Ευδοκία Δαμιανού, το Γιώργο Τζώρτζη και το Γιώργο Γιαννόπουλο.
 

Παρασκευή - Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι
Ορφέως 33 και Δεκελέων - Γκάζι
Τηλ. 2155 401401

πληροφορίες: www.symplektis.gr

 

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ακούστε το τραγούδι του Γ. Σαρρή "Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά" (βίντεο)

Ακούστε το τραγούδι που ηχογράφησε και μας έστειλε ο συναγωνιστής Γ. Σαρρής με αφορμή το σύνθημα του ΠΑΜΕ "χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά, εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά". Πρόκειται για λιτή ηχογράφηση που έγινε την επόμενη της απεργίας, στις 7 Νοέμβρη και της πορείας των μπλοκ του ΠΑΜΕ προς το Σύνταγμα.


 
 

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Η ΜΑΡΙΑ ΜΑΣ

Δύο χρόνια χωρίς την Μαρία Δημητριάδη αλλά ευτυχώς οι στίχοι που τραγούδησε μας συντροφεύουν:


Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.


Στίχοι: Δημοσθένης Κούρτοβικ & Wolf Birman
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

ΤΣΑΚΙΤΖΗΣ

Ένα από τα πιο αγαπητά τραγούδια στον τόπο μας είναι ο "Τσακιτζής". Στο βίντεο που ακολουθεί, το οποίο βρίκαμε στο blog του Σ. Γιακαλή (http://sgiakalis.blogspot.com), μπορείτε να ακούσετε μια από τις "παρεΐστικες" εκδοχές του:



βίντεο από το: www.sgiakalis.blogspot.com

İzmir'in kavakları (Οι σμυρνέικες οι λεύκες)
Dökülür yaprakları (φύλλα ρίχνουνε σωρό)
Bize de derler Çakıcı (Με λένε μένα Τσακιτζή)
Yar fidan boylum (λυγερόκορμο δεντρί)
Yıkarız konakları (και κονάκια πυρπολώ)

Ποιός ήταν ο Τσακιτζής:
Όπως μας πληροφορεί το blog prkls.blogspot.com
"Ο Τσακιτζή Μεχμέτ εφές γεννήθηκε στο χωριό Αγιά Σουλούκ, κοντά στο Αϊδίνι, ήταν καπετάνιος των Ζεϊμπέκων και φορούσε την περήφανη χαρακτηριστική στολή τους.
Ο Τσακιτζής βγήκε στην παρανομία και σχημάτισε ένοπλη ομάδα με σκοπό να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, που ήταν κι εκείνος παράνομος και τον σκότωσαν με δόλο οι ζαπτιέδες, κατά διαταγή του βαλή της Σμύρνης και του ίδιου του Σουλτάνου. Με αυτό ως αφορμή, ο Τσακιτζής γενίκευσε τη θεώρησή του, θεώρησε σαν εχθρό του ολόκληρη την κρατική εξουσία και τους εκπροσώπους της: τους ζαπτιέδες, τους τζανταρμάδες, τους μισθοφόρους τουφεξήδες και τους αξιωματικούς τους, κι εξόντωσε πολλούς από αυτούς.

Όλα αυτά γινόντουσαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Η ένοπλη δράση του Τσακιτζή, του πατέρα του, όπως και των άλλων εφέδων της φυλής τους, ίσως να σχετίζεται με τις μεγάλες εξεγέρσεις των Ζεϊμπέκων του 19ου αι. εναντίον του τουρκικού κράτους που κατέστρεφε τον τρόπο ζωής τους και τους καταπίεζε.
Βλέποντας ότι το κράτος τους καταπίεζε, ο Τσακιτζής παρακίνησε τους φτωχούς αγρότες να μην πληρώνουν φόρους, κι απαγόρεψε στους φοροεισπράκτορες, με ποινή θανάτου, να έρχονται στην περιοχή που είχε κάτω από τον έλεγχό του.
Ξεκινώντας με την πρόθεση να αποδώσει μόνος του δικαιοσύνη σε μια προσωπική αδικία που του κάνανε, ο Τσακιτζής έφτασε στην ιδέα να απονείμει, γενικότερα, δικαιοσύνη στην περιοχή του και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Έτσι, άρχισε να αποσπά με τη βία μεγάλα ποσά απ' τους πλουσίους, τους τσιφλικάδες, τους προύχοντες, και τους τοκογλύφους και να τα χρησιμοποιεί προς όφελος των οικονομικά αδυνάτων. Έκανε δωρεές, προίκιζε φτωχές κοπέλες, έχτιζε γεφύρια, βρύσες, έφτιαχνε κοινωφελή έργα. Οι πλούσιοι Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι και άλλοι, διαμαρτύρονταν στις αρχές και ζητούσαν την εξόντωση του Τσακιτζή. Όμως οι φτωχοί, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία, τον αγαπούσαν, τον προστάτευαν και του πλέκανε τραγούδια στα ελληνικά, στα τούρκικα, στα αρμένικα.
Η φήμη του είχε φτάσει στην Ελλάδα απ' τον καιρό που ζούσε ακόμα ο θρυλικός εφές, πολύ πριν φτάσουν εδώ οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Το σχετικό ελλαδίτικο, όπως φαίνεται κι από τους στίχους, τραγούδι, εύχεται μέσα στην αφέλειά του να μπορούσε να έρθει ο Τσακιτζής και στην Ελλάδα, για να απονείμει κι εδώ την κονωνική του δικαιοσύνη:
"Τσακιτζή, δεν εβαρέθης στα σμυρνέικα χωριά?
Δεν περνάς και στην Ελλάδα, να παντρέψεις ορφανά?"

Βεβαίως, αν το δούμε αντικειμενικά, ο Τσακιτζής ήταν ένας ληστής με τη νομική έννοια του όρου, δηλαδή ήταν κάποιος που ιδιοποιείται ξένα πράγματα με τη βία ή την απειλή βίας. Όμως οι αγρότες κι η φτωχολογιά των πόλεων δεν τον θεωρούσαν κακούργο. Ενδεικτική η μαρτυρία που διασώζει ο Νέαρχος Γεωργιάδης:
"Τον λέγανε ληστή! Εγώ δεν τον εθεωρούσα για κακούργο αυτόν τον άνθρωπο. Όταν τόσους ανθρώπους που δεν είχανε βόδια να ζευγαρώσουνε τους αγόραζε βόδια, όταν πάντρεψε τόσα κορίτσια, όταν εχάλανε ενούς το σπίτι, επήγαινε και του'δινε να χτίσει καινούργιο... Ε, λοιπόν αυτός ο άνθρωπος θα τον πω ότι ήτανε κακούργος? Αυτός ήτανε σωτήρας του κοσμάκη!"
Έχει παρατηρηθεί ότι οι ληστές, κοινωνικοί και μη, είναι άνθρωποι της δράσης μάλλον παρά της θεωρίας. Ο Τσακιτζή Μεχμέτ εφές δεν είχε κανένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα. Όμως από τη δράση του πηγάζουν μερικές πολιτικές έννοιες που θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ως εξής:
*Αντιεξουσιαστική στάση, εχθρότητα προς ένα απολυταρχικό και καταπιεστικό κράτος και τα όργανά του και σύγκρουση μαζί τους.
*Ταξικά συναισθήματα που μοιράζονται σε δύο πόλους: συμπάθεια για τη φτωχή αγροτιά και τις λαϊκές τάξεις των πόλεων και έχθρα εναντίον των πλουσίων.
*Πράξεις κοινωνικής δικαιοσύνης για την οικονομική ανακούφιση των φτωχών, με ανάλογη επιβάρυνση στην περιουσία των πλουσίων.
*Έλλειψη εθνικών ή θρησκευτικών προκαταλήψεων και διακρίσεων, τόσο απέναντι στους αδύνατους, όσο κι απέναντι στους οικονομικά ισχυρούς.

Η μάζα των Σμυρνιών και των άλλων μικρασιατών Ελλήνων, που ανήκαν στις λαϊκές τάξεις, με το να αγαπά, να θαυμάζει και να υποστηρίζει τον εφέ του Αϊδινίου, με το να εξυμνεί τα χαρίσματά του και να λέει τα τραγούδια του, με το να καλλιεργεί το θρύλο του για μια σειρά ετών, ακόμα κι όταν αυτός είχε πια σκοτωθεί, έδειχνε πως αποδεχόταν αυτές τις αρχές του Τσακιτζή ως ένα είδος κώδικα λαϊκής ιδεολογίας.
Βέβαια, η άφιξη του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, συνέβαλε αρκετά στο να ξεχάσουν προσωρινά οι Έλληνες της Μικράς Ασίας τον Τσακιτζή. Μπροστά τους είχαν πλέον το εθνικό όραμα της ενώσεως με την μητέρα πατρίδα και τέτοια πράγματα.
Αργότερα, οι Έλληνες της Μικρασίας, πρόσφυγες πια εκεί που τους πέταξε το φουσκωμένο κύμα, δοκίμαζαν στο πετσί τους την κοινωνική αδικία και την οικονομική ανισότητα στον υπέρτατο βαθμό. Όλα αυτά, στα εδάφη της μητέρας πατρίδας, πλέον.
Έτσι, τα τραγούδια του Τσακιτζή ξανάρχισαν να αντηχούν στις προσφυγικές συνοικίες, παίρνοντας τη σημασία επαναβεβαίωσης αυτού του παλιού κώδικα λαϊκής ιδεολογίας...

Μπορούμε να θεωρήσουμε ως κύριο τραγούδι για τον Τσακιτζή, εκείνη τη μελωδία με τούρκικα λόγια και ρυθμό ζεϊμπέκικο, που περιείχε σε κάθε στροφή της το στερεότυπο στίχο
"μπαναντα Τσακιτζή ντερλέρ" (δηλαδή "με λέν εμένα Τσακιτζή")
ή το στίχο "γιαρ φιντάν μποϊλού" (δηλαδή "λυγερόκορμο δεντρί").

Δεν ξέρουμε αν ο αρχικός δημιουργός του ήταν Τούρκος ή Ζεϊμπέκος ή αν ανήκε σε κάποια άλλη εθνότητα. Όσον αφορά τους στίχους, φαίνεται πως ο αριθμός τους είναι μεγάλος κι απροσδιόριστος. Στην πραγματικότητα, πολλοί προσέθεταν κατά καιρούς, ανάλογα με την έμπνευσή τους και την περίσταση, καινούργιες αυτοτελείς στροφές, τις οποίες μπορούμε να ονομάζουμε παραλλαγές. Αυτό λοιπόν το "κύριο" τραγούδι του Τσακιτζή το πήρανε από τους πρόσφυγες και οι άλλοι Έλληνες και το τραγουδήσανε κι αυτοί. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του Μάρκου Βαμβακάρη: "Το "Τσακιτζής" είναι ζεμπέκικο τούρκικο βαρύ, ωραίο... ωραίο! Δε θυμάμαι ακριβώς από που το έμαθα, όμως ήτανε πολλοί, πολλοί από τη Μικρά Ασία που το τραγουδούσανε".
Γύρω στα 1930 γραμμοφωνήθηκε μια αμιγώς ελληνόφωνη παραλλαγή:

Μες της Σμύρνης τα βουνά
και τα κρύα τα νερά
μες της Σμύρνης τα βουνά
σαν λιοντάρι τριγυρνά.
-Με λεν εμένα Τσακιτζή
-Γειά σου, παληκάρι μου,
λεοντάρι στην καρδιά

Καθεμιά του ντουφεκιά
είναι και παρηγοριά.
Καθεμιά του ντουφεκιά
είναι και παληκαριά.
-Με λεν εμένα Τσακιτζή
-Γειά σου παληκάρι μου,
λεοντάρι στην καρδιά

Τη θρησκεία δεν κοιτά
Τούρκα αν είσαι για Ρωμιά
-Με λεν εμένα Τσακιτζή
Τάμα τό'χει στο θεό
να παντρεύει ορφανά.

Ο θρύλος του Τσακιτζή επιβίωσε και μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο.
Γύρω στα 1960, το όνομά του ήταν αρκετό για να κάνει εμπορική επιτυχία ένα μέτριο κατά τα άλλα, λαϊκό τραγουδάκι του Μπ. Μπακάλη με το Στράτο Διονυσίου.
Αργότερα κυκλοφόρησε σε δίσκο μια ακόμα σημαντική παραλλαγή του "κύριου" τραγουδιού του Τσακιτζή στα ελληνικά. Σ' αυτήν παραμένει ο στερεότυπος στίχος "γιαρ φιντάν μποϊλού", που επανέρχεται σε κάθε στροφή, σαν κατάλοιπο της γλώσσας του πρωτότυπου:

Τσακιτζή, παληκαρά,
πέρασε κι απ' τα Βουρλά,
πέρασε κι από τη Σμύρνη
γιαρ φινταν μποϊλού
να παντρέψεις ορφανά.

Τσακιτζή, κατέβα πια
απ' της Ασίας τα βουνά,
πήγαινε και στ' Οδεμήσι
γιαρ φιντάν μποϊλού
να παντρέψεις ορφανά

Δεν είν' αυγή να σηκωθώ
και να μη συλλογιστώ,
Τσακιτζή μου, να μην κλάψω
γιαρ φιντάν μποϊλού
τον άδικό σου το χαμό

Είναι σωστή η διαπίστωση ότι ο μύθος των λαϊκών ληστών μένει ζωντανός μόνο μέσα στα πλαίσια της φεουδαρχικής αγροτικής κοινωνίας που τον γέννησε, κι έξω απ' αυτή δε μπορεί να κατανοηθεί και να συγκινήσει.
Αντίθετα όμως με αυτό τον κανόνα, ο Τσακιτζής δρασκέλισε τις βουνοπλαγιές και τα χωράφια και μπήκε θριαμβευτικά στις πόλεις. Το γεγονός ότι ο μύθος του από αγροτικός έγινε αστικός, και μ' αυτή την έννοια ενσωματώθηκε στο ελληνικό τραγούδι των πόλεων, δείχνει τη διαχρονικότητα και την καθολικότητα των μηνυμάτων του. (Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, είναι από το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη "Ρεμπέτικο και πολιτική" των εκδόσεων "Σύγχρονη Εποχή").

Ακούστε και μια ελληνο-τουρκική εκτελέση του:





.



Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ: 29 Αυγ. 1939 - 14 Σεπτ. 2001
Λίγο καιρό πριν πάει να τραγουδήσει σε ... "άλλους κόσμους", προφητικά, μας είχε επισημάνει:
Έρχονται χρόνια δύσκολα
γεμάτα καταιγίδες
κι εμείς του κόσμου θύματα
μ' ατέλειωτα προβλήματα
και λιγοστές ελπίδες.

Έρχονται χρόνια δύσκολα
τα πάντα άνω-κάτω,
ο κόσμος είναι ανάστατος
κι εμείς πληγές γεμάτο.

Φονιάδες μονοπώλια
παντού φωτιές ανάβουν,
μας καίνε, μας δικάζουνε
και την ψυχή μας βγάζουνε
και ζωντανούς μας θάβουν.

Ποδοπατούν αλύπητα
τ' ανθρώπινο το σώμα,
στο άγνωστο βαδίζουμε
κι όνειρα πια δεν χτίζουμε,
μας κλείνουνε το στόμα.

στίχοι/μουσική: Μάκης Ερημίτης

..


Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΑ ΛΟΓΙΑ

ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΑ ΛΟΓΙΑ - Χαλκιάς, Πασχαλίδης

....

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008