Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΜΑΣ

Διάβασέ μου, παρήγγειλε στον εγγονό του. Την είδηση για το μητρώο των αγροτών. Τι κατάλαβες; τον ρώτησε στο τέλος της ανάγνωσης. Ο,τι κι εσύ, παππού. Ο πατέρας δε θα γίνει δεκτός. Κάνει κι άλλες δουλειές, για περισσότερο χρόνο. Και τα χωράφια; Τι θα γίνουν τα χωράφια μας; ρώτησε άγρια ο παππούς. Ο,τι θες ας γίνουν, απάντησε ο εγγονός. Ούτε εγώ θα γραφτώ στο μητρώο. Δε με θέλουν αγρότη.

Μια ζωή πολεμούσε τους κομμουνιστές. Δεν ήθελε να τους πάρουν τα χωράφια, τα ζώα, τα σπίτια και τις γυναίκες τους. Έτσι τους έλεγαν και τους πίστευε. Τι εθνικόφρων θα 'ταν, αν δεν τους πίστευε.
Τα χρόνια πέρασαν. Είναι γέροντας. Δεν έχει τι να κάνει και κοιτάει με το νου τα πίσω. Η κόρη του φευγάτη. Είχε πάει μετανάστρια στη Γερμανία. Η προκοπή της; Μια σύνταξη και ένα - δυο διαμερίσματα στη Σαλονίκη. Ζει μόνη. Ο άντρας της χάθηκε στις στοές του Βελγίου. Τα παιδιά και τα εγγόνια της στη Γερμανία. Αγωνιούν για το ψωμί τους. Σπάνια τον επισκέπτονται.

Ο γιος του, ο μεγάλος, είναι συνταξιούχος. Η γυναίκα του πέθανε. Οι δυο κόρες του σπούδασαν. Αυτός άλλαξε. Επαψε να είναι εθνικόφρων. Σκέβρωσε στην οικοδομή. Στο συνδικάτο τους άλλαξε. Προσχώρησε και στο Κόμμα, που μάχονταν ο πατέρας του. Ρεζιλίκι, που μαθεύτηκε στο χωριό. Δε λέει, έρχεται στο χωριό. Εμπασε το «Ριζοσπάστη» στο σπίτι τους. Παραδέχεται πως καυγάδισε μαζί του στην αρχή. Σε γέλασαν, πατέρα, και μας έβλαψε αυτό. Χαμήλωσε το κεφάλι και έπαψε από τότε να αντιλέγει.

Τον αποτέλειωσαν οι εγγονές του. Σπουδαγμένες. Χαρούμενες. Τις στερήθηκε. Κάνει χαρές μαζί τους. Τις ακούει να συζητούν σοβαρά πράγματα. Δεν κουτσομπολεύουν. Ακούει το τραγούδι τους - κομμουνιστικά τραγούδια. Κάθονται μαζί του στο τραπέζι και τον κερνάνε πότε τσίπουρο, πότε μπρούσκο. Μια μέρα έπιασε τον εαυτό του να τα τραγουδάει κι ο ίδιος. Παππού, τα ξέρεις; Συνήλθε. Τις κοίταξε. Τα τραγουδούσαν οι ΕΠΟΝίτες τότε, είπε.

Ο γιος του, ο μικρός, έμεινε στο χωριό. Κράτησε τα χωράφια. Παντρεύτηκε τη γειτονοπούλα. Νοικοκυρά και δουλευταρού. Στο χωράφι, στο μεροκάματο, αγόγγυστα. Είναι τώρα αρκετός καιρός, που κι ο γιος του δουλεύει στο χωράφι, αλλά και στο μεροκάματο. Χρυσοχέρης. Χτίζει, φτιάχνει σκεπές, βάφει. Σε όλα μέσα είναι. Αλλιώτικα δε θα έβγαιναν με τρία παιδιά. Το στάρι στα 10 λεπτά, λίγο πιο πάνω το καλαμπόκι. Το ροδάκινο 18, άντε 20 λεπτά. Και η πληρωμή όποτε έρθει.

Ο παππούς έχει ώρες πολλές. Δεν μπορεί να τις γιομίσει. Όσο κι αν ασχολείται με τον μπαξέ, ο χρόνος περισσεύει. Κάθεται και σχεδόν καθημερινά θυμάται. Τη μάντρα τους γιομάτη ζώα. Τώρα άδεια. Ασύμφορα. Πω, πω, μια μέρα μίλησε δυνατά. Στην ουσία μας πήραν τα ζώα. Θα μας πάρουν και τα χωράφια. Όσο για τα σπίτια, θα πάνε κι αυτά. Δε θα μείνει κανείς εδώ. Ρημάζουμε... Και να τους έχω πολεμήσει, απόσωσε με περίσσια πίκρα το λόγο του.

Στο καφενείο το είπε καθαρά. Μας πήραν τα ζώα, τα παιδιά μας, μας στέρησαν τα εγγόνια. Θα μας πάρουν και τα χωράφια. Μας έλεγαν ότι θα το κάνουν οι κομμουνιστές και το κάνουν αυτοί. Πέθαναν κι εκείνοι που κυνηγούσα. Μήτε συγχώρεση μπορώ να τους ζητήσω.
Μας ξάφνιασε. Τον έχουμε ακόμα εθνικόφρονα. Τον κοιτάξαμε με ανάμεικτα συναισθήματα. Μας ξάφνιασε ακόμα περισσότερο, όταν ορθώθηκε και μας έδωσε ευχή και κατάρα. Να μην ακούμε τι λένε. Είναι εχθροί μας. Ακούστε τους άλλους. Αγαπάνε τον κάμπο μας. Τον θέλουν να καρπίζει απ' τη δουλειά μας. Να θρέφεται ο λαός μας. Έτσι πρέπει ν' αγαπάμε την πατρίδα. Δράστε! Πριν να 'ναι αργά.

Ιορδ. Α. Προυσανίδης
.....


Δεν υπάρχουν σχόλια: